
Ξεκινώντας από τους φτωχούς που έχουν ανάγκη και φτάνοντας έως τις θρησκείες και τις εταιρείες (με τις λεγόμενες πρωτοβουλίες κοινωνικής ευθύνης), όλοι επευφημούν την κοινωνική προσφορά. Δεν πρόκειται μόνο για αναγνώριση του γεγονότος ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον και λειτουργεί υγιώς μόνο μέσα στο σύνολο αλλά και για την καθιέρωση του «κοινωνικού» ως διαχρονικής και πανανθρώπινης αξίας. Αυτό που αποκαλούμε κοινωνικό συμφέρον αποτελεί υπέρτατο αγαθό και αξιολογείται πάνω από κάθε προσωπικό συμφέρον. Στα συντάγματα, στις νομικές προβλέψεις, στην αξιακή ιεράρχηση το κοινωνικό υπερτερεί του προσωπικού.
Ο άνθρωπος λειτουργεί, αλληλοεπιδρά και αναπτύσσεται μέσα στον δημόσιο χώρο. Πολλές φορές μάλιστα είναι ανεκτό το προσωπικό να υποτάσσεται στους κανόνες της δημόσιας συνύπαρξης. Η ανεκτικότητα αυτή σε ιδιαίτερες καταστάσεις φτάνει στα όρια της θυσίας για το κοινό καλό.
Στις πολιτισμένες κοινωνίες η κοινωνική οργάνωση πρέπει να εξασφαλίζει την πρόσβαση στα αγαθά για τις αδύναμες ομάδες. Στην πρωτόγονη μορφή του (και βολική ή υποκριτική) η προσφορά αυτή μπορεί να είναι φιλανθρωπία, ενώ στη σύγχρονη το επίπεδο του πολιτισμού άμεσα εκφράζεται από την οργανωμένη προσφορά και τη δημιουργία ίσων ευκαιριών για όλους. Ακόμη και τα φορολογικά συστήματα θεωρητικά έχουν δομηθεί ώστε όσοι κατέχουν να φορολογούνται περισσότερο υπέρ των αδυνάτων. Ακόμη κι αν αυτή η πρόνοια ακυρώνεται με διάφορα κόλπα φοροδιαφυγής ή φοροαποφυγής για τις ελίτ, η παραδοχή της αξίας του κοινωνικού αναγνωρίζεται έστω και υποκριτικά.
Ακόμη και οι πιο συντηρητικοί και αντιλαϊκοί ηγέτες ανεβαίνουν στην εξουσία υπερασπιζόμενοι τη δίκαιη και α λ λ η λ ο ϋ π ο στηριζόμενη κοινωνία και το δημόσιο συμφέρον.
Σήμερα ζούμε όμως μια αντίφαση. Η υπέρτατη αξία του δημόσιου συμφέροντος και της ώριμης κοινωνίας που αλληλοϋποστηρίζεται, η οποία είναι σύμφυτη θεωρητικά με τον δυτικό πολιτισμό, βρίσκεται σε απειλή. Η θεωρητικά αυτονόητη πορεία προς τον πολιτισμό μέσω της κοινωνίας με πρόνοιες έχει υποταχθεί σε έναν αυθαίρετο κανόνα: «για να κερδίσει η κοινωνία αρκεί να κερδίζουν κάποιοι, οι οποίοι μοιραία θα σπρώξουν την κοινωνία προς την οικονομική και πολιτιστική πρόοδο». Ο κανόνας προφανώς δεν ισχύει. Οι ελίτ σε όλο τον κόσμο πλουτίζουν συνεχώς, αλλά η μεγάλη μάζα οδηγείται στη φτώχεια. Το κίνητρο του κέρδανείστηκαν δους δεν αποφέρει κάτι στην κοινωνία. Οι μπροστάρηδες της οικονομίας αυξάνουν τον πλούτο τους, αλλά αυτό δεν προσφέρει τίποτα στο σύνολο, εκτός ίσως από θέαμα για την παραμυθένια ζωή τους. Ο πλούτος του Ιλον Μασκ περισσότερο μετασχηματίζει την κοινωνία κατά τα προσωπικά γούστα παρά την εξυπηρετεί. Πέντε πλούσιοι θα ορίσουν τις επόμενες δεκαετίες τον τρόπο που θα συμπεριφερόμαστε, που θα κινούμαστε, που θα ελεγχόμαστε, ακόμη και που θα κάνουμε έρωτα ή θα αποδεχόμαστε ερωτικά πρότυπα, γιατί θα έχουν την εξουσία πάνω στους ανθρώπους οι οποίοι (αυτό κι αν είναι κατάντια) θα θεωρούν ότι είναι αυτόβουλοι και ελεύθεροι.
Η αφορμή γι’ αυτό το άρθρο ήταν μια είδηση που επανήλθε πρόσφατα στην επικαιρότητα και αφορούσε τον κόσμο του βιβλίου. Ο εκδοτικός οίκος Γαβριηλίδη πτώχευσε. Μετά την πτώχευση, η τράπεζα η οποία κατέσχεσε τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης πολτοποίησε τα βιβλία που υπήρχαν στις αποθήκες. Αν κάποτε στη ναζιστική Γερμανία (ή τη χουντική Ελλάδα) έκαιγαν βιβλία που θεωρούσαν βλαπτικά για την κυρίαρχη αντίληψη, σήμερα τα πολτοποιούν γιατί δεν ακολουθούν τη λογική του κέρδους. Η τράπεζα δεν τα δώρισε σε σχολεία ή βιβλιοθήκες, δεν κάλεσε έστω τους συγγραφείς να αγοράσουν τα αντίτυπα του έργου τους σε μια συμβολική τιμή, αλλά τα οδήγησε στην καταστροφή. Ηταν «ασύμφορη» η διαχείριση του υλικού και ασύμβατη με την πρακτική των διεκπεραιώσεων υπέρ του κέρδους. Ούτε το αξιακό βάρος των βιβλίων ούτε η ιερότητα της γνώσης που κουβαλούν ούτε και ο αρνητικός συμβολισμός της καταστροφής τους απέτρεψαν το αποτέλεσμα.
Η τράπεζα (έτυχε να είναι τράπεζα, θα μπορούσε να είναι κάθε άλλος προσκυνητής του στυγνού κέρδους) εξέφρασε στο περιστατικό μικρής κλίμακας την αθλιότητα του νεοφιλελευθερισμού. Κάθε στάθμιση καταλήγει υπέρ του κέρδους έναντι του οποίου δεν υπάρχει κοινωνία ούτε και δημόσιο συμφέρον.
Στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη το κέρδος των ιδιωτών εμφανίζεται συχνά πυκνά ως η λύση για να αναπτυχθεί η κοινωνία. Η πραγματικότητα είναι ότι κάθε πρόνοια οδηγείται στην πολτοποίηση. Η συνταγή είναι διεθνής, αλλά οι Ελληνες σεφ που κατέχουν αστέρια Μητσοτάκη έχουν ανάψει το καζάνι και βράζουν.
Κάθε πρόβλημα που εμφανίζει ο παρατημένος δημόσιος τομέας εμφανίζεται ως πρόβλημα του δημοσίου και όχι όσων κυβέρνησαν και τον παράτησαν. Οσο το δημόσιο σύστημα καταρρέει (στην υγεία, την παιδεία, την πρόνοια γενικότερα) εμφανίζονται οι ιδιώτες-σωτήρες. Πολλές φορές αυτοί οι σωτήρες ιδιώτες είναι γνωστοί απατεώνες που ταλαιπώρησαν τη χώρα, που και δεν επέστρεψαν, που έκλεψαν και εμφάνισαν τον εαυτό τους ως ευεργέτη μέσα από την πληρωμένη και σκηνοθετημένη εικόνα που δημιούργησαν.
Ας πάμε σε ακόμη ένα μικρό παράδειγμα πρόσφατου ρεπορτάζ στην τηλεόραση. Οι ξαπλώστρες στις ελληνικές παραλίες στοιχίζουν από 20 έως 150 ευρώ κατέγραφε το ρεπορτάζ. Οι αντίστοιχες τιμές στην Κύπρο είναι μερικά ευρώ. Εδωσαν με την ανοχή μας τις παραλίες σε ιδιώτες, εξαπλώθηκαν παντού και σήμερα πλέον, κυνηγώντας το κέρδος τους, ορίζουν πώς θα ζούμε σε μια χώρα ταϊλανδοποιημένου τουρισμού. Δεν έχουμε ούτε δικαίωμα ούτε ιδιοκτησία. Νοικιάζουμε απλώς αυτό που μας ανήκει και μαζί και πρότυπα τρόπου ζωής. Γιατί η αθλιότητα που κατασκευάζουν πλασάρεται ως η καλή μας μοίρα και η αισθητική, με τον ίδιο τρόπο που η κατοχή των πάντων από τους λίγους εμφανίζεται ως αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς.
Οτιδήποτε δημόσιο καταστρέφεται αφού πρώτα ενοχοποιηθεί. Οι άνθρωποι έπειτα από αιώνες στον πλανήτη αντιλήφθηκαν την ανάγκη να ζουν σε ένα κράτος πρόνοιας και το δημιούργησαν και τώρα το παραδίδουν σε αλαζόνες της εξουσίας, της κοκαΐνης και των ευτυχισμένων ηλιθίων. Σε λίγο δεν θα υπάρχουν όχι μόνο δημόσια νοσοκομεία, πανεπιστήμια ή παραλίες αλλά ούτε δημόσια ουρητήρια. Για να επισκεφτείς τουαλέτα θα πρέπει να πληρώσεις.
Παραδίδουμε οικειοθελώς την κοινωνικότητα, την ανθρώπινη αλληλεπίδραση και αλληλεγγύη σε παραμορφωμένα υποκατάστατα της συνύπαρξής μας. Το σύστημα είναι αρκετά εφευρετικό. Εχει καλύψει τις ανάγκες κοινής δράσης με ομάδες Viber όπου μπαμπάδες και μαμάδες μαθητών μετατρέπουν το «εγώ» τους και την παθολογική παιδοκεντρική ζωή τους σε κοινωνικό προβληματισμό και με κινήματα όπου «ακτιβιστές» του παραλόγου επιχειρούν να κάνουν μια κοινωνία κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του προσωπικού τους προβλήματος.
Ενώ ο νεοφιλελευθερισμός δείχνει κάθε μέρα πώς υπονομεύει τη ζωή, η εναλλακτική λύση δεν έχει εμφανιστεί. Το χειρότερο είναι ότι δεν υπάρχει καν το κύμα της διαμαρτυρίας και της αντίδρασης που μπορεί να διαμορφώσει την αντίδραση. Στην Ευρώπη όπου πριν από δέκα χρόνια κόμματα όπως οι Podemos ή ο ΣΥΡΙΖΑ φάνταζαν ότι μπορούν να γεννήσουν το νέο εξαφανίστηκαν σχεδόν από τον πολιτικό χάρτη, αφού πρώτα μετάλλαξαν την οραματικότητά τους σε τεχνοκρατία, επιλογές του «αναγκαίου κακού» που κάλυπταν προσωπικές ανάγκες των ηγετών τους και κινήματα του υπογαστρίου. Η υφήλιος δείχνει να είναι με ένα μετέωρο βήμα χωρίς να ξέρει προς τα πού. Η Ελλάδα προτιμά την αυταπάτη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου