
Η Εύη Δρούτσα είναι το πιο τελευταίο κατά σειρά θύμα της σπείρας που δρα στα νότια προάστεια της Αττικής και αποσπά χρήματα παριστάνοντας τους υπαλλήλους της ΔΕΗ.
Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Η στιχουργός έπεσε θύμα των επιτήδειων οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν τις εκτεταμένες καταστροφές στη Γλυφάδα λόγω της βροχής και τις διακοπές ηλεκτροδότησης για να απλώσουν τα «δίχτυα» τους.
Διαβάστε πως περιγράφει η ίδια την περιπέτειά της το βράδυ της Πέμπτης.
«Περίμενα να ξημερώσει να πάρω τον Πάνο (Κατσαρίδη) τηλέφωνο. Έπρεπε να πάρω κάποιον δικό μου άνθρωπο. Δεν έχω δικούς μου ανθρώπους, έχω φίλους μόνο.
Όπως ξέρετε στη Γλυφάδα που μένω εγώ έχει γίνει ο χαμός. Με παίρνει λοιπόν μια κυρία Αγρινοπούλου Αναστασία, τομέας 4, εσωτερική βλαβών, και μου λέει ότι “αυτή τη στιγμή, αν δεν καθίσουμε κάποιες ώρες να φτιάξουμε το ηλεκτρικό σας, θα είσαστε στο σκοτάδι τέσσερις ημέρες”. Λέω “τι θέλετε να κάνω; “
Τέλος πάντων, για να μην στα πολυλογώ γιατί κι ο κόσμος θα βαρεθεί να ακούει, αλλά πρέπει να το ακούσει, μέσα σε όλα μου είπε: “Βγάλε από πάνω σου ό,τι έχεις και βάλε τα σε ασημόχαρτο”. Λέω “δηλαδή τι να βάλω σε ασημόχαρτο;” “Ό,τι χρυσαφικό έχεις κι ό,τι χρήματα. Πόσα χρήματά έχεις;”
Λέω “δεν θα σου πω και πόσα χρήματα έχω”. Λέει “τα χρήματα επάνω έχουν μια γραμμή ασημένια”. Λέω “το ξέρω”. “Αυτή η ασημένια γραμμή όμως εμποδίζει τη ΔΕΗ”. Λέω “η ασημένια γραμμή εμποδίζει τη ΔΕΗ;” Λέει “πόσα χρήματα έχεις;” Λέω “δεν θα σου πω πόσα χρήματα έχω, καλά – καλά δεν ξέρω κι εγώ, χθες πληρώθηκα απ’ την πνευματική ιδιοκτησία”.
Αφού πέρασε κάποια ώρα και με τυραννούσε, κάνε αυτό, κάνε εκείνο, λέει “πάρε το σκυλί στο χέρι σου αλλά βάλε τα όλα αυτά σε ένα ασημόχαρτο, τα ρολόγια μου, τα χρυσαφικά, τα ασημικά, τα λεφτά”. Λέω μας “έχω ένα πορτοφόλι”. “Και το πορτοφόλι” λέει. “Βάλε τα όλα στο ασημόχαρτο, έξω από την πόρτα, και βάλε από πάνω το χαλάκι”.
Λέω “και τι θα γίνει; Θα με κλέψουν”. “Όχι”, μου λέει, “δεν υπάρχει περίπτωση. Πρέπει να το κάνουμε για να τελειώσουμε με τον ΔΕΔΔΗΕ”. Αναβόσβηνε το φως, επί μιάμιση ώρα καθόμουν σαν τον μην πω τι κι αναβόσβηνε το φως.
Τα έβγαλα όλα. Είχα πληρωθεί κι είχα και λεφτά μέσα. Είχα γύρω στις 22.000.
Μου λέει εκείνη κάποια στιγμή “ωραία, τώρα τελειώσαμε”, αφού άναψα κι έσβησα τα φώτα. “Τώρα άνοιξε την πόρτα”. Ανοίγω την πόρτα και της λέω “δεν έχει τίποτα, έχουν εξαφανιστεί όλα”. “Θα έρθουν μου λέει, σε μια ώρα θα είναι εκεί”.
Με αφήσανε χωρίς ένα ευρώ να βγω από το σπίτι. Χωρίς ρολόι, χωρίς τίποτα. Και με ένα ψυγείο που ό,τι είχα μέσα έχει χαλάσει».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου