Υγειονομικοί κάνοντας τον απολογισμό μιλούν για μια χρονιά κατά την οποία η υποστελέχωση παγιώθηκε, τα «μπαλώματα» έγιναν κανονικότητα και η ιδιωτικοποίηση προχώρησε ως πολιτική επιλογή.
Μικαέλα Σάβα

«Το 2025 ήταν η χρονιά που διαλύθηκαν όσα είχαν απομείνει από τη δημόσια υγεία, ανοίγοντας τον δρόμο στη ραγδαία ιδιωτικοποίηση». Με αυτήν τη φράση ο Παναγιώτης Παπανικολάου, γραμματέας της Ομοσπονδίας Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδας (ΟΕΝΓΕ), σκιαγραφεί στο Documento τον απολογισμό μιας χρονιάς που δεν αποτυπώνεται σε πίνακες και κυβερνητικές εξαγγελίες, αλλά στις αντοχές εκείνων που κρατούν όρθιο το ΕΣΥ. Γιατί όταν ο απολογισμός γίνεται από τους ίδιους τους ανθρώπους της πρώτης γραμμής, το αφήγημα αλλάζει. Πίσω από τις δηλώσεις της κυβέρνησης περί “ενίσχυσης” και “μεταρρυθμίσεων” ξεδιπλώνεται μια πραγματικότητα καθημερινής φθοράς: νοσοκομεία που λειτουργούν στα όρια, προσωπικό που καλείται να καλύψει διαρκώς κενά, γιατροί και νοσηλευτές που εξαντλούνται σωματικά και ψυχικά, ασθενείς που περιμένουν, μετακινούνται, πληρώνουν ή εγκαταλείπουν.
Το 2025 δεν ήταν μια χρονιά μετάβασης ή αποκατάστασης. Ηταν μια χρονιά κατά την οποία η υποστελέχωση παγιώθηκε, τα «μπαλώματα» έγιναν κανονικότητα και η ιδιωτικοποίηση προχώρησε σιωπηλά μέσα από την αποδυνάμωση του δημόσιου ΕΣΥ. Οχι ως μεμονωμένο μέτρο, αλλά ως αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που μεταθέτουν το κόστος στους εργαζόμενους και τους ασθενείς.
Εργαζόμενοι στην πρώτη γραμμή των δημόσιων νοσοκομείων μιλούν στο Documento και γκρεμίζουν με τις συγκλονιστικές μαρτυρίες τους το κυβερνητικό αφήγημα περί ενίσχυσης του ΕΣΥ
«Τσακισμένα» τα νοσοκομεία στην Κρήτη
Η Κρήτη αποτελεί διαχρονικά έναν από τους βασικούς πυλώνες του ΕΣΥ στην περιφέρεια. Τα νοσοκομεία της δεν καλούνται να εξυπηρετήσουν μόνο τους μόνιμους κατοίκους του νησιού, αλλά στηρίζουν και ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές, ενώ σε περιόδους αυξημένης πίεσης –ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες– σηκώνουν πολλαπλάσιο βάρος. Κι όμως, αυτή η «ραχοκοκαλιά» του συστήματος λειτουργεί στα όρια.
Μέσα στο 2025 τα νοσοκομεία στην Κρήτη δεν ενισχύθηκαν ούτε θωρακίστηκαν, αλλά λειτούργησαν με λιγότερο προσωπικό, περισσότερα «μπαλώματα» και αυξανόμενη πίεση, μετατρέποντας την υποστελέχωση σε μόνιμη κανονικότητα. Ολόκληρες κλινικές παραμένουν υποστελεχωμένες, τα τμήματα επειγόντων λειτουργούν με προσωπικό ασφαλείας και οι εφημερίες καλύπτονται συχνά με μετακινήσεις της τελευταίας στιγμής. Η εικόνα στα Κέντρα Υγείας είναι ενδεικτική: πάνω από το 60% των θέσεων προσωπικού παραμένει κενό. Από τις περίπου 1.200 οργανικές θέσεις στην Κρήτη έχουν καλυφθεί ούτε οι μισές: σχεδόν 500.
Η κατάσταση αποτυπώνεται δραματικά και στις μονάδες εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ). Πάνω από το 25% των κλινών ΜΕΘ στο νησί είναι κλειστό λόγω ανεπαρκούς ιατρονοσηλευτικού προσωπικού. Συνολικά 20 δεν λειτουργούν: επτά στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου (ΠΑΓΝΗ), τρεις στο Βενιζέλειο, δύο στο Γενικό Νοσοκομείο Αγίου Νικολάου, έξι στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων και δύο στο Γενικό Νοσοκομείο Ρεθύμνου. Παράλληλα, οι ελλείψεις σε αναισθησιολόγους και νοσηλευτές έχουν θέσει εκτός λειτουργίας περίπου το 40% των χειρουργικών αιθουσών, εγκλωβίζοντας περίπου 8.000 ασθενείς στις λίστες αναμονής για χειρουργείο.
Στο Βενιζέλειο τα κενά σε ακτινολόγους και τεχνολόγους έχουν οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των αναμονών για τακτικές αξονικές και μαγνητικές τομογραφίες. Στα υπόλοιπα νοσοκομεία της Κρήτης η εικόνα είναι εξίσου οριακή όλο το 2025: οι χειρουργικές κλινικές του ΓΝ Αγίου Νικολάου και του ΓΝ Ρεθύμνου αδυνατούν να καλύψουν πλήρως τις εφημερίες με μόλις τρεις γιατρούς η καθεμία. Στο Ρέθυμνο μάλιστα δύο εφημερίες τον Αύγουστο καλύφθηκαν από παρατασιακούς ειδικευόμενους χειρουργούς του Βενιζελείου, έπειτα από «εντέλλεσθε» της ΥΠΕ, εξέλιξη που επέφερε την παραίτηση τρίτου παρατασιακού γιατρού.
Ο Δημήτρης Φλυτζανής, πρόεδρος εργαζομένων του Βενιζέλειου, αναφέρει στο Documento: «Στην ουσία δεν είδαμε προκηρύξεις να “τρέχουν” μέσα στη χρονιά ώστε να υπάρχουν ουσιαστικές προσλήψεις στο νοσοκομείο. Το αποτέλεσμα είναι το προσωπικό να αναγκάζεται να καλύπτει δύο και τρία πόστα, να δουλεύει σε δύο και τρεις θέσεις, κάτι που οδηγεί σε εξουθένωση και σε σκέψεις παραίτησης. Από τις εξαγγελίες της κυβέρνησης, αυτό που ουσιαστικά προχώρησε είναι η προώθηση πληρωμών από τους ασθενείς, μέσω των απογευματινών χειρουργείων. Παρότι κάποιες επεμβάσεις θεωρητικά είναι δωρεάν, στην πράξη ενισχύεται ο ιδιωτικός τομέας μέσω των voucher. Παράλληλα άνοιξε η “έξοδος” για τους γιατρούς προς την ιδιωτική δραστηριότητα. Πολλοί άνοιξαν ιδιωτικά ιατρεία και τα νοσοκομεία λειτουργούν πλέον, σε αρκετές περιπτώσεις, σαν πελατολόγιο: ασθενείς που δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν έγκαιρα στο δημόσιο σύστημα κατευθύνονται στον ιδιωτικό τομέα ή σε ιδιωτικά κέντρα που συνεργάζονται για χειρουργικές επεμβάσεις. Αυτό, κατά τη γνώμη μας, αποτελεί ταφόπλακα για τον δημόσιο χαρακτήρα του ΕΣΥ».
ΠΑΓΝΗ: Εκκρεμούν 20.000 ημέρες ρεπό
Το 2025 δεν άφησε κανένα περιθώριο αυταπατών για το ΠΑΓΝΗ. Ενα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της χώρας και βασικός αιμοδότης των εφημεριών σε ολόκληρη την Κρήτη λειτούργησε σε καθεστώς διαρκούς υπερφόρτωσης. Κρίσιμα τμήματα αποψιλώθηκαν, το προσωπικό εξαντλήθηκε και οι μετακινήσεις γιατρών έγιναν καθημερινή πρακτική, συνθέτοντας μια εικόνα λειτουργικής αποσύνθεσης που δύσκολα κρύβεται πίσω από ανακοινώσεις.
Μόνο μέσα στον τελευταίο χρόνο στο ΠΑΓΝΗ νοσηλεύτηκαν πάνω από 85.000 ασθενείς. Σε πολλές κλινικές, σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025, η πληρότητα ξεπέρασε σταθερά το 100%, με αποτέλεσμα ράντζα, πρόχειρες λύσεις και διασπορά ασθενών σε άλλες κλινικές. Στη νοσηλευτική υπηρεσία εκκρεμούν περίπου 20.000 ημέρες ρεπό, την ώρα που τα κενά σε βασικές ιατρικές ειδικότητες –εντατικολόγοι, αναισθησιολόγοι, ψυχίατροι, παθολογοανατόμοι– παραμένουν ακάλυπτα. Γιατροί μετακινούνταν όλο τον χρόνο με «εντέλλεσθε» στο Ρέθυμνο, ακτινολόγοι έφευγαν από το ΠΑΓΝΗ για να καλύψουν εφημερίες στο Βενιζέλειο. Οι προκηρύξεις ήταν σταγόνα στον ωκεανό και, ακόμη κι εκεί όπου έγιναν, πολλές θέσεις βγήκαν επανειλημμένα άγονες.
Η πιο πρόσφατη και ενδεικτική εξέλιξη αφορά την καρδιολογική κλινική του ΠΑΓΝΗ. Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των ασθενών που χρειάζονται εξειδικευμένες εξετάσεις και επεμβάσεις έχει αυξηθεί ραγδαία, με εκτόξευση των στεφανιογραφιών και των περιστατικών του ηλεκτροφυσιολογικού εργαστηρίου. Η καθημερινή δύναμη των νοσηλευόμενων κυμαίνετα από 45 έως 56 ασθενείς. Δεν είναι λίγες οι φορές που ασθενείς περιμένουν εισαγωγή στο σαλόνι της κλινικής, ενώ προστίθενται πρόχειρα κρεβάτια, μετατρέποντας στην πράξη δύο κλινικές σε μία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ασφάλεια και την ποιότητα της νοσηλείας.
Η κατάσταση γίνεται επικίνδυνη όταν στην απογευματινή βάρδια αντιστοιχούν δύο νοσηλευτές και ένας βοηθός για περίπου 50 ασθενείς, ενώ στη νυχτερινή βάρδια απομένει ένας νοσηλευτής με έναν βοηθό για τον ίδιο αριθμό ασθενών. Κι όλα αυτά με συνολικό προσωπικό μόλις έξι μόνιμων νοσηλευτών, τεσσάρων ειδικευόμενων που εναλλάσσονται, τεσσάρων επικουρικών και έξι βοηθών νοσηλευτών (τεσσάρων μόνιμων και δύο συμβασιούχων), οι οποίοι καλούνται να καλύψουν βάρδιες σε 24ωρη βάση.
Σε έναν απολογισμό που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών ο Δημήτρης Βρύσαλης, πρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων του ΠΑΓΝΗ, περιγράφει στο Documento το 2025 ως χρονιά λειτουργικής ασφυξίας για το ΠΑΓΝΗ: «Η χρονιά αυτή αφήνει πίσω της τσακισμένα νοσοκομεία, σμπαραλιασμένη πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, υγειονομικούς εξαντλημένους, εκατοντάδες παραιτήσεις, χιλιάδες χρωστούμενα ρεπό και άδειες, λίστες αναμονής για ραντεβού και χειρουργεία στα δημόσια νοσοκομεία, δυσθεώρητες πληρωμές για τους ασθενείς. Ολα αυτά βέβαια δεν τα έφερε ο… Αγιος Βασίλης, αλλά η πολιτική της κυβέρνησης, που, συνεχίζοντας το έργο των προηγούμενων, κόβει από τις κρατικές δαπάνες για την υγεία για να τα δώσει στην πολεμική οικονομία, αφήνοντας την ιδιωτική υγεία να θησαυρίζει από τον πόνο των ανθρώπων».
Σε αδιέξοδο και η βόρεια Ελλάδα
Το 2025 πέρασε χωρίς ουσιαστική αλλαγή και για τα δημόσια νοσοκομεία της βόρειας Ελλάδας. Στη Θράκη η υποστελέχωση παραμένει το κυρίαρχο πρόβλημα, με τις κενές οργανικές θέσεις να ξεπερνούν συνολικά το 30% και σε ορισμένες ειδικότητες να αγγίζουν το 40%.
Στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης από περίπου 950 οργανικές θέσεις περισσότερες από 250 παραμένουν ακάλυπτες, κυρίως σε νοσηλευτικό και διοικητικό προσωπικό, ενώ σοβαρά κενά καταγράφονται σε παθολόγους, αναισθησιολόγους και ακτινολόγους. Στα νοσοκομεία Κομοτηνής και Ξάνθης οι ελλείψεις στο νοσηλευτικό προσωπικό ξεπερνούν συνολικά τις 100 θέσεις, με αποτέλεσμα υπερεφημερεύσεις, μετακινήσεις και χιλιάδες οφειλόμενα ρεπό.
Στο Διδυμότειχο η αδυναμία κάλυψης των εφημεριών οδηγεί σε συχνές διακομιδές προς την Αλεξανδρούπολη, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο το σύστημα. Η εικόνα στα Κέντρα Υγείας δεν διαφέρει: σε αρκετές δομές υπηρετεί λιγότερο από το μισό προβλεπόμενο προσωπικό, μεταφέροντας την πίεση στα ήδη εξαντλημένα νοσοκομεία.
Ο Χάρης Στάμος, πρόεδρος της Ενωσης Ιατρών Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας Θράκης και γιατρός στο νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, δήλωσε στο Documento: «Για ακόμη μία χρονιά η εικόνα που έχουμε είναι απογοήτευση και ακύρωση προσδοκιών – όχι ότι πλέον είχαμε ιδιαίτερες προσδοκίες. Τα μείζονα προβλήματα που ταλαιπωρούν εδώ και χρόνια το ΕΣΥ είναι γνωστά και αλληλένδετα. Οι γιατροί του ΕΣΥ δεν έχουν τίποτα να περιμένουν πέρα από τον μισθό και την υπερωριακή εργασία τους. Και πολλοί κοιτούν “προς τα έξω”: είτε προς το εξωτερικό είτε προς τον ιδιωτικό τομέα. Οποιος έχει σχέση με την υγεία καταλαβαίνει ότι αυτή είναι η πραγματικότητα. Το επικοινωνιακό αφήγημα δεν αναιρεί το γεγονός ότι, ενώ μπορεί να υπάρχουν βελτιώσεις σε κτιριακές υποδομές μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, χωρίς ανθρώπινο δυναμικό οι δομές αυτές θα παραμένουν υποστελεχωμένες και θα υπολειτουργούν. Για ποιο σκοπό φτιάχνονται οι “ωραίες δομές” όταν δεν ενισχύονται οι άνθρωποι που τις κρατούν όρθιες;»
Νοσηλευόμενος γιατρός στις εφημερίες στη Ρόδο
Το νοσοκομείο της Ρόδου δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Η χρονιά έκλεισε χωρίς βελτίωση, με τις ελλείψεις να παραμένουν κανόνας. Η λειτουργία του υπονομεύεται από κραυγαλέες ελλείψεις: από τις 153 οργανικές θέσεις γιατρών καλύπτονται μόλις οι 83, ενώ στο νοσηλευτικό προσωπικό οι κενές θέσεις φτάνουν τις 272. Το κενό επιχειρείται να καλυφθεί με «μπλοκάκια» και εξαντλητικές υπερεφημερεύσεις, λύσεις πρόχειρες, ακριβές και επικίνδυνες, που δεν συνιστούν βιώσιμο σχέδιο για ένα νοσοκομείο πρώτης γραμμής σε νησί με αυξημένες ανάγκες.
Μέσα σε αυτό το κλίμα η επίσκεψη του υπουργού Υγείας Αδωνη Γεωργιάδη τον Αύγουστο του 2025 λειτούργησε ως εστία έντασης. Γιατροί και νοσηλευτές επιχείρησαν να μιλήσουν ανοιχτά για την καθημερινότητα στο υποστελεχωμένο νοσοκομείο, αλλά αντί για διάλογο βρέθηκαν αντιμέτωποι με φωνές και αυταρχισμό. Η κατάσταση ξέφυγε με τη διάδοση ότι «οι γιατροί έκλεισαν το νοσοκομείο», ενώ το σκηνικό κατέληξε σουρεαλιστικό: σεκιούριτι να απομακρύνουν γιατρούς από το αμφιθέατρο επειδή… μίλησαν.
Ο Γιάννης Ψαρομπάς, γενικός γραμματέας του Συλλόγου Νοσοκομειακών Ιατρών Ρόδου, αναφέρει σχετικά στο Documento: «Για μένα το συμπέρασμα της χρονιάς προκύπτει από την επίσκεψη του υπουργού στο νοσοκομείο. Αυτό που τους απασχολεί είναι η μιντιακή, επικοινωνιακή διαχείριση. Δεν υπήρχε διάθεση να ακουστούν τα προβλήματα. Η Αθήνα αντέχει ακόμη γιατί έχει εφεδρείες, αλλά η μεγαλύτερη εφεδρεία των μεγάλων πόλεων υγειονομικά είναι η περιφέρεια. Οταν καταρρεύσει η περιφέρεια, δεν θα αργήσουν να καταρρεύσουν και η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη. Αν η Ρόδος δεν μπορεί να διαχειρίζεται περιστατικά, οι αεροδιακομιδές θα γίνουν μονόδρομος και το βάρος θα μεταφερθεί σε άλλο νοσοκομείο. Προκηρύχθηκε μια θέση παθολόγου με την υπόσχεση ότι θα ακολουθήσουν άλλες δύο για να καλυφθούν κενά που άνοιξαν μέσα σε λίγους μήνες, ενώ τα προβλήματα είναι χρόνια. Την ίδια ώρα από τους τέσσερις μόνιμους παθολόγους που έχουν απομείνει οι τρεις εργάζονται με παρατάσεις, σε ηλικίες 68 και 69 ετών, καλούμενοι να σηκώνουν βάρος εφημεριών σε συνθήκες αιχμής – μια πρακτική που εκθέτει γιατρούς και ασθενείς. Συνάδελφος χειρουργός με σοβαρά προβλήματα υγείας νοσηλευόταν στο νοσοκομείο και παρ’ όλα αυτά εμφανιζόταν στο πρόγραμμα εφημεριών ως διαθέσιμος».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου