Την κατακερματισμένη αγοραστική δύναμη των Ελλήνων καταγράφει η αποκαλυπτική έκθεση της ΙΝΕ ΓΣΕΕ. Τα στοιχεία για τους πραγματικούς μισθούς στην Ελλάδα κάνουν θρύψαλα το αφήγημα της κυβέρνησης Μητσοτάκη που κυματίζει τη «σημαία» των μισθολογικών αυξήσεων που πρακτικά σημαίνουν ελάχιστα με την ακρίβεια να καλπάζει.
Τρανό παράδειγμα η αντιστοιχία του πραγματικού μέσου μισθού του 2025 με το 2009, την οποία η ΙΝΕ ΓΣΕΕ χαρακτηρίζει ως απογοητευτική. «Το ύψος του ανήλθε στα 14.998 ευρώ, επίπεδο το οποίο, αν και οριακά υψηλότερο από το 2024 (+1,3%), ήταν χαμηλότερο κατά 31% σε σχέση με το 2009 και σχεδόν αντίστοιχο του 2019 (+0,3%). Από το τελευταίο στοιχείο προκύπτει ότι κατά τη μετα-μνημονιακή περίοδο, παρά τους σχετικά υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ονομαστικού ΑΕΠ, οι μισθωτοί στη χώρα μας δεν βίωσαν ουσιαστική αύξηση της αγοραστικής τους δύναμης», καταγράφει μεταξύ άλλων.
«Συγκριτικά μάλιστα με το 2021, δηλαδή το έτος έναρξης της πληθωριστικής κρίσης, ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός στην Ελλάδα το 2025 ήταν χαμηλότερος κατά 1,3%, στοιχείο που δείχνει τη σημαντική επίπτωση που είχε ο πληθωρισμός στο πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων», προσθέτει, καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως
«Επτά έτη μετά το τέλος της μνημονιακής επιτήρησης της οικονομίας, το εισόδημα των μισθωτών στην Ελλάδα, τόσο σε ονομαστικούς όσο και σε πραγματικούς όρους, συνεχίζει να βρίσκεται σε επίπεδα αισθητά χαμηλότερα από την προ-κρίσης περίοδο (2009)».
Αναλυτικά:
«Παρά τη βελτίωση που καταγράφουν τα τελευταία έτη ορισμένοι βασικοί ποσοτικοί δείκτες της αγοράς εργασίας στη χώρα μας, ιδιαίτερο προβληματισμό εξακολουθεί να προκαλεί η εξέλιξη του εισοδήματος και της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων. Ενώ οι διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού σε συνδυασμό με τη σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των μισθωτών και την πρόσφατη κοινωνική συμφωνία για την αύξηση του ποσοστού κάλυψης των εργαζομένων από ΣΣΕ συμβάλλουν στην ενίσχυση του ονομαστικού διαθέσιμου εισοδήματος των μισθωτών και των νοικοκυριών, οκτώ χρόνια μετά το τέλος των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής το πραγματικό εισόδημα της μισθωτής εργασίας συνεχίζει να παραμένει καθηλωμένο σε επίπεδα, κατά βάση, χαμηλότερα της προ-μνημονιακής περιόδου (2009). Η εισοδηματική αυτή στασιμότητα, ειδικά σε συνθήκες υψηλού πληθωρισμού, δεν υποσκάπτει μόνο την οικονομική ευμάρεια και τις συνθήκες διαβίωσης των μισθωτών· επηρεάζει αρνητικά και τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη της οικονομίας, υποσκάπτοντας τις ίδιες τις προοπτικές βιώσιμης δυναμικής της και τον βαθμό χρηματοπιστωτικής της συνοχής.
Το Διάγραμμα 2.7 επιβεβαιώνει την παραπάνω διαπίστωση, παρουσιάζοντας την εξέλιξη του μέσου μισθού και του μέσου ωρομισθίου στο σύνολο της οικονομίας την περίοδο 2009-2025. Παρατηρούμε ότι το 2025 ο μέσος ετήσιος ονομαστικός μισθός ανήλθε στη χώρα μας στα 18.134 ευρώ, αυξημένος κατά 3,9% έναντι του 2024 και 19,7% έναντι του 2019. Παρόλα αυτά, το ύψος του συνέχιζε και πέρυσι να είναι χαμηλότερο κατά 12% σε σχέση με το 2009, όντας χαμηλότερο ακόμη και από το επίπεδο του 2012 (-0,9%), που ήταν έτος βαθιάς ύφεσης, ραγδαίας αύξησης της ανεργίας και πτώσης των ονομαστικών μισθών ως συνέπεια της εφαρμογής της πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης.

Ωστόσο, εξετάζοντας την εξέλιξη του μέσου ετήσιου μισθού σε πραγματικούς όρους, η εικόνα είναι ακόμη πιο απογοητευτική. Βλέπουμε ότι το 2025 το ύψος του ανήλθε στα 14.998 ευρώ, επίπεδο το οποίο, αν και οριακά υψηλότερο από το 2024 (+1,3%), ήταν χαμηλότερο κατά 31% σε σχέση με το 2009 και σχεδόν αντίστοιχο του 2019 (+0,3%). Από το τελευταίο στοιχείο προκύπτει ότι κατά τη μετα-μνημονιακή περίοδο, παρά τους σχετικά υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ονομαστικού ΑΕΠ, οι μισθωτοί στη χώρα μας δεν βίωσαν ουσιαστική αύξηση της αγοραστικής τους δύναμης. Συγκριτικά μάλιστα με το 2021, δηλαδή το έτος έναρξης της πληθωριστικής κρίσης, ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός στην Ελλάδα το 2025 ήταν χαμηλότερος κατά 1,3%, στοιχείο που δείχνει τη σημαντική επίπτωση που είχε ο πληθωρισμός στο πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων.
Αντίστοιχα είναι και τα στοιχεία για την εξέλιξη του μέσου ονομαστικού και πραγματικού ωρομισθίου. Όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 2.7, το 2025 το μέσο ονομαστικό ωρομίσθιο στο σύνολο της οικονομίας ανήλθε στα 9,6 ευρώ, αυξημένο έναντι τόσο του 2024 όσο και του 2019, παραμένοντας όμως χαμηλότερο συγκριτικά με την προ-οικονομικής κρίσης περίοδο (2009). Σε πραγματικούς όρους, το 2025 το μέσο ωρομίσθιο στη χώρα μας αντιστοιχούσε μόλις στο 73,5% του 2009, ενώ συγκριτικά με το 2019 σημείωσε οριακή αύξηση κατά 2%.
Τα παραπάνω εμπειρικά ευρήματα αποκαλύπτουν ότι επτά έτη μετά το τέλος της μνημονιακής επιτήρησης της οικονομίας, το εισόδημα των μισθωτών στην Ελλάδα, τόσο σε ονομαστικούς όσο και σε πραγματικούς όρους, συνεχίζει να βρίσκεται σε επίπεδα αισθητά χαμηλότερα από την προ-κρίσης περίοδο (2009).
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της μεγάλης πτώσης των μισθών που σημειώθηκε την περίοδο εφαρμογής των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής. Σχετίζεται και με την ανεπαρκή μεταβολή των ονομαστικών αποδοχών των εργαζομένων από το 2019 και ύστερα, η οποία, σε συνδυασμό με την ένταση της πληθωριστικής κρίσης, την ανεπάρκεια των μέτρων ανάσχεσής της και την απουσία αποτελεσματικών θεσμικών μηχανισμών προστασίας του εισοδήματός τους, είχε ως συνέπεια τη μειωμένη, συγκριτικά με την περίοδο πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, αγοραστική δύναμη των μισθωτών, συντηρώντας έτσι το πρόβλημα αξιοπρεπούς διαβίωσης που αντιμετωπίζει μεγάλο τμήμα της μισθωτής εργασίας τα τελευταία χρόνια».
Η Έκθεση του ΙΝΕ / ΓΣΕΕ
Πολλές ώρες εργασίας, υψηλός ο κίνδυνος φτώχειας
Στην έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ καταγράφονται επίσης τα εξής συμπεράσματα:Η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλές εβδομαδιαίες ώρες εργασίας σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, ιδίως σε βασικούς κλάδους απασχόλησης. Στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, όπου συγκεντρώνεται το 17,6% της συνολικής απασχόλησης, οι μέσες συνήθεις εβδομαδιαίες ώρες εργασίας ανέρχονται το 2025 σε 42,3, που είναι η υψηλότερη τιμή μεταξύ των υπό εξέταση χωρών.
Η ανάλυση της κοινωνικής βιωσιμότητας και της ποιότητας ζωής αναδεικνύει μία σύνθεση και αντιφατική εικόνα. Από τη μία πλευρά, η ελληνική οικονομία έχει εξέλθει από την πιο οξεία φάση της προηγούμενης κρίσης και ορισμένη κοινωνικοί δείκτες παρουσιάζουν βελτίωση συγκριτικά με τη δεκαετία του 2010. Από την άλλη πλευρά, η σχετική φτώχεια, η εισοδηματική ανισότητα, η φτώχεια στην εργασία, η οικονομική πίεση των νοικοκυριών και η υποκειμενική ευημερία, δείχνουν ότι η κοινωνική ανάκαμψη παραμένει ανεπαρκής, άνιση και εύθραυστη.
Ο κίνδυνος φτώχειας παραμένει υψηλός σε κρίσιμες κοινωνικές και ηλικιακές ομάδες. Ιδιαίτερα οι νέοι ηλικίας 18-24 ετών εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αυξημένη κοινωνική ευαλωτότητα, με τον κίνδυνο φτώχειας να διαμορφώνεται στο 24,2% το 2025. Παρότι έχει μειωθεί, το ποσοστό παραμένει υψηλό σε σχέση με αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.
Αντίστοιχα στον πυρήνα του ενεργού πληθυσμού, δηλαδή στην ηλικιακή ομάδα 25-54 ετών, ο κίνδυνος φτώχειας διαμορφώνεται στο 17,5% το 2025 έναντι 14,3% στην ΕΕ των 27. Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, διότι αφορά το βασικό παραγωγικό και οικογενειακό σώμα της κοινωνίας. Δείχνει ότι η συμμετοχή στην οικονομική δραστηριότητα δεν αρκεί από μόνη της για να διασφαλίσει κοινωνική προστασία και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.
Σημαντική κοινωνική πίεση αντιμετωπίζει και η ηλικιακή ομάδα 55-64 ετών. Το 2025 ο κίνδυνος φτώχειας γι’ αυτή την ομάδα ανέρχεται στην Ελλάδα στο 17,3%, έναντι 14,9% στην ΕΕ-27.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου