Κυριακή, Ιανουαρίου 11, 2026

Η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια υπαρξιακή απειλή – Κι αυτή δεν είναι η μετανάστευση Μεγάλη υστέρηση στην καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα απέναντι σε ΗΠΑ - Κίνα εντοπίζει ο κορυφαίος οικονομολόγος Νουριέλ Ρουμπινί.





AP
 
 


Η Νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ εμπεριέχει ένα σωστό και ένα λάθος σε ό,τι αφορά στην Ευρώπη: Όντως η ήπειρος απειλείται με «πολιτισμική διαγραφή», αλλά όχι εξαιτίας της μετανάστευσης και της «woke ατζέντας».
Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.

Η Ευρώπη, όπως σημειώνει σχετική ανάλυση του Νουριέλ Ρουμπινί στο Project Syndicate κινδυνεύει από τη δική της οικονομική και τεχνολογική οπισθοδρόμηση.


Υστερώντας στην αύξηση της παραγωγικότητας και χάνοντας την πρωτοπορία στην καινοτομία, η οποία πλέον συντελείται σε άλλες ηπείρους, η Ευρώπη πρέπει να αντιμετωπίσει τις διαρθρωτικές αδυναμίες της, αλλιώς κινδυνεύει να μείνει ακόμη πιο πίσω.
Τι και δεν φταίει

Η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του Τραμπ έχει λανθασμένη αξιολόγηση της Ευρώπης, η οποία θεωρείται ο πιο αξιόπιστος σύμμαχος των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με την τρέχουσα άποψη του Λευκού Οίκου, η ανεξέλεγκτη μετανάστευση και η γκάμα της πολιτικής που χλευάζεται από την αμερικανική και ευρωπαϊκή ακροδεξιά ως «woke», θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε «διαγραφή του πολιτισμού» μέσα σε λίγες δεκαετίες.

Αυτό το επιχείρημα βασίζεται σε μια θεμελιωδώς εσφαλμένη ερμηνεία της τρέχουσας δύσκολης κατάστασης της Ευρώπης. Ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει υπαρξιακή απειλή, αυτή έχει ελάχιστη σχέση με τη μετανάστευση ή την πολιτιστική πολιτική. Στην πραγματικότητα, το ποσοστό των κατοίκων που έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ελαφρώς υψηλότερο από ό,τι στην Ευρώπη.







Η πραγματική απειλή που αντιμετωπίζει η Ευρώπη έγκειται στην οικονομική και τεχνολογική της υστέρηση:Μεταξύ 2008 και 2023, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 87% στις ΗΠΑ, σε σύγκριση με μόλις 13,5% στην ΕΕ.
Κατά την ίδια περίοδο, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της ΕΕ μειώθηκε από 76,5% του επιπέδου των ΗΠΑ σε 50%.

Ακόμη και η φτωχότερη πολιτεία των ΗΠΑ – το Μισισιπή – έχει υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα από αυτό αρκετών μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας , της Ιταλίας και του μέσου όρου της ΕΕ .
Υστερώντας… παντού

Αυτό το διευρυνόμενο οικονομικό χάσμα δεν μπορεί να εξηγηθεί από δημογραφικά στοιχεία. Αντίθετα, αντικατοπτρίζει την ισχυρότερη αύξηση της παραγωγικότητας στις ΗΠΑ, κυρίως λόγω της τεχνολογικής καινοτομίας και της υψηλότερης συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής.

Σήμερα, περίπου οι μισές από τις 50 μεγαλύτερες εταιρείες τεχνολογίας στον κόσμο είναι αμερικανικές, ενώ μόνο τέσσερις είναι ευρωπαϊκές .

Τις τελευταίες πέντε δεκαετίες, 241 αμερικανικές εταιρείες έχουν εξελιχθεί από νεοσύστατες επιχειρήσεις σε εταιρείες με κεφαλαιοποίηση αγοράς τουλάχιστον 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σε σύγκριση με μόλις 14 στην Ευρώπη.


Αυτές οι τάσεις εγείρουν ένα κρίσιμο ερώτημα: Ποιες χώρες θα ηγηθούν των βιομηχανιών του μέλλοντος και πού εντάσσεται η Ευρώπη;

Ο αγώνας για την τεχνολογική ηγεσία εκτείνεται πλέον σε ένα ευρύ φάσμα τομέων, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη και η μηχανική μάθηση, ο σχεδιασμός και η παραγωγή ημιαγωγών, η ρομποτική, η κβαντική υπολογιστική, η ενέργεια σύντηξης, η χρηματοοικονομική τεχνολογία και οι αμυντικές τεχνολογίες. Η Ευρώπη εισέρχεται σε αυτή την «κούρσα» από σαφώς μειονεκτική θέση.

Το αν οι ΗΠΑ ή η Κίνα ηγούνται σήμερα των βιομηχανιών του μέλλοντος παραμένει ανοιχτό, αλλά οι περισσότεροι παρατηρητές συμφωνούν ότι ουσιαστικά πρόκειται για μια κούρσα δύο αλόγων, με την Αμερική να εξακολουθεί να προηγείται σε αρκετούς βασικούς τομείς.
Τεχνολογικό χάσμα

Πέρα από αυτό, η καινοτομία επικεντρώνεται σε χώρες όπως η Ιαπωνία, η Ταϊβάν, η Νότια Κορέα, η Ινδία και το Ισραήλ. Στην Ευρώπη, αντίθετα, οι καινοτόμες δραστηριότητες περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ελβετία, με δύο από αυτά τα κράτη να μην είναι καν μέλη της ΕΕ.

Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι, ενώ οι ΗΠΑ και η Κίνα κυριαρχούν στις παγκόσμιες τεχνολογικές κατατάξεις, η Ευρώπη βρίσκεται μακριά από την κορυφή.


Και οι προοπτικές δεν είναι καθόλου καθησυχαστικές, δεδομένου ότι το επόμενο κύμα καινοτομίας αναμένεται να είναι πιο ανατρεπτικό από οτιδήποτε έχουμε δει τον τελευταίο μισό αιώνα.

Το τεχνολογικό χάσμα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης μπορεί να αποδοθεί σε διάφορους παράγοντες.Πρώτον, οι ΗΠΑ διαθέτουν ένα πολύ βαθύτερο και πιο δυναμικό «οικοσύστημα» για τη χρηματοδότηση νεοσύστατων επιχειρήσεων, ενώ η Ευρώπη εξακολουθεί να μην διαθέτει μια πραγματική ένωση κεφαλαιαγορών, γεγονός που περιορίζει την κλίμακα και την ταχύτητα με την οποία μπορούν να αναπτυχθούν οι νέες επιχειρήσεις.
Δεύτερον, η Ευρώπη παρεμποδίζεται από υπερβολική και κατακερματισμένο νομικό – θεσμικό ρυθμιστικό πλαίσιο. Μια νεοσύστατη επιχείρηση στις ΗΠΑ μπορεί να λανσάρει ένα προϊόν βάσει ενός ενιαίου κανονιστικού πλαισίου και να έχει άμεση πρόσβαση σε μια αγορά άνω των 330 εκατομμυρίων καταναλωτών. Η ΕΕ έχει πληθυσμό περίπου 450 εκατομμυρίων, αλλά παραμένει διαιρεμένη μεταξύ 27 εθνικών κανονιστικών καθεστώτων. Μια ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δείχνει ότι τα εμπόδια στην εσωτερική αγορά στην ΕΕ λειτουργούν ως δασμοί, περίπου 44% για τα αγαθά και 110% για τις υπηρεσίες, πολύ υψηλότεροι από τα επίπεδα δασμών που επιβάλλουν οι ΗΠΑ στις περισσότερες εισαγωγές.
Τρίτον, οι πολιτισμικές αντιλήψεις απέναντι στην ανάληψη κινδύνων διαφέρουν σημαντικά. Μέχρι σχετικά πρόσφατα, ένας αποτυχημένος επιχειρηματίας σε ορισμένες χώρες της ΕΕ (όπως η Ιταλία) μπορούσε να αντιμετωπίσει ποινικές κυρώσεις, ενώ στις ΗΠΑ, ένας ιδρυτής τεχνολογικής εταιρείας που δεν έχει αποτύχει ποτέ θεωρείται συχνά ως υπερβολικά risk-averse (σσ: «αποστροφή κινδύνου», οικονομικός όρος που περιγράφει την τάση των ανθρώπων να προτιμούν αποτελέσματα με χαμηλή αβεβαιότητα από εκείνα με υψηλή αβεβαιότητα, ακόμη και αν το μέσο αποτέλεσμα της τελευταίας είναι ίσο ή υψηλότερο σε χρηματική αξία από το πιο βέβαιο αποτέλεσμα).
Τέταρτον, οι ΗΠΑ επωφελούνται από ένα βαθιά ολοκληρωμένο ακαδημαϊκό – στρατιωτικό -βιομηχανικό σύμπλεγμα, ενώ η χρόνια υποχρηματοδότηση της Ευρώπης στην άμυνα έχει αποδυναμώσει την ικανότητά της για καινοτομία. Τεχνολογικοί ηγέτες όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα, το Ισραήλ και, πιο πρόσφατα, η Ουκρανία δαπανούν μεγάλα ποσά για την άμυνα, με την στρατιωτική έρευνα να παράγει συχνά τεχνολογίες που έχουν πολιτικές εφαρμογές.
Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία

Παρά ταύτα, πολλοί Ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες συνεχίζουν να παρουσιάζουν τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες ως μια «ανταλλαγή» μεταξύ ασφάλειας και κοινωνικής πρόνοιας, δηλαδή ως αντιθετικά στοιχεία.

Στην πραγματικότητα, η free-riding* εκμετάλλευση των αμυντικών δαπανών των ΗΠΑ από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έχει περιορίσει το είδος της καινοτομίας που θα μπορούσε να είχε δημιουργήσει, μέσω της υψηλότερης παραγωγικότητας.

Παραδόξως, η διατήρηση του κοινωνικού μοντέλου της Ευρώπης θα απαιτήσει μεγαλύτερες επενδύσεις στην άμυνα, ξεκινώντας με την επίτευξη του νέου στόχου δαπανών του ΝΑΤΟ, ύψους 3,5% του ΑΕΠ.


Εάν η Ευρώπη επιτρέψει στην τεχνολογική της υστέρηση να αυξηθεί τις επόμενες δεκαετίες, κινδυνεύει με παρατεταμένη στασιμότητα και συνεχιζόμενη οικονομική παρακμή σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα.

Υπάρχουν, ωστόσο, λόγοι για συγκρατημένη αισιοδοξία. Γνωρίζοντας όλο και περισσότερο ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια υπαρξιακή πρόκληση, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν αρχίσει να προωθούν σοβαρές προτάσεις μεταρρυθμίσεων. Τα πιο αξιοσημείωτα παραδείγματα είναι οι δύο σημαντικές εκθέσεις του 2024 για την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ και την ενιαία αγορά από τους πρώην πρωθυπουργούς της Ιταλίας, Μάριο Ντράγκι και Ενρίκο Λέτα , αντίστοιχα.

Η Ευρώπη διατηρεί επίσης σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως ανθρώπινο κεφάλαιο υψηλής ποιότητας, εξαιρετικά εκπαιδευτικά συστήματα και ερευνητικά ιδρύματα παγκόσμιας κλάσης. Με τα κατάλληλα κίνητρα και τις κανονιστικές μεταρρυθμίσεις, αυτά τα περιουσιακά στοιχεία θα μπορούσαν να υποστηρίξουν πολύ υψηλότερα επίπεδα εμπορικής καινοτομίας. Με ένα καλύτερο περιβάλλον για την επιχειρηματικότητα, το υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα της Ευρώπης, η μεγάλη εσωτερική αγορά και τα αυξημένα ποσοστά αποταμίευσης θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην απελευθέρωση ενός κύματος επενδύσεων.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι, ακόμη και αν η Ευρώπη δεν ηγηθεί ποτέ στις τεχνολογίες αιχμής, θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά την παραγωγικότητα υιοθετώντας και προσαρμόζοντας τις αμερικανικές και κινεζικές καινοτομίες. Πολλές από αυτές τις τεχνολογίες είναι γενικής χρήσης, ωφελώντας τόσο τους υιοθετούντες όσο και τους πρωτοπόρους.

Όλα αυτά φέρνουν την Ευρώπη σε ένα σημείο καμπής. Όπως παρατήρησε ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ , η πτώχευση συμβαίνει «σταδιακά και μετά ξαφνικά». Μέχρι στιγμής, η τεχνολογική παρακμή της Ευρώπης ήταν σταδιακή. Αλλά αν δεν καταφέρει να αντιμετωπίσει τις διαρθρωτικές της αδυναμίες, η σημερινή αργή διάβρωση θα μπορούσε να δώσει τη θέση της σε μια ξαφνική και μη αναστρέψιμη απώλεια οικονομικής σημασίας.


* free-rider problem: πρόβλημα του λαθρεπιβάτη. Οικονομικό και πολιτικό φαινόμενο που απασχολεί τις κοινωνικές επιστήμες. Προκύπτει από το γεγονός ότι κάποιοι επωφελούνται από πόρους, δημόσια αγαθά ή υπηρεσίες χωρίς να συνεισφέρουν με το μερίδιό που τους αναλογεί. Αποτελεί μια παραβατική συμπεριφορά, που είναι συνηθισμένη με αγαθά που δεν μπορούν να αποκλειστούν, όπως τα δημόσια και τα κοινά αγαθά. Όταν δεν υπάρχουν κατάλληλοι θεσμικοί κανόνες για την βιώσιμη διαχείριση ενός αγαθού ή αυτοί δεν εφαρμόζονται, καθένας έχει το κίνητρο να μη συνεισφέρει στην κοινή προσπάθεια, αλλά να λειτουργήσει εις βάρος των άλλων. Όταν όλοι συμπεριφέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν παράγεται το συλλογικό όφελος, ενώ όταν κάποιοι συμπεριφέρονται με κριτήριο το συλλογικό συμφέρον και κάποιοι με ατομικά κριτήρια, το συλλογικό όφελος που θα παραχθεί δεν θα είναι το βέλτιστο δυνατό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου