Κυριακή, Μαρτίου 01, 2026

Το μεγάλο φαγοπότι: Eκθεση-βόμβα για τις ιδιωτικές εταιρίες που θησαυρίζουν από τα δημόσια ταμεία





Εκτινάχθηκαν στα ύψη οι αναθέσεις μετά την πανδημία, που δεν ήταν παρένθεση, αλλά η αρχή της νέας λεηλασίας

Του Ανδρέα Καψαμπέλη


Σε μια εποχή που η οικονομική πίεση στους Eλληνες φορολογουμένους είναι ασφυκτική, με αυξήσεις σε ενέργεια, τρόφιμα και βασικά αγαθά, το ελληνικό κράτος δαπανά τουλάχιστον 1,56 δισεκατομμύρια ευρώ σε συμβουλευτικές υπηρεσίες από ιδιωτικές εταιρίες. Αυτή η αποκάλυψη προέρχεται από την έκθεση-βόμβα Consultocracy των οργανώσεων Vouliwatch και Solomon, η οποία -παραπέμποντας δικαιολογημένα σε μεγάλο φαγοπότι- χαρτογραφεί ένα σύστημα όπου το δημόσιο χρήμα ρέει ανεξέλεγκτα σε μερικούς «εκλεκτούς» αναδόχους, νοθεύοντας όχι μόνο τους νόμους της αγοράς και της σωστής ελεύθερης οικονομίας, αλλά και την ουσία της δημοκρατίας.

Η έκθεση, που καλύπτει την περίοδο 2017-2025, αναλύει 3.079 συμβάσεις συνολικής αξίας 1,56 δισ. ευρώ, μοιρασμένες σε 1.266 εταιρίες και φυσικά πρόσωπα, χωρίς μάλιστα να λαμβάνονται υπόψη οι συμβάσεις αξίας κάτω των 15.000 ευρώ. Ωστόσο διαπιστώνεται ότι η κατανομή δεν είναι καθόλου δίκαιη και αναλογική. Μόλις το 1% των αναδόχων είναι αυτό που απορροφά το 96% των χρημάτων, αφήνοντας -τηρουμένων των αναλογιών- τα ψίχουλα στους υπόλοιπους. Και οι συμβάσεις που κυριαρχούν αφορούν κυρίως στρατηγικό σχεδιασμό, χάραξη πολιτικών και νομοθετική προετοιμασία, εργασίες που παραδοσιακά όμως ανήκουν στη Δημόσια Διοίκηση και τώρα «μεταφέρονται» σε ιδιώτες.

Αυτό που σοκάρει περισσότερο είναι ο τρόπος ανάθεσης. Το 62% των συμβάσεων (περίπου 1.920) δόθηκε απευθείας, χωρίς διαγωνισμό, παρακάμπτοντας κανόνες διαφάνειας και ανταγωνισμού. Η πανδημία Covid-19 λειτούργησε ως καταλύτης, εκτοξεύοντας τις δαπάνες από περιορισμένα επίπεδα πριν από το 2019 σε διπλάσια και τριπλάσια ποσά από το 2021 και μετά. Από 171 συμβάσεις το 2018, φτάσαμε σε 613 το 2025, με ετήσιες δαπάνες πάνω από 600 εκατ. ευρώ τα τελευταία χρόνια. Κι αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι η η «παρένθεση» της κρίσης έγινε μόνιμη πρακτική και η αρχή μιας νέας λεηλασίας χρήματος, μετατρέποντας το κράτος σε μόνιμο πελάτη λίγων ισχυρών παικτών.

Πρωταγωνιστές σε αυτή τη «μοιρασιά» είναι φορείς του Δημοσίου και υπουργεία-κλειδιά. Η πρώτη δεκάδα αποτελείται από την Κοινωνία της Πληροφορίας,: το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, ο ΕΦΚΑ, το υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης, το υπουργείο Οικονομικών, το υπουργείο Τουρισμού, το υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και το υπουργείο Παιδείας, Ερευνας και Θρησκευμάτων.



Αυτοί οι φορείς και πολλοί άλλοι σε χαμηλότερο επίπεδο κονδυλίων «ταΐζουν» εταιρίες με εκατομμύρια, συχνά για υπηρεσίες που θα μπορούσαν να παρέχονται εσωτερικά, όπως ψηφιακός μετασχηματισμός, διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού και σύνταξη νομοσχεδίων. Η εξάρτηση αυτή δεν είναι απλώς οικονομική σπατάλη αλλά αποτελεί μετατόπιση εξουσίας από εκλεγμένους αξιωματούχους σε ανεξέλεγκτους ιδιώτες, δημιουργώντας ένα «σκιώδες κράτος» χωρίς λογοδοσία.



Ενα από τα πιο αδιανόητα παραδείγματα είναι η περίπτωση της Neuropublic, η οποία βρίσκεται στη 10η θέση με συμβάσεις άνω των 20,5 εκατ. ευρώ (και συνολικά πάνω από 50 εκατ. σε κοινοπραξία με τον ΟΤΕ). Η εταιρία ανέλαβε την «αναμόρφωση του αγροτικού τομέα» μέσω συστημάτων για τον ΟΠΕΚΕΠΕ (Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων), παρόλο που το σκάνδαλο με απάτες επιδοτήσεων, καθυστερήσεις και πρόστιμα στην Ελλάδα είχε ήδη εκραγεί το 2025. Παρά τις προειδοποιήσεις για απαρχαιωμένα συστήματα και απομακρύνσεις προέδρων, οι συμβάσεις επεκτάθηκαν έως τον Μάιο 2026, εγείροντας ερωτήματα για συγκάλυψη και σύγκρουση συμφερόντων.



Η «συμβουλοκρατία» της κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν περιορίζεται σε οικονομικά ζητήματα αλλά απειλεί την ίδια τη δημοκρατία. Οπως επισημαίνει η έκθεση, η εξωτερική ανάθεση κρίσιμων λειτουργιών οδηγεί σε απώλεια θεσμικής μνήμης, έλλειψη εσωτερικής τεχνογνωσίας και πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων, καθώς εταιρίες εξυπηρετούν ταυτόχρονα ιδιωτικούς πελάτες. Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου οι πολιτικές διαμορφώνονται πίσω από κλειστές πόρτες, χωρίς δημόσιο έλεγχο, και όπου η αποτυχία δεν έχει συνέπειες για τους υπευθύνους. Παραδείγματα από άλλες χώρες, όπως το σκάνδαλο McKinsey στη Γαλλία, δείχνουν ότι τέτοια συστήματα οδηγούν σε διαφθορά και «εταιρική κατάληψη» του κράτους.

Οι φορολογούμενοι πληρώνουν το τίμημα, δηλαδή τουλάχιστον 1,56 δισ. ευρώ που θα μπορούσαν να επενδυθούν σε υγεία, παιδεία ή υποδομές καταλήγουν σε ιδιωτικές τσέπες που θησαυρίζουν από δημόσιες συμβάσεις, ενώ ενισχύονται και μηχανισμοί χειραγώγησης της κοινωνίας και στρέβλωσης της οικονομικής λειτουργίας και του πραγματικού ανταγωνισμού. Εν όψει και των εκλογών, τέτοια φαινόμενα εγείρουν σοβαρά ερωτήματα τόσο για τη νομιμότητα -όχι τη νομιμοφάνεια- όσο και τη διαφάνεια την ώρα που απαιτούνται άμεση ενίσχυση της Δημόσιας Διοίκησης, υποχρεωτικοί διαγωνισμοί, πλήρης δημοσιοποίηση συμβάσεων και ανεξάρτητος έλεγχος για να μπορέσει να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη.



Από αυτή την πλευρά η έκθεση «Consultocracy» δεν είναι απλώς μια καταγραφή αλλά ηχηρό σήμα για δράση, πριν η «συμβουλοκρατία», που επί των ημερών της κυβέρνησης Μητσοτάκη εγκαθιδρύθηκε, παράλληλα με το επιτελικό κράτος, γίνει ο κανόνας νοθεύοντας πλήρως το δημοκρατικό πολίτευμα.














Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου