Τα ονοματεπώνυμα όπως τα παραθέτει στο βιβλίο του ο γιατρός του στρατοπέδου του Χαϊδαρίου Αντώνης Ι. Φλούντζης – Συγκλονιστικές λεπτομέρειες από τις τελευταίες στιγμές τους, φωτογραφίες Ελλήνων που εκτελέστηκαν

Ένα πολύ σπάνιο πλέον βιβλίο, το «Χαϊδάρι – ΚΑΣΤΡΟ ΚΑΙ ΒΩΜΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ» (το «Χ» στον τίτλο του βιβλίου έχει αντικατασταθεί από έναν αγκυλωτό σταυρό), του Αντώνη Ι. Φλούντζη, γιατρού του στρατοπέδου (Β’ Έκδοση, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, 1986) περιέχει σημαντικές και άγνωστες πληροφορίες για όσους εκτελέστηκαν στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944.


Παραθέτουμε σήμερα τα ονόματα και των 200 που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή, όπως τα έχει καταγράψει ο Φλούντζης, ο οποίος επίσης δίνει και πρόσθετες πληροφορίες, κυρίως για το αν οι 200 προέρχονταν από την Ακροναυπλία ή την Ανάφη, για τα σημειώματα που έγραψαν στη διαδρομή προς το Σκοπευτήριο και παραθέτει συγκλονιστικές μαρτυρίες ανθρώπων που είδαν τις εκτελέσεις. Τέλος, σύμφωνα με μαρτυρίες ανθρώπων που είχαν αναλάβει το μακάβριο έργο της ταφής τους, κάποιοι πιθανότατα ήταν ακόμα ζωντανοί όταν θάφτηκαν!






Τα τελευταία σημειώματα
Στον δρόμο προς το Σκοπευτήριο, ορισμένοι από τους 200 έγραψαν πολλά σημειώματα, πάνω σε χαρτάκια, κομμάτια από ύφασμα, όπως μαντίλια κ.ά. Μερικά βρέθηκαν μέσα στα πράγματά τους. Ο Φλούντζης παραθέτει μερικά από αυτά:
«Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος». Ν. Μαριακάκης, Γεωπόνος, Χανιά Κρήτης, 1-5-1944, Όποιος το βρει να μην το καταστρέψει»


«Πρωτομαγιά. Γεια σας όλοι. Πάμε στη μάχη. Κώστας Τσίρκας» 1-5-44.
(Ένα από τα τρία σημειώματα που άφησε ο Ηπειρώτης δάσκαλος Κώστας Τσίρκας)


«Χαίρετε φίλοι. Εκδίκηση. Μάνα μη λυπάσαι. Χαίρε μάνα.
Δημήτρης Σόφης»
«Δεν σας ξέχασα ποτές. Για σας και τον Ελληνικό λαό έδωσα και τη ζωή μου. Σήμερα 1η Μάη 1944. Σας φιλώ για τελευταία φορά. Α(πόστολος) Βαγενάς».
Ένα από τα τρία σημειώματα του Ναπολέοντα Σουκατζίδη:
«Πατερούλη. Πάω για εκτέλεση. Να’ σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου. Ν’ αγαπάς, να λατρεύεις την κορούλα σου (εννοεί την αρραβωνιαστικιά του Χαρά Λιουδάκη) και την αδελφούλα μου. Κ’ οι δύο μεγάλοι άνθρωποι. Γεια. Γεια πατερούλη. Ναπολέων».

Ο Λευτέρης Αναστασιάδης, δικηγόρος, ανάπηρος του αλβανικού έπους, ακρωτηριασμένος και από τα δύο πόδια έγραψε πάνω στο ξύλινο πόδι του πριν τους εκτελέσουν
«Ειδοποιήστε τη χήρα μητέρα μου, Κατίνα Αναστασιάδου, οδός Λομβάρδου 2, Αθήναι, ότι πεθαίνω για την Ελλάδα μας».
Τέλος, ο Σπήλιος Ανεμογιάννης έγραψε σ’ ένα ρούχο του:
«Έτσι πεθαίνουν οι άξιοι Έλληνες. Πεθαίνω περήφανος. Ζήτω η λευτεριά. Διαβάτη Έλληνα, το ρούχο τούτο να το πας στην παραπάνω διεύθυνση. Είναι η στερνή επιθυμία ενός ανθρώπου, που ξέρει να πεθαίνει για τη λευτεριά. Ζήτω ο ελληνικός λαός. Σπήλιος Αμπελογιάννης».

Συγκλονιστικές μαρτυρίες ανθρώπων που είδαν τις εκτελέσεις
Πληροφορίες στον Φλούντζη για τους 200 έδωσαν ο Μιχάλης Βασιλείου, από την Καισαριανή, οκτώ ετών το 1944, φανατικός ερευνητής και συλλέκτης στοιχείων για την Εθνική Αντίσταση, ο Σπύρος Δημητρίου, 90 χρονών το 1983, υπάλληλος του Δήμου Καισαριανής το 1944, που βρισκόταν στον χώρο της εκτέλεσης και μαζί με άλλους εργάτες μετέφεραν τους νεκρούς στα αυτοκίνητα καθαριότητας του Δήμου Αθηναίων(πριν τα γνωστά μας σήμερα απορριμματοφόρα, η αποκομιδή των σκουπιδιών γινόταν από φορτηγά) και ο Γιώργος Σιδέρης, μέλος του Εφεδρικού ΕΛΑΣ, που παρακολουθούσε την τραγική διαδικασία από το γειτονικό βουνό Αράπης (Κορέα σήμερα). Τα βασικότερα στοιχεία από τις αφηγήσεις είναι τα εξής:
Οι 200 έφτασαν το πρωί (πιθανότατα γύρω στις 10). Οι εκτελέσεις καθυστερούσαν, γιατί ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός έκανε τις ύστατες προσπάθειες να τους σώσει, μάταια όμως. Οι κρατούμενοι οδηγούνταν στον χώρο της εκτέλεσης ανά εικοσάδες. Το εκτελεστικό απόσπασμα αποτελούνταν από 15-20 Γερμανούς, με επικεφαλής τον Καρλ Όφμαν, γνώστη της ελληνικής γλώσσας, ο οποίος είχε υπηρετήσει στη Σμύρνη το 1922.
Μέσα στο Σκοπευτήριο, έξω βέβαια από τον χώρο των εκτελέσεων βρίσκονταν ο Διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος Παγκρατίου Κανελλόπουλος, σαν «ανώτερος» της περιοχής. Στο χέρι του είχε περιβραχιόνιο με τον αγκυλωτό σταυρό. Βρίσκονταν επίσης οι εργάτες του Δήμου Καισαριανής. Τους 200, τους εκτέλεσαν με πολυβόλα που ήταν στημένα σε 4 βάσεις και με οπλοπολυβόλα. Ένας αξιωματικός διέτασσε «πυρ» και πυροβολούσε πρώτος. Αυτός έδινε και τη χαριστική βολή στον εγκέφαλο των θυμάτων.
Πριν μπουν στον χώρο της εκτέλεσης, ένας αξιωματικός της Αστυνομίας τους έλεγε να βγάλουν τα ρούχα τους και να βάλουν σε αυτά ένα σημείωμα με τη διεύθυνσή τους. Όλα αυτά, δόθηκαν στην Αρχιεπισκοπή. Οι μελλοθάνατοι φώναζαν: «Ζήτω η Ελλάδα», «Ζήτω η Λευτεριά», «Ζήτω ο Κόκκινος Στρατός», σύμφωνα με τη Μέλπω Αξιώτη και τραγουδούσαν το «Μαύρη είν’ η νύχτα στα βουνά» και τον Εθνικό Ύμνο. Όλα αυτά τα αφηγήθηκε ο Σπύρος Δημητρίου, που έδωσε και μία πληροφορία για την ελεεινή, απάνθρωπη και αχαρακτήριστη συμπεριφορά των ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας: «Οι ταγματασφαλίτες ήρθαν αργότερα με δύο αυτοκίνητα. Κατέλαβαν θέσεις γύρω από το Σκοπευτήριο. Κατά τη μεταφορά των νεκρών από μας με τα φορεία πλησίαζαν κι άρπαζαν τα παπούτσια τους (!). Στον χώρο των εκτελέσεων δεν μπήκε κανείς τους».
Ο Γιώργος Σιδέρης, μέλος του Εφεδρικού ΕΛΑΣ που παρακολούθησε τις εκτελέσεις από γειτονικό ύψωμα, ανέφερε στον Φλούντζη και τα εξής: «Το εκτελεστικό απόσπασμα ήταν 15-20. Στην αρχή δεν τους στήνανε στη σειρά. Τους αμολάγανε σαν αρνιά στον χώρο και τους θερίζανε με μυδράλια. Αυτό έγινε μονάχα στις δύο πρώτες παρτίδες. Αλλά, όπως λέχτηκε, ο Γερμανός Λοχαγός συγκινήθηκε, έκλαψε και διέταξε να σταματήσει αυτός ο τρόπος εκτέλεσης. Από εκεί και πέρα τους έστηναν ανά 15… Οι Γερμανοί δεν συνόδευαν τα αυτοκίνητα (ενν. τα φορτηγά με τους νεκρούς). Τα συνόδευαν οι ταγματαλήτες (έτσι τους αναφέρει). Αυτοί ήρθαν με δύο αυτοκίνητα στις 4 η ώρα και κύκλωσαν το μέρος. Φώναζαν και πυροβολούσαν γυναίκες που πέταγαν λουλούδια στην οδό Σκοπευτηρίου πάνω στα αίματα που έτρεχαν από τ’ αυτοκίνητα.
- Μπείτε μέσα μωρές που@@@ες! Έλεγαν και πυροβολούσαν».


Η μεταφορά των 200 στο Γ’ Νεκροταφείο
Τα αυτοκίνητα του Δήμου που μετέφεραν τους νεκρούς ήταν τέσσερα. Καθένα μετέφερε 50 πτώματα. Ακολούθησαν τη διαδρομή: Φορμίωνος και Υμηττού, όπου για λίγο σταμάτησαν και ο δρόμος γέμισε αίματα, κατευθύνθηκαν προς την Ακρόπολη και έπειτα μέσω των οδών Ερμού, Πειραιώς και Πέτρου Ράλλη, στο Γ’ Νεκροταφείο (Νίκαια). Ο κόσμος έραινε τους ματωμένους δρόμους με λουλούδια. Οι νεκροθάφτες και οι άλλοι υπάλληλοι του Γ’ Νεκροταφείου είχαν λάβει από την προηγούμενη (30/4) εντολή, να σκάψουν 8 σειρές με 25 τάφους η καθεμία, συνολικά 200 τάφους, στο ΒΔ μέρος του νεκροταφείου. Φαίνεται, δυστυχώς, ότι κάποιοι θάφτηκαν ζωντανοί. Όπως αφηγήθηκαν πριν από 40+ χρόνια άνθρωποι που συμμετείχαν στις ταφές: «Τους μετέφεραν με φορτηγά αυτοκίνητα. Όλοι ήταν ντυμένοι. Τα αίματα έτρεχαν από τα αυτοκίνητα. Μερικοί έδιναν την εντύπωση ότι ανέπνεαν».
Ένας άλλος εργάτης είπε: «Κάποια στιγμή άκουσα ελαφρά βογκητά. Οι Γερμανοί όμως, με τα όπλα τους και τις αγριοφωνές τους μας έσπρωχναν, μας χτυπούσαν και μας ανάγκαζαν να δουλεύουμε βιαστικά για να τελειώνουμε γρήγορα – γρήγορα με την ταφή. Τους θάψαμε ντυμένους στους ατομικούς τάφους, χωρίς να ξέρουμε τα ονόματά τους»… Συνεπώς, κάποιοι ίσως ήταν ακόμα ζωντανοί όταν μεταφέρθηκαν στο Γ’ Νεκροταφείο.
Η συμπεριφορά των Γερμανών δεν άφησε όμως κανένα περιθώριο στους εργάτες για να κάνουν κάτι… Η λέξη «Ούννοι» που χρησιμοποιείται ευρέως σε βιβλία που κυκλοφόρησαν μετά τον Β’ ΠΠ για τους Γερμανούς, δεν ήταν τυχαία…


Τα ρούχα των νεκρών στην Αρχιεπισκοπή – Τραγικές ιστορίες
Η Ιωάννα Τσάτσου γράφει ότι η Αρχιεπισκοπή ειδοποιήθηκε το πρωί της 1/5/1944, να στείλει ένα φορτηγό να παραλάβει τα ρούχα των εκτελεσθέντων. Το μεσημέρι, το φορτηγό επέστρεψε με τα ρούχα των νεκρών. Όλο το απόγευμα και την επόμενη ημέρα, έγινε προσπάθεια να ταυτοποιηθούν κάποιοι, από σημειώματα στα ρούχα τους ή άλλα στοιχεία. Αλλόφρονες οι συγγενείς των νεκρών έσπευδαν σε μια αποθήκη, στην οδό Απόλλωνος 2 για να αναγνωρίσουν κάποιο ρούχο τους. Μια μητέρα από την Πεντέλη αναγνώρισε το σακάκι του γιου της. Το πήρε στην αγκαλιά της και άρχισε να κλαίει. Τα μάτια της πήγαν τυχαία και σε κάποια άλλα ρούχα. Αυτά ανήκαν στον μικρότερο γιο της. Λιποθύμησε και την έβγαλαν αναίσθητη έξω από τη μικρή αποθήκη. Μια άλλη μητέρα είδε τα ρούχα του γιου της και πίστεψε ότι το παιδί της ήταν νεκρό. Τελικά, αποδείχτηκε ότι ο γιος της ζούσε. Είχε δανείσει τα ρούχα του σ’ έναν φίλο του, που εκτελέστηκε τη μαύρη, για όλη την Ελλάδα, Πρωτομαγιά του 1944…
Τέλος, όταν κάποιες γυναίκες πήγαν να πάρουν τα ρούχα του Σουκατζίδη και του Βαρθολομαίου, μέσα σε αυτά υπήρχαν και δύο μαστίγια που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί για τους κρατούμενους και τα άφησαν στον ίδιο χώρο. Εκεί βρίσκονταν δύο στρατιώτες που πέταξαν τα μαστίγια στα ρούχα. Ο ένας δεν είπε τίποτα. Ο άλλος, που γνώριζε ελληνικά και ήταν μάλλον Αυστριακός είπε: « Γι’ αυτούς τους ανθρώπους τα είχαμε αυτά; Ντρέπομαι»…

Πηγή: ΑΝΤΩΝΗ ΦΛΟΥΝΤΖΗ, «Χαϊδάρι, ΚΑΣΤΡΟ ΚΑΙ ΒΩΜΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ», Β’ ΕΚΔΟΣΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΕΝΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, 1986.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου