
The Insider
Γράφει ο Χρήστος Σταθόπουλος.
Δεν είναι ο ρόλος το πρόβλημα. Είναι το ύφος και το μήνυμα.
Όταν υπουργός μιλά σε δημοσιογράφο της δημόσιας τηλεόρασης σαν να μιλά σε υπάλληλο του γραφείου του, τότε δεν έχουμε ένταση στον αέρα. Έχουμε σύγχυση –ή μήπως επίδειξη– εξουσίας. Δημόσια τηλεόραση που αντιμετωπίζεται σαν κρατικό μαγαζί. Και δημοσιογραφία που της ζητείται να θυμάται πού δουλεύει.
Το βασικό δεν είναι ότι ο Άδωνις Γεωργιάδης θύμωσε. Θυμώνουν οι πολιτικοί, άνθρωποι είναι. Το βασικό είναι γιατί θύμωσε: επειδή μια ερώτηση περιέγραψε μια δημόσια αντιπαράθεση ως «τσακωμό» και άρα –κατά την ανάγνωσή του– «εξομοίωση». Και από εκεί και πέρα, αντί για απάντηση, ήρθε το… πειθαρχικό: «Μην κάνετε ισαποστακισμό», «δεν το δέχομαι», «υπάρχουν όρια».
Ο… ισαποστακισμός όμως, όταν μιλάμε για δημοσιογράφο, δεν είναι κατηγορία. Είναι το ελάχιστο επαγγελματικό καθήκον, να κρατάς δηλαδή αποστάσεις, να κάνεις ερώτηση, να επιμένεις όπου χρειάζεται, να μην μπαίνεις στο στρατόπεδο κανενός. Αν αυτό ενοχλεί, τότε δεν ενοχλεί η λέξη, ενοχλεί η ίδια η δημοσιογραφία.
Και μετά ήρθε η φράση – προειδοποίηση προς τον Παπαχλιμίντζο: «Μπορεί να σας πιάσω κι εγώ στο στόμα μου και να έχουμε χειρότερα».
Αυτό δεν είναι απάντηση, είναι απειλή και ειπώθηκε μπροστά σε κάμερες. Το υπονοούμενο είναι ανατριχιαστικό: Μην το συνεχίζεις, γιατί μπορώ να σε κάνω στόχο. Σε δημόσιο στούντιο θυμίζω. Στη δημόσια τηλεόραση. Σαν να ήταν άλλες εποχές, πιο σκοτεινές, πιο ΥΕΝΕΔ απ’ όσο θα έπρεπε να αντέχει μια δημοκρατία.
Το ανησυχητικό είναι ότι δεν μοιάζει με μεμονωμένο επεισόδιο. Πρόσφατα, στην επίσημη ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης αντέδρασε σε ερώτηση με ύφος «θα έχετε συνέπειες του νόμου» και με χαρακτηρισμούς τύπου «θρασύς» και «δειλός». Άλλο σκηνικό, ίδια λογική. Ο δημοσιογράφος δεν αντιμετωπίζεται ως συνομιλητής, αλλά ως κάποιος που πρέπει να μαζευτεί.
Κι εδώ μπαίνει το πραγματικό ερώτημα: Όταν τέτοια περιστατικά γίνονται σχεδόν κανονικότητα, ποιος προστατεύει το αυτονόητο; Ποιος σηκώνει -θεσμικά- ανάστημα απέναντι στην ιδέα ότι «η ερώτηση είναι πρόκληση» και «η επιμονή είναι θράσος»;
Η ΕΣΗΕΑ, για παράδειγμα, υπάρχει; Ή εμφανίζεται μόνο για να εκδίδει τυπικές ανακοινώσεις, σαν να κάνει καταγραφή ζημιών μετά το ατύχημα;
Διότι αν βασικοί υπουργοί μιλούν έτσι, το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι νοοτροπία εξουσίας. Είναι η ιδέα ότι ο δημοσιογράφος δεν είναι ελεγκτής, αλλά διακοσμητικός. Ότι η ερώτηση δεν είναι εργαλείο δημοκρατίας, αλλά ενόχληση. Ότι οι «ίσες αποστάσεις» δεν είναι επαγγελματισμός, αλλά ασέβεια προς το “αφεντικό”.
Κι όταν σε δημόσιο στούντιο ακούγεται το «θα έχουμε χειρότερα», η υπόθεση ξεφεύγει από τον καβγά της στιγμής. Είναι μήνυμα προς όλους: «Μαζευτείτε».
Αν αυτό περάσει ως κανονικότητα, δεν θα χρειαστεί καμία λογοκρισία. Θα την κάνει η αγορά μόνη της με φόβο, με αυτολογοκρισία και με “ασφαλείς” ερωτήσεις. Και τότε δεν θα μιλάμε για δημοσιογραφία, αλλά για ανάγνωση δελτίου.
Υ.Γ. Η ΕΡΤ σιώπησε. Πώς αλλιώς; Όταν η διοίκησή της διορίζεται από την κυβέρνηση, η σιωπή γίνεται κανόνας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου