Στο απομακρυσμένο ψαροχώρι Μπότσφιορντ της Νορβηγίας, το ντοκιμαντέρ «In Cod We Trust» αναδεικνύει την κοινότητα που συνδέεται μέσα από το ψάρεμα, τη φύση και την αίσθηση του ανήκειν

Στο Μπότσφιορντ (Båtsfjord) της Νορβηγίας, ένα από τα βορειότερα ψαροχώρια στον κόσμο, οι διαφορετικοί και απρόβλεπτοι κάτοικοι συνδέονται μέσα από το ψάρεμα, τη φύση και την κοινή αίσθηση του ανήκειν. Mπορεί να είναι το πιο απομακρυσμένο και κρύο μέρος στη Γη, αλλά μέσα από το ντοκιμαντέρ «In Cod We Trust» (Μπακαλιάρος κι Άγιος ο Θεός) οι θεατές γνωρίζουν τους πιο θερμούς ανθρώπους με το πιο εξαιρετικό χιούμορ. Ανάμεσα στους 2.200 κατοίκους, υπάρχουν περίπου 30 διαφορετικές εθνικότητες που ζουν δίπλα - δίπλα σε αρμονία, με γενναιοδωρία και δύναμη ψυχής.
«Το Μπότσφιορντ θα μπορούσε να ήταν πραγματικά ασπρόμαυρο. Και αρκετά βαρετό. Αν δεν ήταν οι άνθρωποί του. Οι άνθρωποι χρωματίζουν τους δρόμους, τα σπίτια, το περιβάλλον. Άνθρωποι από όλο τον κόσμο, δημιουργούν μια εξαιρετική παλέτα αυτού του χωριού στην άκρη του κόσμου» δήλωσε, σε συνέντευξη στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η δημιουργός του ντοκιμαντέρ «In Cod We Trust» Γκούρο Σάνιολα Μπγερκ.

«Για μένα, το μεγάλο ερώτημα ήταν: Πώς να παρουσιάσω το Μπότσφιορντ, καθώς δεν μιλάει; Και ποιο είναι το Μπότσφιορντ; Και η απάντηση ήρθε: Οι άνθρωποι είναι το Μπότσφιορντ» τόνισε η Νορβηγο-Φιλανδή σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας, η οποία κατέγραψε τη ζωή στο χωριό, στο οποίο μεγάλωσε, με γυρίσματα σε ακραίες καιρικές συνθήκες, με ισχυρούς ανέμους, χιόνι και πάγο και μεγάλες περιόδους με σκοτάδι.
Το χωριό διαθέτει δύο εργοστάσια επεξεργασίας λευκών ψαριών από τη Θάλασσα του Μπάρεντς, ένα εργοστάσιο καβουριών του χιονιού, ένα εργοστάσιο ξήρανσης ψαριών και μονάδα όπου συσκευάζονται βασιλικά καβούρια για εκλεκτά εστιατόρια σε όλο τον κόσμο. Το Μπότσφιορντ δεν θα υπήρχε, αν δεν υπήρχαν ψάρια και αλιεία. Για τον λόγο αυτό είναι πολύ ευάλωτο όσον αφορά την κλιματική αλλαγή, καθώς και την υπεραλίευση από τεράστιες μηχανότρατες.
«Το Μπότσφιορντ ζούσε πάντα από την αλιεία και το εμπόριο (κυρίως ψαριών) και πάντα καλωσορίζαμε τους ανθρώπους έχοντας αυτό κατά νου. Οι άλλοι είχαν κάτι που χρειαζόμασταν, είτε ήταν καλαμπόκι, ή ξύλο/ύλες, ή λαχανικά, ή γνώση ή άλλα πράγματα. Στην ακόμη πιο σύγχρονη εποχή, επίσης εκπαίδευση, χρήματα και ψάρια» ανέφερε η σκηνοθέτης.
«Συνειδητοποιήσαμε νωρίς ότι χρειαζόμαστε περισσότερους, όχι λιγότερους ανθρώπους, οπότε ας φροντίσουμε καλά τους ανθρώπους που φτάνουν, ας παραμείνουμε φίλοι και ας συνεχίσουμε το εμπόριο. Μια πραγματικά win-win (ωφέλιμη για όλους) κατάσταση» τόνισε η Γκούρο Σάνιολα Μπγερκ.

Ποτέ δεν ξέρουμε πού θα καταλήξουμεΣτο ντοκιμαντέρ η σκηνοθέτης επιχειρεί να απαντήσει σε ερωτήματα που αφορούν την έννοια της πατρίδας. «Ποτέ δεν ξέρουμε πού θα καταλήξουμε. Ποιος θα φανταζόταν, αν έχει γεννηθεί στην άλλη άκρη του κόσμου, αν μεγάλωσε σε φαβέλες, ή εν μέσω πολέμου ή σε αμμώδεις παραλίες ότι θα μπορούσε να βρει για τον εαυτό του σπίτι μέσα σε χιονοθύελλες και πολικές νύχτες - σε ένα μέρος όπως το Μπότσφιορντ; Τι μας κάνει να σκεφτόμαστε ένα μέρος, ως πατρίδα - τι κάνει ένα μέρος πατρίδα; Είναι το ίδιο το μέρος; Το περιβάλλον; Η δουλειά ή μήπως οι άνθρωποι; Αυτό που είσαι ή αυτό που γίνεσαι σου δίνει την αίσθηση της πατρίδας; Νομίζω ότι οι περισσότεροι από εμάς κατά καιρούς αναρωτιόμαστε γι' αυτό. Και το βρίσκω ενδιαφέρον» ανέφερε.
Ένας τόπος στον οποίο κυριαρχούν η εμπιστοσύνη και η ασφάλειαΗ Γκούρο Σάνιολα Μπγερκ παρουσιάζει το χωριό της ως έναν από τους λίγους εναπομείναντες «παραδείσους» στον σύγχρονο κόσμο, έναν τόπο, στον οποίο η εμπιστοσύνη, η ασφάλεια και η κοινότητα εξακολουθούν να ανθούν. «Υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν λειτουργούν τόσο καλά όσο θα θέλαμε -αλλά ποιο μέρος μπορεί να τα προσφέρει όλα; Έχουμε γίνει άνθρωποι που προτιμούν να παραπονιούνται αντί να βρίσκουν μια λύση; Τι μπορούμε να κάνουμε εμείς οι ίδιοι για να βελτιώσουμε ένα μέρος -το περιβάλλον μας, τις φιλίες ή τις οικογένειές μας; Άλλωστε, αξίες όπως η ελευθερία του λόγου, η εμπιστοσύνη και η ασφάλεια είναι υψηλά χαρακτηριστικά που εκτιμούμε πολύ» τόνισε.
«Τα παιδιά στο Μπότσφιορντ αφήνονται σε εξωτερικούς χώρους και κοιμούνται στο καρότσι τους τον χειμώνα. Περπατούν ανάμεσα στα σπίτια για να πάνε στο νηπιαγωγείο και στο σχολείο. Παίζουν έξω, στην παραλία - και εμείς δεν ανησυχούμε γι' αυτό. Δεν το σκεφτόμαστε καν, για εμάς είναι φυσιολογικό. Κανένας δεν κλέβει το ποδήλατό σου» περιέγραψε. Στις δύσκολες στιγμές, η εκκλησία γεμάτη - στις καλές στιγμές «ο μπακαλιάρος είναι ο Θεός μας».
Επιχειρώντας να αποσαφηνίσει από πού προέρχεται ο τίτλος της ταινίας (Στον μπακαλιάρο πιστεύουμε), η δημιουργός της ανέφερε χαρακτηριστικά: «Στις δύσκολες στιγμές, ο ιερέας είναι χαρούμενος και η εκκλησία γεμάτη - στις καλές στιγμές ο μπακαλιάρος είναι ο Θεός μας».
«Όταν το ψάρεμα πάει καλά, κανείς δεν επισκέπτεται την εκκλησία. Ο μπακαλιάρος νικά τον Θεό. Ταυτόχρονα, ο Θεός μας κρατά ενωμένους. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, τα ψάρια εξαφανίζονται, τα σκάφη βυθίζονται και οι άνθρωποι χάνονται στη θάλασσα, τότε συρρέουμε μαζί στον οίκο του Θεού - για να μην μας παρασύρουν ο πόνος και η θλίψη» υπογράμμισε.
Οι άνθρωποι στο βορρά νιώθουν ότι δεν έχουν ακουστεί, οπότε μιλούν λίγο πιο δυνατάΑπαντώντας στην ερώτηση πώς προσεγγίζονται στην ταινία παγκόσμια ζητήματα, όπως η υπεραλίευση και η κλιματική αλλαγή, η σκηνοθέτης επισήμανε ότι οι κάτοικοι του χωριού αισθάνονται πολύ μακριά από τα κέντρα λήψης αποφάσεων.
«Μερικές φορές νιώθουμε σαν να είμαστε τόσο μακριά από την εξουσία και τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων, που αυτό που κάνουμε ή λέμε δεν έχει σημασία. Οι αποφάσεις λαμβάνονται, χωρίς να ερωτώνται όσοι νιώθουν ή υποφέρουν από τους νέους κανόνες και κανονισμούς, και μερικές φορές είναι καταστροφικό» ανέφερε.
«Σε ένα τόσο μικρό χωριό, η απώλεια 400 θέσεων εργασίας από τη μια μέρα στην άλλη, είναι καταστροφή. Αλλά δεν φαίνεται να κάνει καμία διαφορά, καθώς είμαστε τόσο μακριά από την κυβέρνηση. Νομίζω ότι οι ψαράδες και οι άνθρωποι που ζουν στις ακτές της Θάλασσας του Μπάρεντς, πραγματικά έχουν κάποια πολύτιμη ικανότητα. Έχουμε δει τι έχει συμβεί, οι ψαράδες μεγάλης ηλικίας αισθάνονται ντροπή για τα σκουπίδια που απέρριπταν στη θάλασσα. Κάποιοι επίσης κουνούν το κεφάλι τους, για την έγκριση αλίευσης του calanus finmarchicus -είναι αμφιλεγόμενη επειδή περιλαμβάνει συλλογή από το κάτω μέρος της τροφικής αλυσίδας» εξήγησε.
«Μερικές φορές, οι αποφάσεις που λαμβάνονται απλώς μας κάνουν να θέλουμε να κλάψουμε. Αλλά τι μπορούμε να κάνουμε; Νομίζω ότι αυτός είναι ένας από τους λόγους, για τους οποίους έχουμε αναπτύξει κάποιου είδους χιούμορ, οπότε αρχίζουμε να γελάμε με τις τραγωδίες αντί να κλαίμε. Και αστειευόμαστε για οτιδήποτε. Οι άνθρωποι στον βορρά νιώθουν ότι δεν έχουν ακουστεί, οπότε μιλούν λίγο πιο δυνατά. Μιλούν ανοιχτά, ευθέως και καθαρά» σημείωσε.
Τα θέματα που εξερευνά το ντοκιμαντέρ, σύμφωνα με τη δημιουργό, έχουν απήχηση σε όλα τα χωριά που βασίζονται σε μία δραστηριότητα, είτε πρόκειται για αλιεία, ή υλοτομία, ή εξόρυξη μεταλλευμάτων - στη σημερινή κοινωνία όλοι βιώνουμε συγκεντρωτισμό. Παίρνουμε λιγότερα χρήματα στις αγροτικές περιοχές, τα σχολεία κλείνουν, οι ηλικιωμένοι δεν έχουν προτεραιότητα. Κοστίζει μια περιουσία η συντήρηση απομακρυσμένων δρόμων και χωριών και η κυβέρνηση και οι πολιτικοί, μεταξύ άλλων, πρέπει να δώσουν προτεραιότητα σε περισσότερους πόρους για την εξασφάλιση στρατιωτικής άμυνας, καθώς η κατάσταση ασφαλείας στην Ευρώπη και στις γύρω περιοχές είναι πολύ πιο σοβαρή και απρόβλεπτη από ό,τι ήταν για δεκαετίες» επισήμανε η σκηνοθέτης.
Το ντοκιμαντέρ «In Cod We Trust» (Μπακαλιάρος κι Άγιος ο Θεός) συμμετέχει στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα Newcomers του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και κάνει παγκόσμια πρεμκιέρα σήμερα, Παρασκευή 6/3 στις 20.00, στην αίθουσα Σταύρος Τορνές.
Θα προβληθεί επίσης αύριο, Σάββατο 7/3 στην αίθουσα Τόνια Μαρκετάκη, στις 13.00. Μετά τις προβολές θα ακολουθήσει Q&A με τη σκηνοθέτη και σεναριογράφο του ντοκιμαντέρ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου