Τρίτη, Μαρτίου 03, 2026

Υποκρισία Τραμπ: Κυρώσεις στο Ιράν για «θεοκρατία» — συμβόλαια δισεκατομμυρίων με τη σαουδαραβική δικτατορία

 

Βασανιστήρια, θανατική ποινή και 81 εκτελέσεις σε μία ημέρα στη Σαουδική Αραβία — την ώρα που ΗΠΑ και Βρετανία υπογράφουν συμφωνίες δισεκατομμυρίων με τη χώρα.
Μικαέλα Σάβα


AP


Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβάλλουν κυρώσεις στο Ιράν επικαλούμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκτελέσεις και καταστολή. Μιλούν για αρχές. Για αξίες. Για διεθνές δίκαιο. Η Βρετανία συντάσσεται πολιτικά στην ίδια κατεύθυνση. Την ίδια στιγμή, όμως, στη Σαουδική Αραβία καταγράφονται βασανιστήρια, μαζικές εκτελέσεις, διώξεις γυναικών ακτιβιστριών και η δολοφονία ενός δημοσιογράφου με διεθνή πορίσματα για κρατική ευθύνη. Μάλιστα, μόνο σε μια ημέρα έγιναν 81 εκτελέσεις. Και αντί για κυρώσεις; Υπογράφονται συμφωνίες δισεκατομμυρίων. Εγκρίνονται εξαγωγές όπλων. Διατηρούνται στρατηγικές συνεργασίες.

Οι εκθέσεις δεν είναι μυστικές. Η Διεθνής Αμνηστία, το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ακόμη και επίσημα αμερικανικά κρατικά έγγραφα καταγράφουν τις παραβιάσεις στη Σαουδική Αραβία. Κι όμως, η Ουάσινγκτον συνεχίζει να εγκρίνει στρατιωτικά πακέτα και το Λονδίνο να αδειοδοτεί εξαγωγές οπλικών συστημάτων. Οι αριθμοί είναι δημόσιοι. Τα ποσά μετρήσιμα. Οι πολιτικές επιλογές ξεκάθαρες.


Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες γνωρίζουν τι συμβαίνει. Το γνωρίζουν. Το ζήτημα είναι ότι εφαρμόζουν δύο διαφορετικά μέτρα και σταθμά. Όταν η ίδια καταπάτηση δικαιωμάτων οδηγεί σε οικονομικό στραγγαλισμό ενός αντιπάλου, αλλά δεν εμποδίζει δισεκατομμύρια σε εξοπλισμούς για έναν σύμμαχο, τότε η ρητορική περί αξιών χάνει το καθολικό της βάρος.

Και εκεί αποκαλύπτεται η ουσία της διεθνούς πολιτικής: τα ανθρώπινα δικαιώματα γίνονται αδιαπραγμάτευτα όταν δεν συγκρούονται με τα συμφέροντα δισεκατομμυρίων. Όταν, όμως συγκρούονται, τότε υποχωρούν…

Η σκοτεινή όψη του σαουδαραβικού καθεστώτος

Στη Σαουδική Αραβία, πίσω από τους ουρανοξύστες του Ριάντ, τα μεγαλεπήβολα επενδυτικά projects και τη βιτρίνα του «εκσυγχρονισμού», καταγράφεται μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Η κρατική εξουσία δεν αρκείται στη σιωπή. Την επιβάλλει. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα λάθη ούτε για υπερβολές. Οι διεθνείς εκθέσεις περιγράφουν μια Σαουδική Αραβία όπου τα βασανιστήρια, οι εκτελέσεις και η φίμωση κάθε φωνής που αποκλίνει από τη γραμμή του καθεστώτος συνιστούν σταθερή πρακτική εξουσίας — όχι εξαίρεση.


Η Διεθνής Αμνηστία και το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν μιλούν για ασαφείς «κακομεταχειρίσεις». Αναφέρουν συγκεκριμένες πρακτικές βασανιστηρίων στη Σαουδική Αραβία: κρατούμενοι που δένονται και ξυλοκοπούνται επανειλημμένα, υποβάλλονται σε ηλεκτροσόκ, στερούνται ύπνου για ημέρες, κρατούνται σε πλήρη απομόνωση για εβδομάδες ή και μήνες, χωρίς φως, χωρίς επικοινωνία, χωρίς δικηγόρο.

Η απομόνωση δεν λειτουργεί απλώς ως πειθαρχικό μέτρο· καταγράφεται ως μέθοδος ψυχολογικής κατάρρευσης. Πρώην κρατούμενοι περιγράφουν ανακρίσεις όπου απειλούνται ότι θα βλάψουν τις οικογένειές τους, πιέζονται να υπογράψουν «ομολογίες» που δεν έχουν γράψει οι ίδιοι, και στη συνέχεια βλέπουν αυτές τις ομολογίες να χρησιμοποιούνται στο δικαστήριο ως βασικό αποδεικτικό στοιχείο εναντίον τους. Το μοτίβο επαναλαμβάνεται: αυθαίρετη σύλληψη, μυστική κράτηση, βασανιστήρια για απόσπαση ομολογίας, δίκη χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις. Όταν η καταδίκη βασίζεται σε ομολογία που έχει αποσπαστεί υπό πίεση, η δικαιοσύνη μετατρέπεται σε προέκταση του μηχανισμού καταστολής.

Ακόμη και το Υπουργείο Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, στις επίσημες ετήσιες εκθέσεις του για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αναγνωρίζει για τη Σαουδική Αραβία καταγγελίες βασανιστηρίων, αυθαίρετων κρατήσεων και σοβαρών περιορισμών της ελευθερίας της έκφρασης. Όταν τέτοιες διαπιστώσεις περιλαμβάνονται σε επίσημα κρατικά έγγραφα συμμάχου χώρας, δεν μπορούν να απορριφθούν ως «πολιτική ρητορική».
Ογδόντα μια εκτελέσεις σε μια μέρα

Η Σαουδική Αραβία παραμένει σταθερά ανάμεσα στις χώρες με τον υψηλότερο αριθμό εκτελέσεων παγκοσμίως. Οι ετήσιες παγκόσμιες εκθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας για τη θανατική ποινή καταγράφουν τα τελευταία χρόνια δεκάδες — και σε ορισμένες περιόδους πάνω από εκατό — εκτελέσεις ετησίως. Σε συγκεκριμένες χρονιές, ο αριθμός εκτινάχθηκε απότομα, προκαλώντας διεθνή ανησυχία.

Μάλιστα, οι εκτελέσεις στη Σαουδική Αραβία δεν περιορίζονται σε υποθέσεις ανθρωποκτονίας. Περιλαμβάνουν αδικήματα ναρκωτικών, κατηγορίες «τρομοκρατίας» με ευρεία και αμφισβητούμενη ερμηνεία, καθώς και πολιτικά φορτισμένες υποθέσεις. Δηλαδή, η θανατική ποινή δεν εφαρμόζεται μόνο σε εγκλήματα βίας, αλλά και σε υποθέσεις που αγγίζουν την πολιτική διαφωνία.

Σύμφωνα με τις ετήσιες εκθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας για τη θανατική ποινή:

-Το 2019 καταγράφηκαν τουλάχιστον 184 εκτελέσεις — ένας από τους υψηλότερους αριθμούς που έχουν καταγραφεί στη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες.

-Το 2022 οι εκτελέσεις ανήλθαν σε 196, αριθμός-ρεκόρ για τα τελευταία χρόνια.

-Το 2023 καταγράφηκαν πάνω από 170 εκτελέσεις.

Οι αριθμοί αυτοί τοποθετούν σταθερά τη Σαουδική Αραβία ανάμεσα στις χώρες με τις περισσότερες εκτελέσεις παγκοσμίως, δίπλα σε κράτη όπως το Ιράν και η Κίνα (όπου τα στοιχεία δεν δημοσιοποιούνται πλήρως). Ιδιαίτερη διεθνή κατακραυγή προκάλεσε η μαζική εκτέλεση 81 ανθρώπων σε μία ημέρα τον Μάρτιο του 2022. Δεν ήταν απλώς μια σειρά ποινικών υποθέσεων που ολοκληρώθηκαν ταυτόχρονα. Ήταν μια δημόσια επίδειξη ισχύος.

Η Ύπατη Αρμοστεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα έχει εκφράσει ανησυχία ακόμη και για περιπτώσεις εκτέλεσης ατόμων που κατηγορήθηκαν για πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν όταν ήταν ανήλικοι — παραβίαση που συγκρούεται άμεσα με τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Όταν μια χώρα εκτελεί σχεδόν διακόσιους ανθρώπους σε έναν χρόνο — και δεκάδες μέσα σε μία ημέρα — η θανατική ποινή παύει να είναι απλώς δικαστική κύρωση. Μετατρέπεται σε πολιτικό μήνυμα. Και το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: η κρατική εξουσία έχει τον απόλυτο έλεγχο της ζωής και του θανάτου.


Σιωπούν τη γυναικεία φωνή με τη βία

Το 2018, την ώρα που η Σαουδική Αραβία παρουσίαζε στη διεθνή σκηνή την άρση της απαγόρευσης οδήγησης ως απόδειξη «εκσυγχρονισμού», οι ίδιες οι γυναίκες που είχαν αγωνιστεί γι’ αυτό το δικαίωμα οδηγούνταν στα κελιά. Σύμφωνα με έκθεση το 2019 της Διεθνούς αμνηστίας σε υποθέσεις γυναικών ακτιβιστριών στη Σαουδική Αραβία καταγράφονται καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση, εξευτελισμό και απειλές βιασμού κατά τη διάρκεια της κράτησης. Οι κρατούμενες συχνά κρατούνται απομονωμένες, χωρίς πρόσβαση σε οικογένεια ή νομική υπεράσπιση — μια μορφή εξαναγκαστικής εξαφάνισης για όσο διάστημα το κράτος κρίνει «αναγκαίο».

Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κέντρο για τη Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ECDHR), αλλά και το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι γυναίκες ακτιβίστριες που συνελήφθησαν υπέστησαν αυθαίρετη κράτηση, απομόνωση χωρίς επικοινωνία με οικογένεια ή δικηγόρο, βασανιστήρια.

Ανάμεσα στις γυναίκες που βασανίστηκαν ήταν οι εξής:

Loujain al-Hathloul: Συνελήφθη αυθαίρετα το 2018. Κατήγγειλε βασανιστήρια, ηλεκτροσόκ και σεξουαλική παρενόχληση κατά τη διάρκεια της κράτησής της. Καταδικάστηκε σε 5 χρόνια και 8 μήνες φυλάκιση. Αποφυλακίστηκε το 2021, αλλά με απαγόρευση ταξιδιών και καθεστώς επιτήρησης.

Samar Badawi; Κρατήθηκε για περίπου έναν χρόνο χωρίς δίκη. Σύμφωνα με καταγγελίες οργανώσεων, υπέστη κακομεταχείριση και σεξουαλική παρενόχληση. Καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης με μερική αναστολή.

Eman al-Nafjan: Κρατήθηκε απομονωμένη για τρεις μήνες χωρίς επικοινωνία με οικογένεια ή δικηγόρο. Κατήγγειλε βασανιστήρια και σεξουαλική κακοποίηση κατά τη διάρκεια της ανάκρισης.

Aziza al-Yousef: Συνελήφθη αυθαίρετα και τέθηκε σε παρατεταμένη απομόνωση. Αναφορές οργανώσεων κάνουν λόγο για βασανιστήρια και ψυχολογική πίεση.

Nassima al-Sadah: Φυλακίστηκε λόγω της δράσης της υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών και της σιιτικής μειονότητας. Καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης και απαγόρευση ταξιδιών.

Manahel al-Otaibi: Συνελήφθη για αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με τα δικαιώματα των γυναικών. Διεθνείς οργανώσεις έχουν εκφράσει ανησυχία για κακομεταχείριση και απομόνωση κατά την κράτησή της.

Israa al-Ghomgham: Αντιμετώπισε κατηγορίες που επισύρουν ακόμη και τη θανατική ποινή λόγω συμμετοχής σε διαδηλώσεις. Η υπόθεσή της προκάλεσε διεθνή κατακραυγή.
Δολοφόνησαν δημοσιογράφο

Η υπόθεση του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι ήταν μια ωμή υπενθύμιση του μέχρι πού μπορεί να φτάσει η εξουσία στη Σαουδική Αραβία όταν αμφισβητείται. Τον Οκτώβριο του 2018, ο Σαουδάραβας δημοσιογράφος και αρθρογράφος, που είχε ασκήσει κριτική στις πολιτικές του καθεστώτος, δολοφονήθηκε μέσα στο προξενείο της χώρας του στην Κωνσταντινούπολη. Δεν επρόκειτο για έγκλημα δρόμου, ούτε για εσωτερική «παρεξήγηση». Επρόκειτο για μια επιχείρηση που, σύμφωνα με την έκθεση της ειδικής εισηγήτριας του ΟΗΕ για τις εξωδικαστικές εκτελέσεις, παρουσίαζε αξιόπιστες ενδείξεις κρατικής εμπλοκής και προσχεδιασμού.

Η έρευνα που παρουσιάστηκε υπό την αιγίδα της Ύπατης Αρμοστείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα μίλησε για μια «προμελετημένη εξωδικαστική εκτέλεση» για την οποία το κράτος φέρει διεθνή ευθύνη. Ο όρος δεν είναι δημοσιογραφική υπερβολή· είναι νομικός χαρακτηρισμός. Και έχει βαρύτητα. Το μήνυμα που εξέπεμψε αυτή η υπόθεση ήταν διπλό. Πρώτον, ότι η κριτική φωνή — ακόμη κι αν αρθρώνεται εκτός συνόρων — δεν θεωρείται ασφαλής. Δεύτερον, ότι η κρατική ισχύς δεν περιορίζεται εντός εθνικής επικράτειας όταν πρόκειται να αντιμετωπιστεί η διαφωνία. Η γεωγραφία δεν αποτελεί ασπίδα.

Όταν η δημόσια κριτική μετατρέπεται σε κατηγορία «τρομοκρατίας» και όταν η δημοσιογραφία βαφτίζεται απειλή για την εθνική ασφάλεια, το περιθώριο ελευθερίας στενεύει επικίνδυνα. Η υπόθεση αυτή προκάλεσε διεθνή κατακραυγή, κυρώσεις σε μεμονωμένα πρόσωπα και πολιτικές δηλώσεις. Όμως, πέρα από τη διπλωματική θύελλα, παρέμεινε ένα θεμελιώδες ερώτημα: τι σημαίνει για ένα κράτος να μπορεί — σύμφωνα με διεθνή πορίσματα — να συνδέεται με εξωδικαστική εκτέλεση δημοσιογράφου χωρίς να διαρραγούν ουσιαστικά οι στρατηγικές του συμμαχίες;
Όπλα δισεκατομμυρίων των ΗΠΑ και της Βρετανίας στη Σαουδική Αραβία

Αν στη Σαουδική Αραβία καταγράφονται βασανιστήρια, μαζικές εκτελέσεις και βίαιη καταστολή της διαφωνίας οι δυτικές κυβερνήσεις συνεχίζουν να την εξοπλίζουν; Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν σε υποβολή προς την Ύπατη Αρμοστεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει εγκρίνει εξαγωγές όπλων άνω των 3 δισεκατομμυρίων λιρών προς τη Σαουδική Αραβία από την έναρξη της εμπλοκής της στον πόλεμο της Υεμένης τον Μάρτιο του 2015. Την ίδια περίοδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μεταφέρει στρατιωτικό υλικό αξίας άνω των 115 δισεκατομμυρίων δολαρίων από το 2009 και μετά. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες άδειες· πρόκειται για στρατηγική σχέση εξοπλισμών σε βάθος δεκαετίας.

Η Διεθνής Αμνηστία έχει καταγγείλει ήδη από το 2017 ότι οι πολυδισεκατομμυριακές αυτές πωλήσεις συνιστούν «ντροπιαστική αντίφαση» όταν οι ίδιες κυβερνήσεις μιλούν για προστασία αμάχων. Οι οργανώσεις τεκμηριώνουν ότι όπλα αμερικανικής και βρετανικής κατασκευής έχουν χρησιμοποιηθεί από τον συνασπισμό υπό τη Σαουδική Αραβία σε αεροπορικές επιδρομές στην Υεμένη που έπληξαν κατοικημένες περιοχές και πολιτικές υποδομές, με αποτέλεσμα θύματα αμάχων. Δεν μιλάμε για θεωρητικό κίνδυνο· μιλάμε για καταγεγραμμένη χρήση.

Το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υπενθύμισε το 2023 ότι η βρετανική κυβέρνηση βρέθηκε ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου για τη νομιμότητα της συνέχισης των αδειών εξαγωγής όπλων προς τη Σαουδική Αραβία, ακριβώς λόγω του κινδύνου να χρησιμοποιηθούν σε παραβιάσεις διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Το ζήτημα, δηλαδή, δεν περιορίζεται στη σφαίρα της πολιτικής ηθικής. Αγγίζει το ίδιο το νομικό πλαίσιο των εξαγωγών.



Τα στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών για τη Διεθνή Ειρήνη της Στοκχόλμης είναι ακόμη πιο αποκαλυπτικά. Την περίοδο 2015–2019, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιστοιχούσαν περίπου στο 36% των παγκόσμιων εξαγωγών μεγάλων οπλικών συστημάτων. Την ίδια περίοδο, η Σαουδική Αραβία ήταν ο μεγαλύτερος εισαγωγέας όπλων στον κόσμο, με αύξηση εισαγωγών κατά περίπου 130% σε σύγκριση με την προηγούμενη πενταετία και μερίδιο που άγγιζε το 12% των παγκόσμιων εισαγωγών. Όταν ένας πελάτης απορροφά τέτοιο ποσοστό της παγκόσμιας αγοράς, δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως σύμμαχος. Αντιμετωπίζεται ως στρατηγικός πυλώνας της αμυντικής βιομηχανίας.

Και οι πωλήσεις δεν ανήκουν στο παρελθόν. Τον Ιανουάριο του 2026 εγκρίθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες πιθανή πώληση πυραύλων Patriot και συναφούς εξοπλισμού προς τη Σαουδική Αραβία, με εκτιμώμενη αξία περίπου 9 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η ροή δεν έχει διακοπεί. Έχει απλώς θεσμοθετηθεί. Έτσι, ενώ στη Σαουδική Αραβία τεκμηριώνονται βασανιστήρια, αυθαίρετες κρατήσεις και μαζικές εκτελέσεις, οι στρατιωτικές συμφωνίες συνεχίζονται με ημερομηνίες, ποσά και επίσημες εγκρίσεις. Η αντίφαση δεν είναι θεωρητική. Είναι καταγεγραμμένη σε κρατικά έγγραφα και διεθνείς εκθέσεις. Και όσο τα δισεκατομμύρια ρέουν, τόσο η επίκληση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εναντίον άλλων καθεστώτων ακούγεται λιγότερο ως καθολική αρχή και περισσότερο ως επιλεκτική επιλογή.
Όταν τα δισεκατομμύρια σιωπούν τις καταγγελίες

Την ώρα που διεθνείς οργανισμοί καταγράφουν βασανιστήρια, εκτελέσεις και συστηματική καταστολή στη Σαουδική Αραβία, η σχέση της χώρας με την Ουάσινγκτον και το Λονδίνο όχι μόνο δεν διαρρηγνύεται, αλλά παραμένει στρατηγικά εδραιωμένη. Οι λόγοι δεν είναι ιδεολογικοί. Είναι δομικοί: πετρέλαιο, περιφερειακή ισορροπία, αμυντική βιομηχανία.

Η Σαουδική Αραβία είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου παγκοσμίως και ένας από τους τρεις μεγαλύτερους παραγωγούς. Σύμφωνα με στοιχεία της Υπηρεσίας Ενεργειακών Πληροφοριών των ΗΠΑ (EIA), η χώρα παράγει περίπου 10–11 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως και διαθέτει τη μεγαλύτερη εφεδρική παραγωγική ικανότητα παγκοσμίως — δηλαδή τη δυνατότητα να αυξομειώνει γρήγορα την παραγωγή της. Αυτό της δίνει τεράστια επιρροή στις διεθνείς τιμές ενέργειας. Είναι επίσης ο de facto ηγέτης του Οργανισμού Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών (ΟΠΕΚ). Όταν το Ριάντ μειώνει ή αυξάνει την παραγωγή, οι διεθνείς τιμές πετρελαίου αντιδρούν άμεσα. Για τις δυτικές οικονομίες, που παραμένουν δομικά εξαρτημένες από σταθερές τιμές ενέργειας, αυτή η επιρροή δεν είναι αμελητέα. Δεν πρόκειται για «δωρεάν πετρέλαιο». Πρόκειται για σταθερότητα αγοράς — και η σταθερότητα μεταφράζεται σε πολιτικό κεφάλαιο.

Η δεύτερη διάσταση είναι γεωπολιτική. Η Σαουδική Αραβία θεωρείται βασικό αντίβαρο απέναντι στο Ιράν στη Μέση Ανατολή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν δεκαετίες στρατιωτικής συνεργασίας με το Ριάντ, κοινά προγράμματα εκπαίδευσης και στρατιωτική διαλειτουργικότητα. Μετά την ιρανική επανάσταση του 1979 και ιδιαίτερα μετά το 2003, η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζεται ως πυλώνας περιφερειακής ισορροπίας. Η αμερικανική στρατηγική παρουσία στον Περσικό Κόλπο — με βάσεις, συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας και ναυτική συνεργασία — δεν είναι αποκομμένη από αυτή τη σχέση. Η γεωπολιτική αξία του Ριάντ υπερβαίνει το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η δύναμη του Ριάντ στην παγκόσμια σκακιέρα

Η τρίτη διάσταση δεν είναι απλώς οικονομική· είναι διαρθρωτική. Η σχέση δεν περιορίζεται στην πώληση ενός οπλικού συστήματος και στην είσπραξη ενός ποσού. Πρόκειται για μακροχρόνιες συμβάσεις συντήρησης, τεχνικής υποστήριξης, εκπαίδευσης προσωπικού, αναβαθμίσεων και κοινών στρατιωτικών προγραμμάτων που διαρκούν δεκαετίες. Όταν ένα κράτος εξοπλίζεται σχεδόν αποκλειστικά από συγκεκριμένους προμηθευτές, δημιουργείται αμοιβαία εξάρτηση: ο αγοραστής χρειάζεται συνεχή τεχνική και επιχειρησιακή υποστήριξη· ο πωλητής χρειάζεται τη διατήρηση της σχέσης για να προστατεύσει τη βιομηχανική και στρατηγική του επένδυση.

Αυτό σημαίνει ότι η σχέση δεν είναι απλώς εμπορική. Είναι θεσμικά ενσωματωμένη. Στρατιωτικοί σχεδιασμοί, κοινά συστήματα άμυνας, διαλειτουργικότητα, πληροφοριακή συνεργασία — όλα αυτά δημιουργούν ένα πλέγμα που δύσκολα διαρρηγνύεται με πολιτικές δηλώσεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παράλληλα, το σαουδαραβικό Δημόσιο Επενδυτικό Ταμείο (PIF) διαχειρίζεται κεφάλαια εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων και επενδύει σε δυτικές εταιρείες τεχνολογίας, ενέργειας και υποδομών. Η σχέση δεν είναι μονοδιάστατη. Είναι αμφίδρομη και βαθιά οικονομικά διασυνδεδεμένη.

Εδώ αναδεικνύεται μια εμφανής δυσαναλογία στάσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επικαλούνται παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αποσταθεροποιητική συμπεριφορά για να επιβάλουν βαριές κυρώσεις στο Ιράν. Την ίδια στιγμή, διατηρούν βαθιά στρατηγική, στρατιωτική και οικονομική συνεργασία με μια χώρα όπου οι ίδιες διεθνείς εκθέσεις καταγράφουν βασανιστήρια, μαζικές εκτελέσεις και συστηματική καταστολή της διαφωνίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου