Τρίτη, Ιουνίου 30, 2026

Υπόθεση υιού Θεοδωρικάκου: Εισαγγελέας έκανε έφεση στο βούλευμα που παρέπεμπε σε δίκη τον πρώην αρχηγό ΕΛΑΣ

 
Τριάμισι χρόνια μετά την αποκάλυψη του Documento για την συγκάλυψη της υπόθεσης και όλο και κάποιος «φροντίζει» να μην καθίσουν ποτέ στο εδώλιο.
Ειδήσεις


Γιάννης Τσακαρισιάνος
 


Documento Creative, INTIME, EUROKINISSI
 


Nέα σκανδαλώδης εξέλιξη στην υπόθεση που έχει πλέον πολιτογραφηθεί ως υπόθεση υιού Θεοδωρικάκου. Με αστραπιαία και ζηλευτά αντανακλαστικά, γεγονός σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα, η Δικαιοσύνη έσπευσε να υψώσει νομικό ανάχωμα στην παραπομπή με βούλευμα όλων των εμπλεκομένων στην πολύκροτη υπόθεση συγκάλυψης με βασικούς κατηγορούμενους τον πρώην αρχηγό της ΕΛ.ΑΣ. Μιχάλη Καραμαλάκη και τον γιο του νυν υπουργού Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκου.

Μόλις δύο εβδομάδες χρειάστηκαν από την έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος, που άνοιγε τον δρόμο για το ακροατήριο, προκειμένου να ασκηθεί έφεση από εισαγγελέα (υπ’ αριθμόν 34/26-6-2026). Η κίνηση αυτή δεν ερμηνεύεται ως μια απλή δικονομική εξέλιξη, αλλά γνώστες της υπόθεσης μιλάνε για μια εσπευσμένη προσπάθεια να αποτραπεί η δημόσια λογοδοσία, μπλοκάροντας σε ακόμα μία υπόθεση δημοσίου συμφέροντος την ανοιχτή εξέταση των στοιχείων και των μαρτύρων στη δικαστική αίθουσα.


Το παραπεμπτικό βούλευμα, όπως αποκάλυψε το Documento στις 21 Ιουνίου, είχε υιοθετήσει στο ακέραιο την πρόταση του εισαγγελέα πρωτοδικών, Νικόλαου Κοκαρίδα, δίνοντας προς στιγμήν την αίσθηση μιας θεσμικής δικαίωσης. Όμως, η άμεση άσκηση της έφεσης στις 26 Ιουνίου μετέτρεψε την ελπίδα για κάθαρση σε βαθύ προβληματισμό.

Διαβάστε επίσης: Στο σκαμνί ο Καραμαλάκης για χάρη του Θεοδωρικάκου








Τριάμισι χρόνια μετά την αρχική αποκάλυψη του documentonews.gr που προκάλεσε τις σαρωτικές αλλαγές και τους εξοστρακισμούς αξιωματικών στο εσωτερικό της ΕΛ.ΑΣ., η δικογραφία βρίσκεται στο πιο κρίσιμο σταυροδρόμι της. Το νομικό επίδικο δεν περιορίζεται πλέον στο αν τελέστηκαν τα αδικήματα τη νύχτα της 21ης Νοεμβρίου 2021 στο Μαρούσι, όταν ο υπουργικός γόνος με την παρέα του πιάστηκαν, σε τυχαίο έλεγχο από αστυνομικούς της ομάδας ΔΙΑΣ, να κατέχουν 8,9 γρ. κάνναβης. Αλλά στο κατά πόσον το ίδιο το δικαστικό σύστημα διαθέτει τις θεσμικές αντοχές να οδηγήσει την υπόθεση στο ακροατήριο κι αυτό απέναντι σε έναν μηχανισμό που επιδεικνύει ακαριαία αντανακλαστικά προκειμένου να αποτρέψει τη δημόσια λογοδοσία και να συγκαλύψει ακόμα μια υπόθεση δημοσίου συμφέροντος.



INTIME

Η κατάθεση της έφεσης με αριθμό 34/26-6-2026 κατά του βουλεύματος, συνιστά μια κίνηση που στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνει διαστάσεις ωμής θεσμικής παρέμβασης, σύμφωνα με τον δικηγόρο Γιάγκο Λαμπίρη, συνήγορο του καταγγέλλοντα το σκάνδαλο αλλά και κατηγορούμενου σήμερα στην υπόθεση, ο οποίος τονίζει στο documentonews.gr: «Η υπ’ αριθ. 34/26-6-2026 έφεση κατά του υπ’ αριθ. 2216/2026 παραπεμπτικού βουλεύματος δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί ως αυτονόητα αθώα δικονομική ενέργεια.

Όταν μια υπόθεση, στο κέντρο της οποίας βρίσκονται ο γιος εν ενεργεία υπουργού της κυβέρνησης και πρώην Αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ., οδηγείται με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε δημόσια δίκη και ακαριαία επιχειρείται η ανακοπή αυτής της πορείας, το ζήτημα υπερβαίνει τα όρια του εισαγγελικού καθήκοντος και αποκτά χαρακτηριστικά θεσμικής εκτροπής – και δη για δεύτερη φορά, αφού ήδη είχε προηγηθεί προσπάθεια απομάκρυνσης της υπόθεσης από την πλήρη δικαστική της διερεύνηση.

Η έφεση αυτή συνιστά ανάχωμα στη δημόσια δίκη. Και έτσι, αντί να υπηρετεί την ανάγκη πλήρους δικαστικής διαλεύκανσης, επαναφέρει την υπόθεση πίσω από κλειστές πόρτες, εκεί όπου η αλήθεια δεν δοκιμάζεται δημόσια, οι μάρτυρες δεν εξετάζονται στο ακροατήριο και η κοινωνία δεν βλέπει ποιος λέει τι, ποιος αποκρύπτει τι και ποιος τελικά προστατεύεται. Πρέπει να καταστεί απολύτως σαφές: μετά την έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος, η μόνη καθαρή θεσμική απάντηση είναι το ακροατήριο. Το φως. Η δημόσια διαδικασία. Η αντιπαράθεση των αποδείξεων ενώπιον φυσικού δικαστή.

Διαβάστε επίσης: «Συγκάλυψη υπόθεσης ναρκωτικών» γιου υπουργού Θεοδωρικάκου: Και 2ος εισαγγελέας ζητά παραπομπές σε δίκη

Κάθε κίνηση που απομακρύνει την υπόθεση από αυτήν την πορεία, ακόμη και αν περιβάλλεται τον τύπο προβλεπόμενης δικονομικής δυνατότητας, προκαλεί πλέον την οργή της πλειοψηφίας των έντιμων και θαρραλέων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, αλλά και το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς δικονομικό. Είναι βαθύτατα πολιτικό και θεσμικό: θα δικαστεί δημόσια μια υπόθεση που ενοχλεί την εξουσία ή θα επιχειρηθεί να ελεγχθεί η έκβασή της πριν φθάσει στο ακροατήριο;

Έχω εδραία πεποίθηση ότι και αυτή τη φορά οι δικαστές που θα κληθούν να αποφασίσουν δεν θα επιτρέψουν να καταστεί η Δικαιοσύνη εργαλείο συγκάλυψης, ούτε να μετατραπεί η θεσμική τους αποστολή σε μηχανισμό προστασίας ισχυρών προσώπων από τη δημόσια λογοδοσία».
Το ιστορικό

Υπενθυμίζεται πως η εν λόγω υπόθεση, αυτή δηλαδή που βασίζεται στην καταγγελία του άλλοτε επικεφαλής της Άμεσης Δράσης, Σπύρου Δόσχορη, είναι ο «πυρήνας» μιας ευρύτερης δικογραφίας, η οποία περιλαμβάνει ακόμα δύο πολύ ισχυρά συστατικά. Ένα την έρευνα για πειθαρχικά και ποινικά αδικήματα σε βάρος πρωτοκλασάτων πλέον στελεχών της ΕΛΑΣ που ενεπλάκησαν στην συγκάλυψη της υπόθεσης όταν αυτή βρισκόταν στα χέρια του τότε επικεφαλής του Εσωτερικών Υποθέσεων και νυν Υπαρχηγού Α’, Παναγιώτη Πούπουζα και από την πορεία τους φαίνεται πως «εξαργύρωσαν» την εμπλοκή τους αυτή. Και δεύτερον, υπάρχει η μηνυτήρια αναφορά του προκατόχου της διοίκησης των «Αδιάφθορων», Αντιστράτηγου ε.α., Ηλία Κοσσυβάκη, -η τύχη της οποίας αγνοείται κάπου στο ελληνικό κοινοβούλιο- ο οποίος έχει κάνει μήνυση σε βάρος του Τάκη Θεοδωρικάκου, του πρώην Αρχηγού της ΕΛΑΣ, Λάζαρου Μαυρόπουλου, του Υπαρχηγού Α’ Παναγιώτη Πούπουζα και του επίσης άμεσα εμπλεκόμενου στην υπόθεση συγκάλυψης, Υπαστυνόμου Β΄ τότε, Φώτιου Μπράμη, για δωροδοκία – δωροληψία και παράβαση καθήκοντος.


Το Κατηγορητήριο και η Βαρύτητα των Πράξεων

Το περιεχόμενο της δικογραφίας λοιπόν, όπως αυτό αποκρυσταλλώθηκε μέσα από την πολύμηνη και πολυτάραχη προκαταρκτική εξέταση, συνιστά κόλαφο ακόμα και για τα σημερινά ανώτατα κλιμάκια της Ελληνικής Αστυνομίας, αφού αποδεικνύεται πως το «σώμα» έχει συνέχεια και «βολεύει» όσους για αυτό δουλεύουν.

Όσων αφορά όμως το παραπεμπτικό βούλευμα στο οποίο ασκήθηκε αστραπιαία η έφεση, στο επίκεντρο του δικαστικού ελέγχου βρίσκεται ο πρώην αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ., στρατηγός ε.α. Μιχάλης Καραμαλάκης. Αν και τα αδικήματα που του αποδίδονται φέρουν τον νομικό χαρακτηρισμό του πλημμελήματος, η ποινική τους απαξία επισκιάζεται από την τεράστια θεσμική και ηθική βαρύτητα που φέρουν.

Ο πρώην αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. καλείται να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες της παράνομης βίας και της ηθικής αυτουργίας σε υπόθαλψη εγκληματία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο παραπεμπτικό βούλευμα, φέρεται να λειτούργησε ως ο ιθύνων νους μιας επιχείρησης συγκάλυψης, χρησιμοποιώντας την ισχύ της θέσης του για να εξαναγκάσει υφισταμένους του σε παράνομες πράξεις.

Το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις πως ο ίδιος, επικαλούμενος την απειλή της άμεσης συνταξιοδότησης, εξώθησε τον τότε διοικητή της Άμεσης Δράσης Αττικής να ακυρώσει μια καθ’ όλα νόμιμη αστυνομική διαδικασία, με αποκλειστικό γνώμονα την προστασία του υπουργικού γόνου και των φίλων του, στην κατοχή των οποίων είχαν βρεθεί μικροποσότητες ναρκωτικών ουσιών.

Μαζί με τον πρώην αρχηγό, στον κατάλογο των κατηγορουμένων περιλαμβάνονται ο τότε διοικητής και ο υποδιοικητής της Άμεσης Δράσης, καθώς και ο επόπτης βάρδιας, οι οποίοι αντιμετωπίζουν επίσης την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε υπόθαλψη εγκληματία. Το κατηγορητήριο επεκτείνεται και στους τέσσερις αστυνομικούς της ομάδας ΔΙΑΣ, οι οποίοι είχαν διενεργήσει τον αρχικό έλεγχο, κατηγορούμενοι για την πράξη της υπόθαλψης, ενώ οι τέσσερις νεαροί, μεταξύ των οποίων ο γιος του νυν υπουργού Ανάπτυξης, αντιμετωπίζουν κατηγορίες για προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών.

Διαβάστε επίσης: Υπόθεση «υιού Θεοδωρικάκου»: Ζητείται πειθαρχικός έλεγχος της εισαγγελέως που βγάζει τους εμπλεκόμενους «λευκές περιστερές»
Η διαδρομή της υπόθεσης

Η αφετηρία αυτής της δαιδαλώδους πορείας είναι την 21η Νοεμβρίου 2021, όταν πραγματοποιήθηκε ο επίμαχος αστυνομικός έλεγχος. Ωστόσο, η υπόθεση παρέμεινε στο σκοτάδι μέχρι την 25η Ιανουαρίου 2023. Εκείνη την ημέρα, ο αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ., Σπυρίδων Δόσχορης, προχώρησε σε επίσημη καταγγελία στο Τμήμα Εσωτερικών Υποθέσεων κάνοντας λόγο για την παράνομη παρέμβαση που είχε δεχθεί.

Η νομική αξιολόγηση των όσων ακολούθησαν καταδεικνύει μια πρωτοφανή προσπάθεια στεγανοποίησης. Η άμεση απομάκρυνση του επικεφαλής των Αδιάφθορων, Ηλία Κοσσυβάκη, την ίδια ακριβώς ημέρα της καταγγελίας, και η αντικατάστασή του από τον αξιωματικό, Παναγιώτη Πούπουζα, πρόσωπο της επιλογής του Τάκη Θεοδωρικάκου, αποτέλεσε το πρώτο ισχυρό σήμα πως η έρευνα δεν θα διεξαγόταν υπό ομαλές συνθήκες. Ταυτόχρονα μέσα σε μόλις λίγα 24ωρα διενεργήθηκε η Ένορκη Διοικητική Εξέταση (ΕΔΕ) βασισμένη αποκλειστικά στις καταθέσεις των ελεγχόμενων προσώπων και όπως ήταν αναμενόμενο εκδόθηκε απαλλακτικό πόρισμα.

Ο φάκελος διαβιβάστηκε στην εισαγγελία, όπου ξεκίνησε ένας μαραθώνιος ερμηνειών και καθυστερήσεων. Η προσπάθεια αρχειοθέτησης έφτασε στο απόγειό της τον Απρίλιο του 2024, όταν ο εισαγγελέας, Ιωάννης Σέβης, που είχε αναλάβει την προκαταρκτική έρευνα πρότεινε την πλήρη αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Η εισαγγελική αυτή πρόταση στηρίχθηκε σε συμπληρωματικές καταθέσεις εμπλεκόμενων αξιωματικών, οι οποίοι, εμφανιζόμενοι αυτοβούλως, προσπάθησαν να αλλάξουν την εικόνα της βραδιάς, ισχυριζόμενοι πως κανένα αξιόποινο στοιχείο δεν είχε εντοπιστεί.


Eurokinissi
Παρέμβαση Πιέρρου και η ανατροπή

Η υπόθεση θα είχε πιθανότατα κλείσει οριστικά, εάν δεν υπήρχε η καθοριστική παρέμβαση του εισαγγελέα εφετών, Δημήτρη Πιέρρου, τον Μάιο του 2024. Αξιολογώντας τα στοιχεία της δικογραφίας με αμιγώς δικαιοδοτικά κριτήρια, ο εισαγγελικός λειτουργός αρνήθηκε να επικυρώσει την αρχειοθέτηση. Αντιθέτως, διέταξε τη διενέργεια συμπληρωματικής προκαταρκτικής εξέτασης, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία των καταθέσεων που είχαν δοθεί με σκοπό την απαλλαγή των κατηγορουμένων. Καταθέσεις που είχαν παρθεί από στελέχη των «Αδιάφθορων» άνευ εισαγγελικής παραγγελίας.

Σύμφωνα με το νομικό σκεπτικό του κ. Πιέρρου, όλοι οι εμπλεκόμενοι έπρεπε πλέον να αντιμετωπίζονται ως εν δυνάμει ύποπτοι. Στην επείγουσα διάταξή του για την άσκηση ποινικών διώξεων κατά πάντων, τον Ιούλιο του 2024, ο εισαγγελέας ανέδειξε τα λογικά κενά και τις αντιφάσεις της υπερασπιστικής γραμμής. Έθεσε στο μικροσκόπιο της έρευνας την αδικαιολόγητη φυσική παρουσία ανώτατων αξιωματικών της Άμεσης Δράσης στο σημείο ενός –όπως ισχυρίζονταν– απλού ελέγχου ρουτίνας, καθώς και τον καταιγισμό των τηλεφωνικών κλήσεων που καταγράφηκαν τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο μεταξύ των εμπλεκόμενων στελεχών.

Η αντίδραση του συστήματος σε αυτή την εισαγγελική παραγγελία υπήρξε σκληρή. Ο εισαγγελέας Πιέρρος βρέθηκε αντιμέτωπος με πειθαρχικό έλεγχο, μια κίνηση που μεταφράζεται συχνά ως προσπάθεια υπηρεσιακής εξόντωσης και εκφοβισμού. Μέσα σε ένα κλίμα θεσμικής πίεσης, και με την αρωγή νομοθετικών ρυθμίσεων του Υπ. Δικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδη, που ψηφίστηκαν εκείνη την περίοδο, δόθηκε η δυνατότητα στους κατηγορούμενους να προσβάλουν το κλητήριο θέσπισμα, οδηγώντας τη δικογραφία σε νέες περιπέτειες και σε αντεισαγγελείς που έκαναν προσωρινά δεκτές τις προσφυγές τους, αποδεχόμενοι μάλιστα τεχνικές πραγματογνωμοσύνες που αμφισβητούσαν τη φύση των κατασχεθέντων ουσιών. Συγκεκριμένα, η αντεισαγγελέας Εφετών, Ροζαλία Λάλλη, έφτασε στο σημείο να δεχθεί τα συμπεράσματα του «ειδικού» πραγματογνώμονα που είχε προσλάβει ο Μιχάλης Καραμαλάκης, ο οποίος κατάφερε μέσα από τις επίμαχες φωτογραφίες εκείνης της νύχτας να «βαφτίσει» την φούντα… καπνό.
Το βούλευμα και η μάχη του ακροατηρίου

Παρά τις αλλεπάλληλες τρικλοποδιές, η επιστροφή της δικογραφίας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών οδήγησε στην έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος υπ’ αριθμόν 2216/2026. Το Δικαστικό Συμβούλιο, σταθμίζοντας όλα τα στοιχεία, τις μαρτυρίες και τα ευρήματα, αποφάνθηκε πως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Το βούλευμα αυτό δεν αποτέλεσε απλώς μια δικονομική πράξη, αλλά μια θεσμική δήλωση: η αλήθεια πρέπει να αναζητηθεί και να κριθεί στην αίθουσα του δικαστηρίου, ενώπιον των φυσικών δικαστών και υπό το βλέμμα της δημοσιότητας.

Δύο εβδομάδες όμως αργότερα ασκήθηκε η περίφημη έφεση που οδηγεί την υπόθεση σε εκ νέου κρίση από δικαστικό συμβούλιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου