
Ο Σταύρος Θεοδωράκης εξομολογείται (στην LIFO)...
Παρασκευή πρωί βρέχει καταρρακτωδώς και ένας μικρός τυφώνας σαρώνει το κέντρο της Αθήνας. Περιμένω στη Σεβαστουπόλεως, στα γραφεία του Ποταμιού, τον Σταύρο Θεοδωράκη.
Τον βλέπω να μπαίνει με το κράνος, αδιάβροχο παντελόνι και μπουφάν, μια σακούλα πορτοκάλια στα χέρια, ενώ...
στάζει νερό από την κορυφή ως τα πόδια. Είχε φτάσει με την μηχανή του από το Χαλάνδρι. Βγάζει τα αδιάβροχα και από μέσα φοράει το κοστούμι για την ψηφοφορία που θα γίνει λίγες ώρες μετά στη Βουλή.
Μοιάζει τίποτα να μην έχει αλλάξει στην κανονικότητα του Σταύρου Θεοδωράκη παρά το γεγονός ότι το Ποτάμι, πέντε χρόνια μετά την ίδρυσή του, δεν είναι πλέον κοινοβουλευτικό κόμμα, έχει απομείνει με τρεις βουλευτές. Ο Θεοδωράκης δεν είναι πλέον αρχηγός κοινοβουλευτικού κόμματός παραδίδει τα γραφεία στη Βουλή και με την άκρη του ματιού του πιάνει βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ να «το διασκεδάζουν», να ειρωνεύονται όσο αυτός μιλά στο βήμα του Κοινοβουλίου.
Σε μια βαθιά εξομολογητική και χωρίς όρους συνέντευξη που έδωσε την Παρασκευή το μεσημέρι στη LiFO μιλά για όσα οδήγησαν στη διάλυση της κοινοβουλευτικής ομάδας του Ποταμιού, περιγράφει συμπεριφορές, ψέματα, συμφωνίες που αθετήθηκαν και ευθαρσώς απαντά για το μέλλον του κόμματος, τις επόμενες σκέψεις του και τις αποφάσεις που θα πάρει ως τα τέλη Φεβρουαρίου.
Αποκαλύπτει για πρώτη φορά την υπόσχεση που δεν τήρησε η Φώφη Γεννηματά όταν το ΚΙΝΑΛ συνεργάστηκε με το Ποτάμι, το περίεργο τηλεφώνημα που δέχθηκε από τη Νέα Δημοκρατία όταν ερχόταν προς ψήφιση το νομοσχέδιο για την ινδική κάνναβη. Χρησιμοποιεί την λέξη «προδοσία» για τους Δανέλλη, Αμυρά, Ψαριανό και εξηγεί ακριβώς τι συνέβη, χρησιμοποιεί την ερμηνεία του για τον «χαιρετισμό του μπάτσου».
Παρομοιάζει τον Μητσοτάκη ως το «βασιλόπουλο με το λευκό άλογο», «αδειάζει» τον Γιώργο Καμίνη, ενώ μιλά πρώτη φορά για το βιβλίο που γράφει – ξημερώματα συνήθως, λίγο πριν κατέβει στο Ποτάμι, συχνά περπατώντας από το Χαλάνδρι όπου μένει ως τη Σεβαστουπόλεως μαζί με τον σκύλο του τον Σήφη, με κάποιες στιγμές να νιώθει την ανάγκη για έναν «βαθύ αναστεναγμό» να επανέρχεται κάθε τόσο.

— Έχετε αφηγηθεί πολλές ιστορίες, ως δημοσιογράφος. Μετά, ήρθε το Ποτάμι. Κάπου έγραφε ο Γιώργος Χειμωνάς «ένα χρέος αναγνωρίζω σε κάθε άνθρωπο: να έχει μια ιστορία να αφηγηθεί στη ζωή του». Αυτήν τη στιγμή, την καθοριστική στιγμή, με το Ποτάμι να έχει παύσει να είναι κοινοβουλευτικό κόμμα, ποια πιστεύετε ότι είναι η μια ιστορία ζωής που μπορείτε να αφηγηθείτε;
Είστε 55 ετών, αν δεν κάνω λάθος; Τώρα κλείνω τα 56. Πριν από περίπου πέντε χρόνια, εκεί κοντά στα πενήντα, ξύπνησα ένα πρωί με έναν εφιάλτη. «Είσαι ήδη 40 χρονών και δεν έχεις κάνει αυτά που πρέπει να κάνεις;».
Σχεδόν έκλαιγα για όλα αυτά που δεν θα προλάβω να κάνω. Ανακάθισα στο κρεβάτι θλιμμένος και τότε ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα. Ήμουν 50 ετών και όχι 40! Τι θα προλάβαινα να κάνω αφού ήμουν ήδη πενήντα;
Πέρασα πολλές μέρες με αυτή τη σκέψη. Με έπνιγε. Εκεί είπα ότι πρέπει να κινήσω πιο γρήγορα τα πράγματα. Να γίνουν όσα πρέπει να γίνουν χωρίς άλλη καθυστέρηση. Εκεί μάλλον ρίχτηκε ο σπόρος που γέννησε την ξαφνική απόφαση για την ίδρυση του Ποταμιού.
— Άρα αυτή είναι η μια ιστορία που θα μπορούσατε να αφηγηθείτε ως αυτήν τη στιγμή; Η ιστορία του Ποταμιού;
Δεν ξέρω. Πάντως εδώ και 2 χρόνια, τα ξημερώματα, όποτε νιώθω πολύ πιεσμένος γράφω μιαν άλλη ιστορία.
— Ένα βιβλίο;
Ίσως. Την ιστορία του πατέρα μου. Ενός παιδιού που το φαγητό του τα μεσημέρια ήταν ένα παξιμάδι με λίγες ελιές και ήρθε στην Αθήνα αγράμματος αλλά δεν χάθηκε. Ούτε σύρθηκε για να επιβιώσει. Αντιμετώπισε κατά μέτωπο στη ζωή. Αλλά δεν ξέρω τι αξία έχει να σ' τα λέω αυτά, τώρα.
— Γράφετε ακόμα και τώρα, αυτές τις μέρες της μεγάλης φόρτισης με τους βουλευτές σας να φεύγουν;
Μερικές μέρες ναι, γράφω. Πετάγομαι από τον ύπνο μου, γράφω δύο σελίδες, χαμογελάω, διορθώνω...
— Κάποια στιγμή, πριν αρχίσουμε την συνέντευξη, μου είπατε ότι η πολιτική δεν ασχολείται με τα «ουσιαστικά».
Μια πολύ μεγάλη σπατάλη στα δευτερεύοντα, αυτό είναι στην Ελλάδα η πολιτική.
— Όπως; Βοηθήστε με να καταλάβω τι εννοείτε δευτερεύοντα.
Δώστε μου ένα παράδειγμα. Όλο αυτό που γίνεται με τις Πρέσπες.
— Δευτερεύον το θέμα του ονόματος;
Μα δείτε, όλη η συζήτηση είναι για τα ασήμαντα. Για τα ασήμαντα κομματικά. Αν ήμασταν στην Αμερική, αν ήμασταν στη Γερμανία, στη Σουηδία, σε μια σοβαρή χώρα, θα είχαμε κάτσει όλοι γύρω από ένα τραπέζι, ένα Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, και θα λέγαμε τι θέλουμε, τι δεν θέλουμε, πού υποχωρούμε, πού όχι. Ίσως κάποιοι να σαμπόταραν –ποτέ δεν συμφωνούν όλοι– αλλά κάπου θα είχαμε συμφωνήσει. Ή θα ξέραμε πού πραγματικά διαφωνούμε. Να μην ταλαιπωρούμε την κοινωνία με μια αέναη συζήτηση που δεν απαντά στα ερωτήματα της. Πόσο δύσκολο θα ήταν να είχαμε διαμορφώσει μια πατριωτική γραμμή;
Διαβαστε ολόκληρη την συνέντευξη, ΕΔΩ...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου