Πέμπτη, Νοεμβρίου 30, 2017

Πέθανε ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης – ο παλαιότερος έμπορος της Αθήνας (ΒΙΝΤΕΟ)




Αρχοντική μορφή και, βασικά, από τις πιο εμβληματικές της παλιάς Αθήνας
Συνέντευξή του στο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής της Κυριακής τον Φεβρουάριο του 2016

H εμβληματική μορφή της Ερμού, με το γνωστό κατάστημα γυναικείων ενδυμάτων, πέθανε σε ηλικία 98 ετών. Εμανουέλ και Μπριζίτ Μακρόν είχαν γοητευτεί από την επιχείρησή του κατά τη βόλτα τους στο κέντρο της Αθήνας

Του έχουν αποδοθεί τίτλοι, όπως «βασιλιάς της Ερμού», «έμπορος των Αθηνών», «δανδής του εμπορίου»...

Ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης έφυγε πλήρης ημερών και ενώ μέχρι και πρόσφατα πήγαινε καθημερινά στην επιχείρηση – η οποία ιδρύθηκε το 1860.


Αρχοντικός, κομψός και επιβλητικός, ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης υπήρξε μια εμβληματική και αξιοσέβαστη μορφή για την Ερμού, στον αριθμό 27 – χρονολογείται από την εποχή του Οθωνος. Το κτίριο σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Στάμο Παπαδάκη. Η χαρακτηριστική του αρχιτεκτονική, εμπνευσμένη από την περίοδο Bauhaus, τα πρωτοποριακά του σχέδια, αναφέρονται σήμερα στα αρχεία του πανεπιστημίου της Βοστώνης, και το ιδιαίτερα καλλιτεχνημένο εσωτερικό του προσφέρουν μέχρι σήμερα μοναδικό καταφύγιο αισθητικής και αρμονίας στην καρδιά της Αθήνας. Το ισόγειο, το υπόγειο και οι τρεις όροφοι του κτιρίου φιλοξενούν, όχι μόνο ρούχα κλασικά και προσεγμένα, αλλά και πίνακες του αδελφού του, του ζωγράφου Αλέξανδρου Αλεξανδράκη. Μία γκαλερί Τέχνης και κομψότητας.

Πρόσφατα, μάλιστα, το κατάστημά του και ο ίδιος είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον του Εμανουέλ Μακρόν και της συζύγου του Μπριζίτ η οποία σταμάτησε μπροστά στη βιτρίνα του καταστήματος «Αλεξανδράκης» και στη συνέχεια μαζί με τον σύζυγό της φωτογραφήθηκαν με τον Ευτύχιο Αλεξανδράκη.



Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, μαζί με τη σύζυγό του Μπριζίτ, κατά την επίσκεψή τους στα καταστήματα της Ερμού, στις 8 Σεπτεμβρίου 2017 (Alexandros Michailidis / SOOC)

Ετσι κι αλλιώς, πιστοί πελάτες παρήλαυναν από την επιχείρηση, που βραβεύτηκε από την κυβέρνηση Σημίτη με το βραβείο της παλαιότερης εμπορικής επιχείρησης.

Συγκεκριμένα, το 1998, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών (Ε.Β.Ε.Α.) απονέμει στον Ευτ. Αλεξανδράκη το βραβείο «Επιχείρηση και Παράδοση». Οταν παρέλαβε το βραβείο, ο τότε πρωθυπουργός, Κώστας Σημίτης, τον ρώτησε ποιο είναι το μυστικό της επιχείρησης με δύο λόγια και ο Αλεξανδράκης απάντησε: «Αν θέλετε δυο λόγια είναι: Σώφρων Διαχείρισις».

Πήγαινε εκεί από παιδί και ήταν φυσικό να γίνει έμπορος. Σπούδαζε στο πανεπιστήμιο, αλλά εργαζόταν εκεί και διαδέχτηκε τον πατέρα του – ο οποίος ήταν και εκείνος πολύ πετυχημένος έμπορος. Στην οικογένειά του ήταν έξι παιδιά. Ολοι πήγαν στον πόλεμο, αλλά όλοι γύρισαν πίσω.


Ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης σπούδασε στη Γαλλία σχέδιο μόδας, αντικείμενο συναφές με εκείνο της οικογενειακής επιχείρησής του.

Στο κατάστημα πήγαινε καθημερινά και ήταν τόσο αφοσιωμένος στη δουλειά του που ακόμα και κατά τη διάρκεια της νύχτας σκεφτόταν πώς θα κάνει ακόμα καλύτερο το κατάστημά του, καταστρώνοντας το πρόγραμμα της επομένης ημέρας.

Η κηδεία του θα γίνει την Παρασκευή στις 12 το μεσημέρι από το Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.



Εμπορος «παλαιάς κοπής» ο Εύτυχιος Αλεξανδράκης έχει συνδέσει το όνομά του με παραδοσιακό εμπόριο στην Αθήνα.

Ο παλαιότερος έμπορος της Αθήνας μέχρι τελευταία έδινε καθημερινά το «παρών» στην επιχείρησή του η οποία ιδρύθηκε το 1860.




Το κατάστημα μεταφέρεται στη σημερινή του διεύθυνση, Ερμού 27, ιδιοκτησίας του Δημήτρη Αλεξανδράκη, πατέρα του Ευτύχιου.

Το κτήριο σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Στάμο Παπαδάκη. Η χαρακτηριστική του αρχιτεκτονική, εμπνευσμένη από την περίοδο Bauhaus, και το ιδιαίτερα καλλιτεχνημένο εσωτερικό του προσφέρουν μέχρι σήμερα μοναδικό καταφύγιο αισθητικής καί αρμονίας στην καρδιά της Αθήνας.

Με την επιτυχή διαχείριση του Αλεξανδράκη, το κατάστημα ξεπερνά τις δυσκολίες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και καθιερώνεται ως εμπορική επιχείρηση που προσφέρει υψηλή ποιότητα με επιλεγμένες εισαγωγές από διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες.

Πιστοί πελάτες παρήλαυναν από την επιχείρηση, που βραβεύτηκε με το βραβείο της παλαιότερης εμπορικής επιχείρησης.

Ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης σπούδασε στη Γαλλία σχέδιο μόδας, αντικείμενο συναφές με εκείνο της οικογενειακής επιχείρησής του.



Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών (Ε.Β.Ε.Α.) απονέμει στον Ευτύχιο Αλεξανδράκη το βραβείο «Επιχείρηση και Παράδοση».

Ιδιαίτερη στιγμή για τον έμπορο εκείνη στην οποία φωτογραφήθηκε με το προεδρικό ζεύγος της Γαλλίας, αφότου Εμανουέλ και Μπριζίτ Μακρόν σταμάτησαν μπροστά στη βιτρίνα του καταστήματος «Αλεξανδράκης».



Ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης ήταν μέλος μιας πολυμελούς οικογένειας. Ο ίδιος και τα πέντε αδέλφια του πολέμησαν στον πόλεμο του 1940. Μάλιστα ο αδελφός του Αλέξανδρος Αλεξανδράκης ήταν ζωγράφος και είχε εικονογραφήσει το Αναγνωστικό της Ε' Δημοτικού που κυκλοφόρησε το 1958 με εικόνες που είναι από τις πλέον χαρακτηριστικές για τον πόλεμο του '40.

Εργο ζωγραφικής του αδελφού του Ευτύχιου Αλεξανδράκη

Για τις δυσκολίες στην μακρόχρονη πορεία του, ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης σε παλαιότερη του συνέντευξη στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «στον πόλεμο ο πατέρας μου, πούλησε όλα τα εμπορεύματα, διότι υπήρχαν πολλοί πελάτες, οι οποίοι ζητούσαν να αγοράσουν ρούχα και η πλειονότητα των εμπόρων τα έκρυβε. Μείναμε 4 χρόνια κατά τη διάρκεια του πολέμου χωρίς εμπόρευμα. Παράλληλα, είχαμε δελεαστικές προτάσεις να πουλήσουμε το μαγαζί, αλλά ο πατέρας μου ήταν πολύ έξυπνος και συνετός στη σκέψη του και το απέκλειε λέγοντας μου ότι "τουλάχιστον να ερχόμαστε να πίνουμε ήσυχα το καφέ μας...

Πίστευε ότι πρέπει να έχεις πρώτα στέγη επαγγελματική και μετά στέγη για την οικογένεια. Ήταν, όμως, μαύρη περίοδος, έβλεπες τη δυστυχία παντού. Όλα τα μαγαζιά κλειστά. Εδώ ήταν κατεβασμένα τα ρολά. Ανοίγαμε, μεν, κάθε μέρα και κάθε μεσημέρι κλείναμε, αλλά φεύγοντας πηγαίναμε τοίχο-τοίχο μήπως τρώγαμε καμία αδέσποτη».

Όταν τελείωσε ο πόλεμος, το ξαναρχίσαμε το μαγαζί, λέει ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης. «Γράψαμε στους ξένους προμηθευτές μας στην Αγγλία, Γαλλία κλπ, και εκείνοι πρόθυμοι μας εφοδίασαν εμπορεύματα. Ο πατέρας μου, δεν μου έδινε πρωτοβουλίες. Πίστευε ότι "η πρωτοβουλία δεν δίδεται, αλλά λαμβάνεται". Του έδωσα όμως την ικανοποίηση και είδε τη επιχείρηση μετά τον πόλεμο να αναπτύσσεται και δεν έκλεισε όπως οι περισσότερες και αυτό τον χαροποίησε πολύ. Έκτοτε το κατάστημα ανθεί».



Ακολουθεί συνέντευξή του που είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής της Κυριακής τον Φεβρουάριο του 2016:

Μ’ αυτή την πένα υπέγραφε δελτάρια παραγγελίας, απογραφές, επιστολές, κάρτες, σε µια εποχή όπου ο λόγος είχε περισσότερη βαρύτητα από τα συµβόλαια. Τώρα µου έγραφε µια αφιέρωση στην πρώτη σελίδα ενός βιβλίου µε τα σχέδια του αδελφού του, Αλέξανδρου, του ζωγράφου του Ελληνοαλβανικού Μετώπου, λίγο πριν µε ξεπροβοδίσει. Κοντοσταθήκαµε στην πόρτα: «Ποιο είναι το πιο ακριβό ρούχο στη ζωή;» τον ρώτησα. «Οι καλοί τρόποι, παιδί µου», είπε χωρίς να το σκεφτεί ούτε µια στιγµή. «Χωρίς αυτούς είσαι γυµνός ακόµη κι αν φοράς το πιο καλοραµµένο κοστούµι».

Η προηγούµενη ώρα πέρασε µέσα στην απόλυτη ηρεµία του καταστήµατος. Οι πωλήτριες τιτίβιζαν χαµηλόφωνα δίπλα στη βιτρίνα και εµείς καθίσαµε στο γραφείο του στο βάθος, υπό το βλέµµα των γονέων του, που τους έχει ζωγραφίσει ο αδελφός του. Επτά παιδιά έκανε ο ∆ηµήτρης Αλεξανδράκης µε καταγωγή από την Αµοργό, έξι αγόρια και µία µονάκριβη κόρη. Και ο νεότερος από τους γιους του, στα 96 του χρόνια σήµερα, παραµένει η επιτοµή της κοµψότητας. Φοράει ένα καλοδεµένο παπιγιόν πουά, κατάλευκο πουκάµισο και µαύρο σακάκι. Τα παπούτσια του είναι τόσο γυαλισµένα όσο και η λαβή από το µπαστούνι του, ενώ το περιποιηµένο του µουστάκι ανασηκώνεται ελαφρά όταν γελάει. Στο τηλεφώνηµα που του έκανα για να κανονίσουµε τη συνέντευξη, µου είπε: «Είστε από την “Καθηµερινή”; Να έρθετε. ∆εν είµαι απλός αναγνώστης. Είµαι οπαδός!».

Χωράει µια ολόκληρη ζωή µέσα σε µια σύντοµη διήγηση; Θαλερός και πνευµατικά οργανωτικός, φτιάχνει µικρά κεφάλαια ενώ µου µιλάει. Θυµάται τα παιδικά χρόνια στην Αθήνα, το βρετανικό αντιτορπιλικό όπου υπηρέτησε λόγω γλωσσοµάθειας στον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο, το βοµβαρδισµό του Πειραιά που τον βρήκε σε ένα πολεµικό καράβι στη νηοποµπή της επιστροφής από τη Μεσόγειο, τη συµµετοχή του στον τακτικό στρατό στον Εµφύλιο. «Με ρωτούν συχνά πώς βλέπω την Ελλάδα της κρίσης», λέει σε µια ξαφνική αναφορά στο σήµερα. «Η γενιά µου είχε ζήσει πολύ χειρότερα. ∆εν πρέπει να πτοούµαστε, αλλά να δούµε πώς θα ορθοποδήσουµε γρήγορα. Είναι το µόνο που πρέπει να µας νοιάζει. Νοµίζω ότι αυτό που µας λείπει σήµερα είναι η πίστη στην πατρίδα. Την ηµέρα που ξέσπασε ο πόλεµος του ’40, οι άνδρες πανηγύριζαν που θα πήγαιναν στο Μέτωπο. Η µάνα µου έστειλε έξι γιους στα όπλα χωρίς να βαρυγκοµήσει. Γυρίσαµε όλοι σώοι. Να τι λείπει...» Συνεχίζει: «Χάσαµε την αίσθηση του καθήκοντος. Και την ευπρέπειά µας. ∆ιότι και η ευπρέπεια είναι καθήκον να ξέρετε...».

Ο πατέρας του αγόρασε την επιχείρηση στην οδό Ερµού 27 το 1907 από έναν Καρυοφύλλη, ο οποίος είχε ιδρύσει τον οίκο το 1860. Ηταν υπάλληλός του. «Ο Καρυοφύλλης ήθελε να του χαρίσει το κατάστηµα µε την προτροπή να παντρευτεί µια συγγενή του. Οµως ο πατέρας µου είχε ήδη γνωρίσει την Ανδριώτισσα µάνα µου και ηγαπήθησαν. Τη φρόντιζε και την έντυνε εκείνος µέχρι το τέλος της ζωής τους. ∆εν έβρισκες ούτε έναν κόκκο σκόνης στο σακάκι του. Με εµάς ήταν αυστηρός, δεν µας παραχάιδεψε. Ηταν ένας άνθρωπος αρχών, που µετρούσε ο λόγος του και όλοι τον εµπιστεύονταν για το ήθος του. Θεωρούσε ότι αυτό ήταν η περιουσία του εµπόρου και του επιχειρηµατία. Ετσι µεγάλωσα και εγώ την κόρη µου αλλά και εκείνη τον εγγονό µου, που σπουδάζει στην Αµερική. Να σέβονται τις αρχές τους. Και αυτό που µε πονά είναι ότι αυτές τις αρχές δεν τις σέβεται πια η χώρα και έχουµε ξεπέσει στα µάτια των ξένων. Πηγαίνουµε στην Ευρώπη παρακαλώντας και ταυτόχρονα λέµε πως θα τους χορέψουµε στο ταψί...»

Κοιτάζουµε πέρα από τη βιτρίνα, στον πεζόδροµο. Η νέα γενιά παρελαύνει µε σκισµένα τζιν και Αll Star. Μπαίνω στον πειρασµό να ρωτήσω περί κοµψότητας. Με διακόπτει. «Ισον απλότητα! Και κάτι ακόµη. Πολλές γυναίκες θέλουν να ακολουθούν πιστά τη µόδα, τις τάσεις. Καλό είναι από τα ρούχα µιας σεζόν να αγοράζει εκείνα που της πηγαίνουν στο δικό της στυλ. Να µην παρασύρεται», λέει ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης ενθυµούµενος τη δική του γυναίκα: «Πάντα φόραγε εκείνο που της ταίριαζε. Το καλό ντύσιµο θέλει µυαλωµένους ανθρώπους. Επειτα είναι και το παράστηµα. Οταν φοράς κάτι, πρέπει να στέκεσαι ευθυτενής για να φαίνεται καλά το ρούχο επάνω σου. Η στάση του σώµατος είναι πολύ σηµαντική. Κάποτε οι άνθρωποι ήξεραν να φέρουν το σώµα τους, µετά χάθηκε και αυτό».



«Ελάτε να σας ξεναγήσω», λέει όλο υπερηφάνεια και σηκώνεται από το γραφείο. «Ολο αυτό το εµπόρευµα που βλέπετε το έχω ήδη πληρώσει. Και ευτυχώς που µας ανήκει και το κτίριο. Και που µας σέβονται οι ξένοι προµηθευτές για την εντιµότητά µας και ακόµη και µε τα capital controls καταφέραµε να τα βγάλουµε πέρα. Ως έµπορος νοµίζω ότι το µεγαλύτερο λάθος που κάναµε όλα αυτά τα χρόνια ήταν ότι το κράτος ανακατεύτηκε στην οικονοµία. Πώς θα πάµε µπροστά έτσι; Στενοχωριέµαι που δεν έχει τόση κίνηση στο κατάστηµα. Αλλά µετά σκέφτοµαι ότι δεν χρωστώ και ότι έχω ζήσει και χειρότερα. Ξέρω ανθρώπους αξιοπρεπείς που έχουν κλειστεί στο σπίτι για να τα φέρουν βόλτα».

Περπατάµε από όροφο σε όροφο ανάµεσα σε κοµψά έπιπλα, ακριβά χαλιά και ωραίους πίνακες. Κάθε τόσο σταµατά και σηκώνει την ασηµένια λαβή του µπαστουνιού για να µου δείξει τα ταγιέρ, τα παλτά, τα πουκάµισα και τα πουλόβερ. «Το καλό ρούχο µιλάει άµα το πιάσεις. Αγγιξέ το. Θα δεις!» µου λέει χαϊδεύοντας ένα καµηλό παλτό. Πηγαίνουµε ακόµη και στα δοκιµαστήρια. «Βρε κορίτσι µου», µου λέει, «πες µου πώς µπορείτε και παίρνετε ρούχα από µαγαζιά στα οποία δεν χωράτε στα δοκιµαστήρια. Είναι τόσο µικρά! Πώς τα δοκιµάζετε; Ενα καλό µαγαζί φαίνεται ακόµη και από την αποθήκη και την κουζίνα του προσωπικού. Βλέπετε πώς λάµπουν όλα; Kαµιά φορά γίνονται επεισόδια και τρέµω. Λέω ο Θεός να βάλει το χέρι του να µην πάθουµε κάτι».

«H Eρµού είναι το δεύτερο σπίτι µου. Ο πατέρας µου έλεγε ότι µπορεί να αλλάξουµε διεύθυνση κατοικίας, αλλά η επιχείρηση δεν µπορεί να αλλάξει έδρα. Και είµαι κάθε ηµέρα εδώ από το πρωί µέχρι και που κλείνει το µαγαζί». Αποχαιρετιστήκαµε στην πόρτα: «Εις το επανιδείν, δεσποινίς µου. Ο πατέρας σας έφτιαχνε τις καλύτερες κάλτσες. Τον καµάρωνα», κάνοντας µια ελαφρά υπόκλιση µε το κεφάλι, µία από τις ανδρικές συνήθειες που έχει πια χαθεί.

* Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 7 Φεβρουαρίου 2016 στο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου