Σάββατο, Απριλίου 11, 2026

Να μπει η μίζα σε άρθρο του Συντάγματος





Η πρόταξη των αλλαγών του Συντάγµατος ως φάρµακο προς πάσα χρήση είναι και προσχηµατική και προσβλητική για τη δηµοκρατία.

Κώστας Βαξεβάνης

Ας ξεκινήσουµε από αυτό που αποτελεί είδηση. Εντεκα βουλευτές της Ν∆ είναι υπόδικοι για το µεγάλο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Με βάση την είδηση, που δεν επιδέχεται ωραιοποιήσεις του τύπου «µα δεν ξέρουµε αν είναι ένοχοι», οι έντεκα αντιπρόσωποι του ελληνικού κοινοβουλίου, θεµατοφύλακες της δηµοκρατίας και νοµοθέτες, κατηγορούνται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ότι παρέβησαν τον νόµο (και τον όρκο τους φυσικά) για να εξυπηρετήσουν όσους εξυπηρέτησαν. Εχουµε δηλαδή µια κυβέρνηση µε έντεκα υπόδικους και συνολικά 15 ελεγχόµενους για το εν λόγω σκάνδαλο. Μιλώντας µε νούµερα, το 10% των βουλευτών της κυβέρνησης µέχρι στιγµής έχει σχέση µε ένα µόνο σκάνδαλο που έχει αποκαλυφθεί.




Εν ολίγοις, δεν έχουµε κάποιες παρεκκλίνουσες συµπεριφορές ή «µεµονωµένα περιστατικά», αλλά µια συνήθεια, έξη και ροπή των βουλευτών της κυβέρνησης σε σκανδαλώδη δράση που πιθανόν να αποδειχτεί και ποινικά κολάσιµη.


Η κατάσταση δεν είναι πολιτικά διαχειρίσιµη για πολλούς ακόµη λόγους πέρα από το ποινικό σκέλος. Κυβέρνηση µε ολόκληρη ποινική συνιστώσα στο εσωτερικό της δεν έχει τη δεδηλωµένη. ∆εν αντιπροσωπεύει την ψήφο των πολιτών, οι οποίοι προφανώς δεν ψήφισαν βουλευτές για να έχουν παρτίδες µε την εισαγγελία και το έγκληµα. Οι συγκεκριµένοι βουλευτές δεν θα είναι στα ψηφοδέλτια, µε ό,τι αυτό παράγει ως αποτέλεσµα. Η απουσία τους θα δηµιουργήσει ανακατατάξεις και θα αλλάξει την τοπική πολιτική επετηρίδα, όπου πλέον οι τελευταίοι έσονται πρώτοι και οι φιλοδοξίες εκτρέπουν την κοµµατική τάξη. Εν ολίγοις, τα πράγµατα δεν πάνε όπως θα τα ήθελε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.


Αυτήν τη φορά το τσουνάµι των αποκαλύψεων, διανθισµένο µε επικοινωνίες των ίδιων των βουλευτών και όχι των «Φραπέδων» τους, έκανε την κυβέρνηση να αλλάξει τακτική. ∆εν κατηγόρησε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ως µια κακόβουλη παρέµβαση από το εξωτερικό που απειλεί την ελληνική τάξη, αλλά επιχείρησε αρχικώς να ψελλίσει ότι η εισαγγελική οµοβροντία για τους έντεκα δεν σήµαινε ποινική δίωξη. Η αστειότητα του επιχειρήµατος κατέρρευσε, αφού ορίζεται από το ίδιο το Σύνταγµα και τον κανονισµό της Βουλής πως όταν ζητείται άρση ασυλίας είναι γιατί υπάρχουν τα στοιχεία που οδηγούν σε δίωξη, αφού έχει γίνει η αντίστοιχη έρευνα.


Στη δεύτερη γραµµή άµυνας η κυβέρνηση ανακάλυψε την ελαφρότητα του αδικήµατος. Πρόκειται, βρε αδερφέ, «για κάτι ρουσφέτια και εξυπηρετήσεις» που συνηθίζονται στην Ελλάδα από την εποχή του Κολοκοτρώνη. Εδώ έχουµε δύο προσπάθειες. Αφενός να χαρακτηριστούν οι πράξεις διαφθοράς που συνδέονται µε ένα από τα µεγαλύτερα σκάνδαλα ως «ρουσφέτια», από την άλλη να αποδεχτούµε ότι τελικώς το ρουσφέτι και οι πελατειακές σχέσεις δεν είναι εγκληµατική δράση κατά της δηµοκρατίας αλλά µια κακή συνήθεια, από την οποία δεν µπόρεσαν να δραπετεύσουν οι κακόµοιροι βουλευτές της Ν∆. Ισως στο επόµενο υπουργικό συµβούλιο ο Μητσοτάκης να προτείνει µαζική ψυχοθεραπεία ως µέθοδο για να θεραπευτούν οι καθ’ έξιν παρανοµούντες. Μια οµάδα ΕΠΑ (Επώνυµοι Πολιτικοί Απατεώνες), κατά τους ΑΑ (Ανώνυµους Αλκοολικούς).


Την τρίτη και φαρµακερή γραµµή άµυνας απέναντι σε όσα αποκαλύφθηκαν ανέλαβε ο ίδιος ο Μητσοτάκης. Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι την επόµενη τετραετία θα προχωρήσει σε αλλαγή του Συντάγµατος ώστε να απαλλαγεί η χώρα από τη µάστιγα της διαφθοράς. Θα θεσπιστεί ασυµβίβαστο υπουργού και βουλευτή. Οποιος αναλαµβάνει κυβερνητική θέση θα παραιτείται του βουλευτικού αξιώµατος και τη θέση του θα παίρνει ο πρώτος επιλαχών. Οταν, δε, πάψει να είναι υπουργός, θα επανέρχεται ως βουλευτής. Ο Μητσοτάκης δηλαδή θα δηµιουργήσει µια οµάδα βουλευτών ρεπατζήδων που θα κάνει τα ρεπό όσων αναλαµβάνουν υπουργοί.

Το γελοίο του πράγµατος δεν είναι ωστόσο το βασικό πρόβληµα.

Εδώ έχουµε τον πρωθυπουργό να κάνει σοβαρές παραδοχές συµµετοχής στο έγκληµα που θεραπεύει στη συνέχεια µε άλµα λογικής. Παραδέχεται ότι υπάρχει διαφθορά, η οποία παράγεται και αναπαράγεται από τον δικό του πολιτικό χώρο, τους βουλευτές και τους υπουργούς του. Για έναν περίεργο λόγο, που δεν εξηγεί, αυτή η διαφθορά δηµιουργείται γιατί οι βουλευτές γίνονται υπουργοί και παραµένουν βουλευτές. Κάτι δηλαδή υπάρχει στη σχέση αυτή που κάνει τους βουλευτές και τους υπουργούς του να βάζουν το χέρι στο µέλι και να παραβαίνουν το καθήκον τους. Σε κάθε περίπτωση, αφορά τον πολιτικό του χώρο και τους δικούς του ανθρώπους.

Για να αλλάξει αυτή η αµαρτωλή συνήθεια του εγκλήµατος και της παραβατικότητας (γιατί περί αυτών πρόκειται) στο εσωτερικό της Ν∆, ο Μητσοτάκης θα αλλάξει τον θεµελιώδη και ανώτατο νόµο της χώρας. ∆εν διευκρινίζει ωστόσο πώς η αλλαγή του Συντάγµατος θα πατάξει τη διαφθορά. Είναι ελλιπές το Σύνταγµα και γι’ αυτό οι βουλευτές του εµπλέκονται στα σκάνδαλα; Η µοναδική εµφανής επιτηδευµένη ατέλεια του Συντάγµατος είναι το άρθρο 86, το οποίο προβλέπει ιδιαίτερη νοµική αντιµετώπιση για τους υπουργούς και δίνει τη δυνατότητα τα εγκλήµατά τους να µένουν ατιµώρητα µε αποφάσεις της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Ο Μητσοτάκης δεν µιλά γι’ αυτό το άρθρο. Αντιθέτως, όσες φορές υπουργοί του βρέθηκαν µπροστά σε απαίτηση της ∆ικαιοσύνης να ερευνηθούν, όπως στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, η κυβέρνηση έκανε πλήρη χρήση της µετατροπής µιας νοµικής διαδικασίας έρευνας στο κοινοβούλιο (προανακριτικές επιτροπές) σε πολιτικό εργαλείο (συγ)κάλυψης.

Εχει σηµασία να θυµίσουµε ότι το άρθρο 86 και ο νόµος 3126/2003, που περιγράφουν τη διαδικασία µέσω της οποίας ένας υπουργός προσέρχεται ενώπιον της ∆ικαιοσύνης, δίνουν τη δυνατότητα στον υπουργό να ζητήσει µόνος του, ακόµη και για λόγους τιµής και αποκατάστασης του ονόµατός του, να δικαστεί ώστε να αποδειχτεί η αθωότητά του. Τέτοια γενναιότητα από υπουργό έως σήµερα δεν έχουµε δει. Παρά τις επικλήσεις στην αθωότητα και την προσήλωση στη ∆ικαιοσύνη, δεν υπήρξε υπουργός που να έθεσε τον εαυτό του αυτοβούλως στη διάθεση της ∆ικαιοσύνης για να διαλύσει τις σκιές γύρω από το όνοµά του. Ολοι –και φυσικά ο Μητσοτάκης– προτιµούν να ξιφουλκούν εκ του ασφαλούς µε το επιχείρηµα-καραµέλα της «πολιτικής δίωξης». Την ίδια ώρα ένα πολίτης για τον οποίο υπάρχουν έστω και ενδείξεις για τη διάπραξη κάποιου αδικήµατος οδηγείται µπροστά στον δικαστή.

Η πρόταξη των αλλαγών του Συντάγµατος ως φάρµακο προς πάσα χρήση είναι και προσχηµατική και προσβλητική για τη δηµοκρατία. Στη χώρα δεν λείπουν οι νόµοι, αλλά η εφαρµογή τους. Η διαφθορά υπάρχει επειδή συγκαλύπτεται, όχι γιατί δεν έχουµε νόµους και δικαστήρια.

Στη Γερµανία το Σύνταγµα του 1949 µένει επί δεκαετίες αµετάβλητο και έχουν αλλάξει µόνο διατάξεις ώστε να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες συνθήκες. Στην Ελλάδα η φερόµενη πανάκεια της αλλαγής στο Σύνταγµα είναι µια δραπέτευση από αυτό που καταλαβαίνει η κοινωνία: είµαστε χώρα στην οποία δεν υπάρχει δικαιοσύνη και δεν γίνεται σεβαστός ούτε αυτός ο θεµελιώδης νόµος του Συντάγµατος, ο οποίος αλλάζει για να εξυπηρετήσει πολιτικές σκοπιµότητες. Ενδεχοµένως θα ήταν πιο τίµιο από την πλευρά του Μητσοτάκη να θεσµοθετήσει συνταγµατικά τη µίζα να τελειώνουµε. Τουλάχιστον να ξέρουµε συνταγµατικά πόσο τοις εκατό πληρώνουµε στη διαφθορά. Αλλωστε ήδη βουλευτές της Ν∆ προπαγανδίζουν την κανονικότητα του «δώρου». Αυτοί ξέρουν…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου