
Τρία εκατομμύρια έγγραφα του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ φωτίζουν τη μεθοδολογία της σεξουαλικής παγίδευσης ως εργαλείο γεωπολιτικού εκβιασμού και τη σύνδεση με το Mega Group
Η δημοσιοποίηση ενός κολοσσιαίου όγκου τριών εκατομμυρίων εγγράφων από το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης μετατοπίζει οριστικά την ανάλυση της υπόθεσης Έπσταϊν από το ποινικό πεδίο σε εκείνο της διεθνούς κατασκοπείας. Τα νέα στοιχεία σκιαγραφούν την ύπαρξη ενός συγκροτημένου «σταθμού» συλλογής πληροφοριών, όπου ο Τζέφρι Έπσταϊν δεν λειτουργούσε ως ένας αυτόνομος χρηματιστής, αλλά ως ο κεντρικός επιχειρησιακός βραχίονας μιας επιχείρησης Kompromat. Στόχος της ήταν ο έλεγχος της παγκόσμιας ελίτ μέσω της σεξουαλικής παγίδευσης, με τις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες να βρίσκονται, σύμφωνα με τις αναλύσεις, στον πυρήνα αυτού του σκοτεινού δικτύου.
Το δίκτυο των εκβιασμών και ο επιχειρησιακός ρόλος της Μοσάντ
Η αποκάλυψη των αρχείων επιβεβαιώνει τις θεωρίες που διατύπωσαν η δημοσιογράφος Whitney Webb και ο πρώην αξιωματικός πληροφοριών Ari Ben-Menashe, σύμφωνα με τις οποίες το κύκλωμα του Έπσταϊν αποτελούσε έναν μηχανισμό εκβιασμού ξένων ηγετών. Τα έγγραφα εμφανίζουν τον Έπσταϊν να κινείται με πρωτοφανή άνεση ανάμεσα σε κορυφαίες πολιτικές προσωπικότητες, λειτουργώντας ως συνδετικός κρίκος πληροφοριακών συμφερόντων. Παρά τις επίσημες διαψεύσεις από το Τελ Αβίβ, η συχνότητα των επαφών και η φύση των συναντήσεων υποδηλώνουν ότι η σεξουαλική εμπορία ανηλίκων χρησιμοποιήθηκε ως «δόλωμα» για τη συλλογή ενοχοποιητικού υλικού, το οποίο στη συνέχεια μετατρεπόταν σε γεωπολιτική επιρροή.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη στενή σχέση του πρώην πρωθυπουργού του Ισραήλ, Εχούντ Μπαράκ, με τον Έπσταϊν, καθώς ο Μπαράκ επισκέφθηκε την κατοικία του τελευταίου στη Νέα Υόρκη πάνω από 30 φορές. Η αλληλογραφία αποκαλύπτει τη συνίδρυση της εταιρείας παρακολούθησης Carbyne, στην οποία συμμετείχαν πρώην στελέχη των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών (Unit 8200). Τα email του Μπαράκ, στα οποία περιλαμβάνονται σχόλια για την «ακμή του εβραϊκού λαού», σκιαγραφούν έναν κλειστό κύκλο που θεωρούσε τον εαυτό του υπεράνω του νόμου, ενώ θύματα όπως η Μαρία Φάρμερ καταγγέλλουν ότι εντός του δικτύου επικρατούσε μια ιδεολογία «φυλετικής υπεροχής», η οποία νομιμοποιούσε τη χρήση εκβιασμών για την προώθηση εθνικών συμφερόντων.
Η κληρονομιά Μάξγουελ και η τριάδα των πρακτόρων
Κεντρικό ρόλο στη σύνδεση με τις μυστικές υπηρεσίες παίζει η κληρονομιά του Ρόμπερτ Μάξγουελ, πατέρα της Γκισλέιν, ο οποίος θεωρείται ευρέως ότι υπήρξε κατάσκοπος της Μοσάντ και λαθρέμπορος όπλων. Τα νέα έγγραφα του 2026 περιέχουν email του Έπσταϊν από το 2018, στα οποία αναφέρεται ότι ο Μάξγουελ προσπάθησε να εκβιάσει τις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες, γεγονός που οδήγησε στον μυστηριώδη θάνατό του. Μαρτυρίες όπως αυτή του Μαρκ Άιβερσον στο FBI ενισχύουν την υποψία ότι η τριάδα Ρόμπερτ, Γκισλέιν και Τζέφρι αποτελούσε μια ενιαία επιχειρησιακή ομάδα πρακτόρων.
Ο στόχος της ομάδας ήταν ο έλεγχος πολιτικών και οικονομικών ηγετών μέσω του διαβόητου «δεύτερου μαύρου βιβλίου» επαφών. Η Γκισλέιν Μάξγουελ δεν ήταν απλώς η συνεργός του Έπσταϊν, αλλά ο επιχειρησιακός συνδετικός κρίκος με τον κόσμο της διεθνούς κατασκοπείας, μεταφέροντας την τεχνογνωσία και τις διασυνδέσεις του πατέρα της στη νέα εποχή. Τα email δείχνουν έναν άνθρωπο που αστειευόταν για την εβραϊκή επιρροή στις κυβερνήσεις, ενώ ταυτόχρονα έχτιζε ένα δίκτυο που παγίδευε την παγκόσμια ελίτ σε ένα πλέγμα εξαρτήσεων και ενοχικών πληροφοριών.
Mega Group και η διείσδυση στη CIA
Η οικονομική σχέση του Έπσταϊν με τον μεγιστάνα Les Wexner παραμένει ένα από τα πιο σκοτεινά σημεία της έρευνας, καθώς ο Wexner παραχώρησε στον Έπσταϊν πληρεξουσιότητα επί της περιουσίας του. Ο Wexner ήταν συνιδρυτής του Mega Group, ενός δικτύου ισχυρών φιλοϊσραηλινών δωρητών. Η αποκάλυψη ότι η NSA είχε συνδέσει τον όρο «Mega» με ισραηλινή δραστηριότητα μυστικών υπηρεσιών ήδη από το 1997, προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο στην υπόθεση, υποδηλώνοντας ότι το δίκτυο του Έπσταϊν ήταν μέρος ενός ευρύτερου μηχανισμού επιρροής και διείσδυσης στις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών.
Ακόμη και προσωπικότητες της τεχνολογίας, όπως ο Jason Calacanis, παραδέχονται πλέον ότι υπήρχαν βάσιμες υποψίες πως ο Έπσταϊν ήταν «κατάσκοπος» που προσπαθούσε να εκθέσει ανθρώπους σε θέσεις ισχύος. Η διείσδυση αυτή επεκτεινόταν και στην παγκόσμια οικονομία, με τον Έπσταϊν να ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί τους Ρότσιλντ. Η αλληλογραφία του με την Αριάν ντε Ρότσιλντ επιβεβαιώνει πάνω από δώδεκα συναντήσεις, οι οποίες δεν περιορίζονταν σε οικονομικές επενδύσεις, αλλά επεκτείνονταν σε συζητήσεις για θεωρίες συνωμοσίας και ιστορικούς ισχυρισμούς περί χρηματοδότησης του Χίτλερ, λειτουργώντας ως ένα εργαλείο πνευματικής και πολιτικής παγίδευσης.
Το τέλος της αφέλειας: Ένα νέο κεφάλαιο στην κατασκοπεία
Η δημοσιοποίηση των 3 εκατομμυρίων εγγράφων τον Ιανουάριο του 2026 δεν κλείνει την υπόθεση, αλλά ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην κατανόηση της σύγχρονης κατασκοπείας. Η περίπτωση Έπσταϊν αναδεικνύεται στην μεγαλύτερη επιχείρηση kompromat της ιστορίας, όπου το οργανωμένο έγκλημα και η σεξουαλική εκμετάλλευση συναντήθηκαν με τις κρατικές μυστικές υπηρεσίες. Τα email αποκαλύπτουν έναν μηχανισμό που παγίδευε την παγκόσμια ελίτ, μετατρέποντας τις προσωπικές αδυναμίες σε εθνικά εργαλεία ελέγχου.
Η έρευνα πλέον στρέφεται στο ποιοι από τους «ισχυρούς» που περιλαμβάνονται στα αρχεία εξακολουθούν να βρίσκονται υπό την επιρροή των διαδόχων αυτού του σκοτεινού δικτύου. Η δημοσιοποίηση των αρχείων αποτελεί την αρχή μιας διαδικασίας απομυθοποίησης του τρόπου με τον οποίο ασκείται η διεθνής πολιτική, υπενθυμίζοντας ότι στην αρένα των μυστικών υπηρεσιών, η πληροφορία είναι το ισχυρότερο νόμισμα και ο εκβιασμός το πιο αποτελεσματικό όπλο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου