
Η παρακολούθηση µέσω Predator δεν είναι θέµα κάποιων κακών ιδιωτών. Είναι µια µεγάλη υπόθεση κατασκοπείας µέσω της οποίας εκβιάστηκε και εκβιάζεται ο θεσµικός κορµός της χώρας.
Κώστας Βαξεβάνης
Οταν επιβεβαιώνεται πανηγυρικά η δηµοσιογραφία, συνήθως είναι η ώρα που διαψεύδονται η κοινωνία και οι προσµονές της. Οι γραµµές που ακολουθούν δεν µπορούν να είναι µια ανάλυση ή µια κρίση επί κάποιας καταγραφής. ∆εν πρέπει κιόλας. Τα γεγονότα στα οποία αναφέροµαι περιλαµβάνουν κι εµένα και το Documento ως πρωταγωνιστές της συγκεκριµένης ιστορίας και δυστυχώς και της Ιστορίας. Ως πρωταγωνιστές επιβεβαιωνόµαστε, αλλά η κοινωνία έχει χάσει.
Το µεσηµέρι της Πέµπτης το δικαστήριο ανακοίνωσε την καταδίκη (σε πρώτο βαθµό) τεσσάρων προσώπων ως υπεύθυνων για το σκάνδαλο των υποκλοπών στην Ελλάδα. Η απόφαση χαρακτηρίστηκε ιστορική, και είναι, αλλά για άλλους λόγους από αυτούς που ανακάλυψαν ως ιστορικότητα οι δηµοσιολόγοι. Στο δικαστήριο δεν έφτασαν οι πραγµατικοί ένοχοι και εννοώ τα πολιτικά πρόσωπα που πέραν πάσης αµφιβολίας οργάνωσαν το σύστηµα των υποκλοπών. Το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν ήταν µια υπόθεση ιδιωτών, αλλά ένα παραθεσµικό, παρακρατικό δίκτυο που λειτούργησε µαζί µε την ΕΥΠ και κατάφερε να θέσει σε παρακολούθηση τους κρατικούς λειτουργούς που κατείχαν καίριες θέσεις. Μπήκαν σε παρακολούθηση ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ, ο αρχηγός ΓΕΣ, εισαγγελείς, υπουργοί της κυβέρνησης, πολιτικοί και δηµοσιογράφοι. Το ενιαίο σύστηµα ΕΥΠ – Predator αποτελούσε έναν ενιαίο βραχίονα παρακρατικής δράσης µε κοινό κέντρο εντολών. ∆εν υπάρχει καµία αµφιβολία για το ποιο ήταν το κέντρο. Η ΕΥΠ και οι δραστηριότητές της ήταν υπό την υψηλή και πιεστική εποπτεία του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος µάλιστα έθεσε µε νόµο τις µυστικές υπηρεσίες της χώρας υπό τις εντολές του αµέσως µόλις ανέλαβε την πρωθυπουργία.
Το δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδεδειγµένα 87 θεσµικά στην πλειονότητά τους πρόσωπα βρέθηκαν υπό παρακολούθηση. Πώς εντοπίστηκαν αυτά τα πρόσωπα; Από την αποκάλυψη της λίστας των παρακολουθούµενων από το Documento τον Νοέµβριο του 2022. Η Α∆ΑΕ ως ανεξάρτητη αρχή ύστερα από έρευνα στους παρόχους κινητής τηλεφωνίας κατάφερε να επιβεβαιώσει ότι η λίστα του Documento ήταν πραγµατική. Την έρευνα αυτή της αρχής και την επιβεβαίωση επιχείρησε να εµποδίσει ο τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ισίδωρος Ντογιάκος.
Συνεπώς η αποκάλυψη του σκανδάλου των υποκλοπών δεν αφορά τον εντοπισµό του κακόβουλου λογισµικού σε κάποια κινητά (όπως αυτό του Νίκου Ανδρουλάκη, ο οποίος ωστόσο ποτέ δεν παρακολουθήθηκε από το Predator αλλά από την ΕΥΠ), αλλά την αποκάλυψη της λίστας από το Documento.
Επειδή η Ιστορία δεν γράφεται µε τα «αν» αλλά µε τα «όταν», να θυµίσω µερικά από αυτά τα «όταν» µαζί µε τη σηµασία τους. ∆εν διεκδικούµε µε τον τρόπο αυτό τα εύσηµα, αλλά υπερασπιζόµαστε την αλήθεια.
Οταν αποκαλύφθηκε η λίστα των υποκλοπών από το Documento και φυσικά η έκταση του σκανδάλου, χρησιµοποιήθηκε η γνωστή τακτική της δολοφονίας χαρακτήρα. Η κυβέρνηση διά του τότε κυβερνητικού εκπροσώπου Γιάννη Οικονόµου, αλλά και του ίδιου του πρωθυπουργού µίλησε για «αισώπειους µύθους του Βαξεβάνη που δηµοσιεύονται σε συνέχειες», για «ρυπαρά δίκτυα και µυθοπλασίες», ενώ µε αποκάλεσαν προσωπικά ως «εθνικό συκοφάντη».
Σε δεύτερο επίπεδο, τον λόγο πήραν τα ΜΜΕ, τα οποία επέµεναν ότι για όσα δηµοσιεύω δεν υπάρχουν αποδείξεις. Συνέχισαν το ίδιο τροπάρι, ακόµη κι όταν στο Documento δηµοσιεύτηκαν διάλογοι από τις υποκλοπές, οι οποίοι µάλιστα επιβεβαιώθηκαν από τα θύµατα. Ανάµεσα στους δηµοσιογράφους που έκαναν επίθεση συµπεριλαµβάνονται κάποιοι που αυτοαποκαλούνται σήµερα πρωταγωνιστές των αποκαλύψεων για το Predator. ∆εν πρόκειται για κάποια αµφιθυµία τους ή για µπέρδεµα. Είµαι πεπεισµένος πλέον (όχι χωρίς στοιχεία) πως αυτοί οι δηµοσιογράφοι δεν νοιάζονταν για την αποκάλυψη των υποκλοπών, αλλά να εκδικηθούν πρόσωπα-πρωταγωνιστές του σκανδάλου οι οποίοι τους χάλασαν «συµβόλαια». Ετσι έκαναν επίθεση στο Documento που τοποθετούσε το σκάνδαλο σε άλλο επίπεδο, δηλαδή το πραγµατικό και άκρως επικίνδυνο.
Υπήρξε όµως και προσπάθεια να χρησιµοποιηθεί εναντίον µου η ∆ικαιοσύνη, όπως έγινε και στο παρελθόν µε την αποκάλυψη της λίστας Λαγκάρντ αλλά και µε το σκάνδαλο Novartis. Μετά τη δηµοσίευση της λίστας, από τον εισαγγελέα του Αρειου Πάγου διέρρευσε ότι θα κληθώ από τη ∆ικαιοσύνη να καταθέσω τις αποδείξεις µου. Το σχέδιο ήταν να εµφανιστώ «ελλιπής» και να ασκηθεί εναντίον µου δίωξη για διασπορά ψευδών ειδήσεων που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια του κράτους, αφού επέµενα ότι παρακολουθούµενοι ήταν υπουργοί και κορυφαίοι θεσµικοί παράγοντες.
Προτού ωστόσο κάνουν την κίνηση παγίδευσης, πήγα αυτοβούλως στον Αρειο Πάγο µε τον δικηγόρο µου Γιάννη Μαντζουράνη και ζήτησα από τον εισαγγελέα να καταθέσω στοιχεία στην Εισαγγελία Πρωτοδικών. Ο πραγµατικός στόχος ήταν να δώσω µηνύµατα και να ακυρώσω την επιχείρηση εξόντωσής µου που είχε ξεκινήσει. Βγαίνοντας µάλιστα από τον Αρειο Πάγο έκανα δηλώσεις στις οποίες περιέγραψα το περιεχόµενο συνοµιλιών που είχε καταγράψει το Predator. Υπέθεσαν λοιπόν όσοι είχαν σχεδιάσει ακόµη µια δικαστική περιπέτεια ότι γνώριζα πολλά και συγκεκριµένα πράγµατα. Ετσι προτίµησαν να µην προκαλέσουν θεωρώντας ότι µπορεί να βρεθούν προ εκπλήξεων.
Την επόµενη µέρα πήγα για να καταθέσω στους εισαγγελείς που είχαν αναλάβει την έρευνα για τις υποκλοπές ύστερα από καταγγελία του δηµοσιογράφου Θανάση Κουκάκη που υπήρξε θύµα του Predator. Η κατάθεσή µου όµως ήταν εκτός αναµενόµενου πλαισίου. Στην εισαγγελέα που κατέθεσα επίσηµα (και ενηµέρωσα και ανεπίσηµα) υποστήριξα ότι η υπόθεση των υποκλοπών πρέπει να εξεταστεί ως υπόθεση κατασκοπείας. Προς απόδειξη όσων έλεγα κατέθεσα στοιχεία για πρόσωπα ισραηλινής καταγωγής, τα οποία µάλιστα υπήρξαν πρώην πράκτορες µυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ που εργάστηκαν ως στελέχη της Intellexa, της εταιρείας δηλαδή που εγκατέστησε το Predator. Στο ενδεχόµενο κατασκοπείας οδηγούσε και το γεγονός ότι άτοµα-κλειδιά του κρατικού µηχανισµού αλλά και των Ενόπλων ∆υνάµεων ήταν υπό παρακολούθηση. Τα ονόµατα των πρώην πρακτόρων, τις φωτογραφίες τους αλλά και το ιστορικό τους στην Ελλάδα είχα µάλιστα δηµοσιεύσει σε πρωτοσέλιδο του Documento.
Η εισαγγελική έρευνα ωστόσο ούτε έψαξε για κατασκοπεία ούτε είδε ούτε αναζήτησε τους πρώην πράκτορες που αποδεδειγµένα έστησαν το Predator, αφού τα ονόµατά τους ήταν δηλωµένα στον ΕΦΚΑ ως εργαζόµενων της Intellexa. Η έρευνα άφησε απέξω και την ΕΥΠ και προτίµησε τους… ιδιώτες.
Οσα κατέθεσα στην εισαγγελία, τα κατέθεσα και στη δίκη για τις υποκλοπές. Την περασµένη Πέµπτη το δικαστήριο αποφάσισε (κι αυτό αποτελεί πράγµατι ιστορική απόφαση) να επεκταθεί η έρευνα στο αδίκηµα της κατασκοπείας και να αναζητηθούν οι ευθύνες των Ισραηλινών. Το έκανε το δικαστήριο µε περίπου τέσσερα χρόνια καθυστέρηση.
Από τα 87 άτοµα που ήταν σε παρακολούθηση, τα θεσµικά πρόσωπα, όπως ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνος Φλώρος, οι υπουργοί της κυβέρνησης, αλλά και ο αντεισαγγελέας του Αρειου Πάγου Χρήστος Μπαρδάκης, δεν έκαναν µήνυση. Ο τελευταίος είχε µάλιστα υποχρέωση να το κάνει ως εισαγγελέας. ∆εν προσήλθαν να καταθέσουν καν για την παρακολούθησή τους αλλά ούτε κλήθηκαν από την εισαγγελία. Η οποία είχε υποχρέωση να τους ρωτήσει αν θεωρούν ότι µε την παρακολούθησή τους έχουν εκτεθεί κρατικά µυστικά.
Οσα γράφω µεταξύ ιστορίας και εξοµολόγησης δεν είναι για να ευλογήσω τα γένια µας, αλλά για να καταλήξω σε αυτό που υποστηρίζω τρία χρόνια: η παρακολούθηση µέσω Predator δεν είναι θέµα κάποιων κακών ιδιωτών. Είναι µια µεγάλη υπόθεση κατασκοπείας µέσω της οποίας εκβιάστηκε και εκβιάζεται ο θεσµικός κορµός της χώρας. Η απογοητευτική λειτουργία του πολιτικού συστήµατος εντάσσεται κι αυτή στο γενικότερο πλαίσιο των εκβιασµών. Είναι το τηλεκοντρόλ της χώρας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου