Δευτέρα, Μαρτίου 16, 2026

Με υπογραφή Μητσοτάκη η αύξηση στην τιμή της βενζίνης

 
Την ώρα που άλλες χώρες λαμβάνουν μέτρα η κυβέρνηση επιμένει στο αφήγημα της «εισαγόμενης κρίσης» αφήνοντας την αγορά ανεξέλεγκτη.
Μικαέλα Σάβα
 


Eurokinissi


Η τιμή της βενζίνης στην Ελλάδα βρίσκεται πλέον σταθερά ανάμεσα στις υψηλότερες της Ευρώπης, δίπλα σε χώρες με πολύ ισχυρότερες οικονομίες, υψηλότερο ΑΕΠ και πολλαπλάσια εισοδήματα. Κι όμως, την ίδια στιγμή σε άλλα κράτη της περιοχής μας, με σαφώς πιο αδύναμες οικονομίες από την ελληνική και χαμηλότερη αγοραστική δύναμη, η βενζίνη παραμένει αισθητά φτηνότερη. Το ερώτημα είναι προφανές: Πώς γίνεται αυτά τα κράτη να καταφέρνουν να συγκρατούν τις τιμές καυσίμων όταν στην Ελλάδα σκαρφαλώνουν σταθερά στα υψηλότερα επίπεδα;




Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιμένει να αποδίδει την ακρίβεια στις διεθνείς εξελίξεις και κυρίως στην κρίση στη Μέση Ανατολή, παρουσιάζοντας τα «έκτακτα μέτρα» κατά της αισχροκέρδειας ως απόδειξη παρέμβασης. Στην πραγματικότητα όμως η κρίση λειτουργεί σαν μεγεθυντικός φακός που αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα: την ιδιαίτερα υψηλή φορολογική επιβάρυνση των καυσίμων στην Ελλάδα και κυρίως τον ειδικό φόρο κατανάλωσης (ΕΦΚ), που αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους της ακριβής βενζίνης. Την ώρα που η Κομισιόν υποδεικνύει ότι τα κράτη μπορούν να εξετάσουν παρεμβάσεις στη φορολογία ενέργειας για να περιορίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης, η ελληνική κυβέρνηση αφήνει ανέγγιχτο τον πυρήνα της τιμής.


Το Documento προχώρησε σε συγκριτική καταγραφή τιμών και πολιτικών σε χώρες της Ευρώπης και των Βαλκανίων. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: πιο αδύναμες οικονομίες έχουν προχωρήσει σε πραγματικές παρεμβάσεις που συγκρατούν την τιμή των καυσίμων. Μπορεί να φαίνεται παράδοξο η βενζίνη που παράγεται στην Ελλάδα να πωλείται φτηνότερα λίγα χιλιόμετρα έξω από τα σύνορα, αλλά δεν είναι, καθώς πρόκειται για την επιβολή ΕΦΚ εντός συνόρων. Ένα στοιχείο που κατακρημνίζει το κυβερνητικό αφήγημα της «εισαγόμενης κρίσης» και αποδεικνύει ότι η ακρίβεια είναι αποτέλεσμα πολιτικής επιλογής.

Η γραμμή των Βρυξελλών

Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει ισχυρούς κραδασμούς στις διεθνείς αγορές ενέργειας, πυροδοτώντας ανησυχίες για νέες αυξήσεις στα καύσιμα και για νέο κύμα ενεργειακής ακρίβειας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας, στις Βρυξέλλες η συζήτηση επικεντρώνεται στο πώς μπορούν τα κράτη να συγκρατήσουν τις τιμές χωρίς να περιοριστούν σε αποσπασματικές παρεμβάσεις στην αγορά. Η Κομισιόν έχει επισημάνει ότι η αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας απαιτεί παρεμβάσεις σε όλους τους παράγοντες που διαμορφώνουν την τελική τιμή. Η πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν τόνισε ότι τα μέτρα πρέπει να εξετάζουν ταυτόχρονα το κόστος της ενέργειας, τις χρεώσεις δικτύου, τους φόρους και τις εισφορές αλλά και τους παράγοντες που ενσωματώνονται στον τελικό λογαριασμό που πληρώνουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις.






Στο πλαίσιο αυτό, η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι η φορολογία αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς που επηρεάζουν τις τιμές. Ο ΕΦΚ στα καύσιμα αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ενεργειακής φορολογίας και επηρεάζει άμεσα την τιμή στην αντλία. Για τον λόγο αυτό η Κομισιόν έχει επισημάνει ότι τα κράτη-μέλη μπορούν να εξετάσουν προσαρμογές στη φορολογία ενέργειας, στο πλαίσιο των κανόνων της ΕΕ, ώστε να περιοριστούν οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης στους καταναλωτές. Παράλληλα, η συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο επικεντρώνεται και σε άλλες παραμέτρους της αγοράς ενέργειας, όπως οι χρεώσεις μεταφοράς και διανομής, οι οποίες αποτελούν σημαντικό μέρος της τελικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών άνθρακα, που επίσης επηρεάζει το κόστος παραγωγής ενέργειας. Άρα, σύμφωνα με την Κομισιόν, η τελική τιμή της ενέργειας δεν καθορίζεται από έναν μόνο κρίκο της αγοράς, αλλά από μια σειρά οικονομικών παραγόντων – από την παραγωγή και τη μεταφορά έως τη φορολογία.

Η γραμμή της Αθήνας

Ενώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από παρεμβάσεις σε ολόκληρη την αλυσίδα διαμόρφωσης της τιμής της ενέργειας, στην Ελλάδα η κυβέρνηση επέλεξε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο ανακοινώνοντας τα «έκτακτα μέτρα» κατά της αισχροκέρδειας.

Στην πράξη, το κυβερνητικό πακέτο περιορίζεται σε ένα γνώριμο εργαλείο: πλαφόν στο περιθώριο κέρδους στα καύσιμα και στα βασικά αγαθά. Με άλλα λόγια, το κράτος επιχειρεί να βάλει όριο στο πόσο μπορούν να κερδίζουν επιχειρήσεις στη λιανική αγορά – χωρίς να αγγίζει σχεδόν κανέναν από τους παράγοντες που καθορίζουν την τιμή στην αρχή της αλυσίδας. Το αποτέλεσμα; Ένα μοντέλο παρέμβασης που εστιάζει κυρίως στο τελευταίο στάδιο της αγοράς, δηλαδή στην αντλία και στο ράφι. Ταυτόχρονα, η τιμή των διυλιστηρίων, η λειτουργία της χονδρικής αγοράς, οι πάροχοι ενέργειας αλλά και η ίδια η φορολογία καυσίμων παραμένουν εκτός οποιασδήποτε ουσιαστικής παρέμβασης.

Ούτε ο ΕΦΚ ούτε ο ΦΠΑ ούτε οι βασικοί μηχανισμοί διαμόρφωσης της χονδρικής τιμής βρέθηκαν στο επίκεντρο των μέτρων. Έτσι, ενώ η κυβέρνηση εμφανίζεται να «χτυπά την αισχροκέρδεια», το βάρος της παρέμβασης μεταφέρεται ουσιαστικά στον τελευταίο κρίκο της αγοράς, αφήνοντας τους βασικούς παράγοντες που διαμορφώνουν το κόστος ενέργειας σχεδόν ανέγγιχτους.
Γιατί τα μέτρα δεν αρκούν

Το βασικό πρόβλημα με τα μέτρα της κυβέρνησης είναι ότι δεν χτυπούν εκεί όπου πραγματικά διαμορφώνεται η τιμή. Το βάρος πέφτει σχεδόν αποκλειστικά στα πρατήρια και στη λιανική, δηλαδή στον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας, εκεί όπου το περιθώριο παρέμβασης είναι ήδη περιορισμένο. Αντίθετα, η αρχή της πυραμίδας –οι τιμές των διυλιστηρίων, η χονδρική αγορά, το κόστος προμήθειας– μένει ουσιαστικά ανέγγιχτη.

Αυτό σημαίνει ότι η τιμή μπορεί να συνεχίσει να ανεβαίνει από την πηγή της και το μόνο που αλλάζει είναι ότι το τελικό βάρος μεταφέρεται στον πιο αδύναμο κρίκο της αγοράς. Το πλαφόν των 5 λεπτών στη χονδρική απορροφάται εύκολα από την τιμή διύλισης, ενώ το ουσιαστικό βάρος καταλήγει στο πλαφόν των 12 λεπτών στη λιανική. Με απλά λόγια, το κράτος εμφανίζεται ότι παρεμβαίνει, αλλά αφήνει ανέπαφους εκείνους που καθορίζουν τη βάση της τιμής, ενώ η φορολογία μένει στο απυρόβλητο. Άρα το δημόσιο εξακολουθεί να εισπράττει αυξημένα έσοδα όσο η τιμή ανεβαίνει. Έτσι, τα μέτρα δεν μειώνουν ουσιαστικά την τιμή στην αντλία· απλώς δίνουν την εικόνα παρέμβασης, χωρίς να αλλάζουν τον πυρήνα του προβλήματος.

Την ίδια ώρα σε ορισμένες χώρες, οικονομικά πιο αδύναμες από την Ελλάδα, οι κυβερνήσεις έχουν προχωρήσει σε ουσιαστικές παρεμβάσεις στην αγορά καυσίμων προς όφελος των καταναλωτών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου