
Γράφει ηΜαρία Τσιλιμιγκάκη
Το να πηγαίνει κάποιος για ύπνο σε διαφορετική ώρα κάθε βράδυ κατά τη μέση ηλικία ίσως αποτελεί προειδοποιητικό σημάδι για μελλοντικά καρδιαγγειακά προβλήματα. Αυτό δείχνει νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Oulu στη Φινλανδία στην οποία φάνηκε ξεκάθαρα ότι οι μεγάλες διακυμάνσεις στην ώρα του ύπνου μπορεί να αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο σοβαρών καρδιακών επεισοδίων, ιδιαίτερα σε άτομα που κοιμούνται λιγότερο από 8 ώρες τη νύχτα.
Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Η μελέτη κατέδειξε ισχυρή σύνδεση ανάμεσα στην ακανόνιστη ώρα κατάκλισης και στην αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης σοβαρών καρδιαγγειακών συμβάντων. Τα άτομα που είχαν μικρή διάρκεια ύπνου και ταυτόχρονα πολύ ασταθές πρόγραμμα ύπνου αντιμετώπιζαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο σε σύγκριση με όσους διατηρούσαν σταθερές ώρες. Αντίθετα, οι διακυμάνσεις στην ώρα αφύπνισης δεν φάνηκαν να σχετίζονται άμεσα με καρδιακά προβλήματα.
Τα σοβαρά καρδιαγγειακά συμβάντα περιλάμβαναν παθήσεις που απαιτούν εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα, όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου και το εγκεφαλικό επεισόδιο. Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η σταθερότητα του ύπνου φαίνεται να επηρεάζει περισσότερο την καρδιακή υγεία απ’ όσο πιστευόταν μέχρι σήμερα.
Η ερευνήτρια Δρ Laura Nauha εξηγεί ότι παλαιότερες μελέτες είχαν ήδη συνδέσει την ακανόνιστη ώρα ύπνου με αυξημένους κινδύνους για την καρδιά. Ωστόσο, αυτή ήταν η πρώτη φορά που οι επιστήμονες εξέτασαν ξεχωριστά τη μεταβλητότητα στην ώρα κατάκλισης, στην ώρα αφύπνισης και στο «μέσο σημείο» του ύπνου, δηλαδή τη μέση χρονική στιγμή μεταξύ ύπνου και ξυπνήματος. Με αυτόν τον τρόπο κατάφεραν να αξιολογήσουν ποιος παράγοντας επηρεάζει περισσότερο την καρδιαγγειακή υγεία.
Για την καταγραφή των συνηθειών ύπνου, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ειδικούς ανιχνευτές δραστηριότητας που φορούσαν οι συμμετέχοντες. Οι συσκευές κατέγραφαν τη διάρκεια παραμονής στο κρεβάτι, καθώς και τις ώρες ύπνου και αφύπνισης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η συνέπεια στην ώρα που κάποιος κοιμάται είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη διατήρηση της καλής λειτουργίας της καρδιάς.
Σύμφωνα με τη Nauha, η σταθερή ώρα ύπνου αντικατοπτρίζει τον γενικό ρυθμό της καθημερινότητας και το κατά πόσο αυτός μεταβάλλεται από μέρα σε μέρα. Ένα ασταθές πρόγραμμα μπορεί να επηρεάζει το βιολογικό ρολόι του οργανισμού, γνωστό και ως κιρκάδιο ρυθμό, το οποίο ρυθμίζει πολλές σημαντικές λειτουργίες του σώματος, όπως την αρτηριακή πίεση, τον μεταβολισμό, την παραγωγή ορμονών και τη λειτουργία του καρδιαγγειακού συστήματος.
Όταν ο οργανισμός δεν ακολουθεί σταθερό πρόγραμμα ύπνου, το εσωτερικό αυτό «ρολόι» απορρυθμίζεται. Η χρόνια απορρύθμιση μπορεί να αυξήσει τη επιβαρύνει σταδιακά την καρδιά και τα αγγεία. Επιπλέον, η έλλειψη σταθερού ύπνου συνδέεται συχνά με αυξημένη κόπωση, μειωμένη σωματική δραστηριότητα, κακή διατροφή και αυξημένο άγχος, παράγοντες που επίσης επιβαρύνουν την καρδιαγγειακή υγεία.
Η έρευνα παρακολούθησε 3.231 άτομα που γεννήθηκαν στη Βόρεια Φινλανδία το 1966. Οι συνήθειες ύπνου τους καταγράφηκαν για μία εβδομάδα όταν οι συμμετέχοντες ήταν 46 ετών, ενώ στη συνέχεια οι επιστήμονες παρακολούθησαν την πορεία της υγείας τους για περισσότερο από δέκα χρόνια μέσω ιατρικών αρχείων και δεδομένων υγειονομικής περίθαλψης.
Το μεγάλο χρονικό διάστημα παρακολούθησης έδωσε στους ερευνητές τη δυνατότητα να εξετάσουν πώς οι καθημερινές συνήθειες μπορούν να επηρεάσουν την υγεία της καρδιάς μακροπρόθεσμα. Τα αποτελέσματα ενισχύουν την άποψη ότι ο ύπνος δεν αφορά μόνο τη συνολική διάρκεια, αλλά και τη σταθερότητα του προγράμματος.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η διατήρηση σταθερής ώρας ύπνου είναι ένας παράγοντας που οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να ελέγξουν σχετικά εύκολα. Μικρές αλλαγές, όπως το να κοιμάται και να ξυπνά κανείς περίπου την ίδια ώρα κάθε μέρα, να περιορίζει τη χρήση ηλεκτρονικών συσκευών πριν τον ύπνο και να αποφεύγει την υπερβολική κατανάλωση καφεΐνης ή αλκοόλ αργά το βράδυ, μπορεί να βοηθήσουν σημαντικά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου