Τετάρτη, Φεβρουαρίου 18, 2026

Η «χρυσή φούσκα» των τραπεζών και των μετόχων τους (κέρδη 16,5 δισ. την τετραετία) έτοιμη να σκάσει με κρότο

 
Οι μέτοχοι έβγαλαν 5,1 δισ. την περίοδο 2022-25 και τα περισσότερα πήγαν στο εξωτερικό. Γιατί το πάρτι με τις τράπεζες τελειώνει.
 
 
 


Ρωγμές στο αφήγημα των «μεγάλων επιτυχιών» των τραπεζικών διοικήσεων που στήριξε την άνοδο των μετοχών του κλάδου τα τελευταία χρόνια παρουσιάζονται καθώς οι συστημικές τράπεζες ετοιμάζονται να ανακοινώσουν τα οικονομικά αποτελέσματα της περασμένης χρονιάς.
Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.

Τις επόμενες ημέρες οι τέσσερις συστημικές τράπεζες αναμένεται να ανακοινώσουν ότι για το 2025 είχαν συνολικά κέρδη περί τα 5 δισ. ευρώ, σύμφωνα με πληροφορίες, από τα οποία θα μοιράσουν σχεδόν τα μισά – 2,35 δισ. ευρώ- στους μετόχους.


Οι ανακοινώσεις κερδών θα περιλαμβάνουν και τριετή επενδυτικά πλάνα, τα οποία αναμένεται να «ζωγραφίσουν» μια φιλόδοξη και ειδυλλιακή εικόνα, με σχέδια για εξαγορές, κυρίως ασφαλιστικών και επενδυτικών εταιρειών, καθώς και επέκταση σε νέες αγορές.

Πίσω από τις ανακοινώσεις και τα φιλόδοξα σχέδια, κρύβεται η ψυχρή πραγματικότητα, που είναι ότι το μοντέλο της τραπεζικής ανάπτυξης που παράγει υπερκέρδη σε βάρος των φορολογουμένων και των καταθετών, με κρατικές εγγυήσεις και δημόσια στήριξη από δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, φτάνει στα όριά του.

Με το μοντέλο αυτό οι τέσσερις συστημικές τράπεζες (Εθνική, Πειραιώς, Eurobank και Alpha Bank) παρήγαγαν κέρδη 16,5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2022-2025, ενώ για το διάστημα αυτό θα έχουν μοιράσει συνολικά στους μετόχους περί τα 5,1 δισ. ευρώ (με μερίσματα και επαναγορές μετοχών, που είναι και φορολογικά ευνοϊκότερες για τους ξένους μετόχους).

Επειδή, όμως, τα κέρδη από τις πηγές αυτές τελειώνουν, ετοιμάζονται να παρουσιάσουν μεγαλεπήβολα σχέδια για εξαγορές, κυρίως ασφαλιστικών και επενδυτικών εταιρειών, με στόχο να αγοράσουν «έτοιμους» τζίρους και έσοδα από προμήθειες σε ασφάλειες, επενδυτικά προϊόντα, αμοιβαία κεφάλαια κ.ά. και να συντηρήσουν, έτσι, τα έσοδά τους, τα οποία σε διαφορετική περίπτωση θα υποστούν πλήγμα.


Εάν δεν καταφέρουν να προσθέσουν έσοδα από τραπεζοασφαλιστικές και επενδυτικές εργασίες, αποκτώντας εταιρείες από τους αντίστοιχους κλάδους, είναι πολύ αμφίβολο ότι οι συστημικές τράπεζες θα μπορέσουν να παρουσιάσουν ανάλογη αύξηση εσόδων και κερδών και για το 2026.

Για το 2025, για παράδειγμα, οι συστημικές τράπεζες πέτυχαν σημαντική αύξηση των νέων δανείων, που ανήλθαν σε περίπου 14 δισ. ευρώ συνολικά για το 2025.

Οι τραπεζίτες «πανηγυρίζουν» επειδή με τα έσοδα από τα δάνεια αυτά κατάφεραν να υπερκαλύψουν απώλειες που είχαν στα εύκολα έσοδα από τόκους με τα οποία γέμιζαν τα ταμεία τους μέχρι και το 2024. Μέχρι τότε οι τράπεζες πλήρωναν τόκους-ψίχουλα για τις καταθέσεις στους πελάτες, αλλά χρησιμοποιούσαν τα χρήματα για να εισπράττουν οι ίδιες υψηλούς τόκους από τους ειδικούς λογαριασμούς overnight της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Με τη μείωση των επιτοκίων από την ΕΚΤ οι τράπεζες έχασαν αυτήν την πηγή εύκολων εσόδων, αλλά η αύξηση του δανεισμού το 2025 προσέφερε ένα σημαντικό αντιστάθμισμα.

Η αλήθεια όμως είναι ότι μεγάλο μέρος από τα χρήματα των νέων δανείων που συντηρούν την τραπεζική κερδοφορία συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης, που επιδοτεί και εγγυάται τα δάνεια που εντάσσονται σε επενδυτικά προγράμματα.


Το πρόβλημα για τις τράπεζες είναι ότι το Ταμείο Ανάκαμψης τελειώνει και μαζί του τελειώνουν και τα εύκολα δάνεια που τροφοδοτούν τα τραπεζικά κέρδη.

Διότι πέραν των επιχειρηματικών αυτών δανείων, τα υπόλοιπα δάνεια προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά δίνονται με το σταγονόμετρο, αφού τα κριτήρια χορήγησης είναι δρακόντεια και στην ουσία δάνειο μπορεί να πάρει μόνο όποιος… δεν το χρειάζεται.

Το Ταμείο Ανάκαμψης, στο οποίο ποντάρουν οι τράπεζες και για τα κέρδη του 2026 ολοκληρώνεται τον επόμενο Αύγουστο και, παρόλο που υπάρχουν «ουρές» οι οποίες θα συνεχίσουν τα επόμενα δύο χρόνια, είναι βέβαιο -και το ξέρουν οι ίδιοι οι τραπεζίτες και οι αναλυτές που τους παρακολουθούν- ότι αποκλείεται να υπάρξει ξανά τέτοια αύξηση χορηγήσεων, η οποία θα μπορούσε να στηρίξει νέα αύξηση κερδών.
Ζήτημα επιβίωσης η εύρεση νέων πηγών εσόδων

Η εύρεση νέων πηγών εσόδων και κερδών είναι ζήτημα επιβίωσης για τις τραπεζικές διοικήσεις, διότι είναι πλέον ο μόνος δρόμος για να συντηρήσουν τα κέρδη και να ικανοποιήσουν τους ξένους μετόχους οι οποίοι είναι οι κύριοι ωφελούμενοι από την τραπεζική φούσκα που οικοδομήθηκε με εγγύηση του Ελληνικού κράτους, με δαπάνες των Ελλήνων φορολογουμένων και επί ζημία των Ελλήνων καταθετών.

Τα περισσότερα από τα χρήματα που διανέμονται από τα κέρδη φεύγουν στο εξωτερικό, καθώς τα τέσσερα τελευταία χρόνια οι θέσεις των ξένων επενδυτών και των funds στις τραπεζικές μετοχές διευρύνονται, ενώ ανακυκλώνονται και οι θετικές εκθέσεις και αναλύσεις οι οποίες παρουσιάζουν μια «ειδυλλιακή» εικόνα ανάπτυξης και κερδοφορίας.


Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι τιμές των τραπεζικών μετοχών έχουν σχεδόν τετραπλασιαστεί (άνοδος 360% του τραπεζικού δείκτη από το 2022), ενώ η πλειονότητα των ξένων αναλυτών ανακυκλώνει διαρκώς θετικές συστάσεις για τις τραπεζικές μετοχές.

Η πτώση που καταγράφεται τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή υποτίθεται την απόφαση του Αρείου Πάγου για τον νόμο Κατσέλη, δεν αποκλείεται να αποδειχθεί και ένα κερδοσκοπικό γύρισμα, λίγο πριν την ανακοίνωση των υψηλών κερδών για το 2025.

Η πραγματική εικόνα, όμως, όπως γνωρίζουν όλοι στην τραπεζική αγορά είναι ότι αυτή η ανοδική πορεία και η κερδοφορία που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια οφείλεται στην ουσία σε μια σειρά από παθογένειες και σε μια σειρά από καταχρηστικές πρακτικές οι οποίες ισοδυναμούν με επιδότηση των συστημικών τραπεζών από το Κράτος, τους φορολογούμενους και από τους καταναλωτές.

Κι αυτό μάλιστα, συνέβη ακριβώς πάνω στην περίοδο που η κρίση του πληθωρισμού διάβρωσε τα εισοδήματα των πολιτών, ενώ την ίδια στιγμή ήταν ο μηχανισμός μέσα από τον οποίο συσσωρεύτηκαν τα τραπεζικά υπερ-κέρδη.

Από τα τέλη του 2022 και μέχρι το μεγαλύτερο μέρος του 2024, που εκτοξεύτηκαν τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οι ελληνικές συστημικές τράπεζες καθήλωσαν τα επιτόκια καταθέσεων, κοντά στο μηδέν, και εκμεταλεύονταν τα χρήματα των καταθετών τοποθετώντας τα σε υψηλότοκες δικές τους καταθέσεις «διευκόλυνσης» στην ΕΚΤ. Πλήρωναν δηλαδή ψίχουλα στους καταθέτες και εισέπρατταν οι ίδιες πολλαπλάσιους τόκους από την ΕΚΤ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου