
Γράφει οΒασίλης Ανδριανόπουλος
Φωτογραφικές διατάξεις, παράνομοι όροι, αθέμιτος ανταγωνισμός και εύνοια άλλων οικονομικών φορέων. Ιδιαιτέρως αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία της προσφυγής -βρίσκεται σε γνώση του iEidiseis- που υπέβαλε εταιρεία προς την Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΔΗΣΥ), αναφορικά με την διακήρυξη του διαγωνισμού ύψους 133 εκατομμυρίων ευρώ που διενεργεί το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου για τη σίτιση στις προσφυγικές δομές της χώρας. Σύμφωνα με την προσφυγή, κάποιοι από τους όρους που υπάρχουν στη διακήρυξη, ευνοούν εταιρείες που κέρδισαν την προηγούμενη διαγωνιστική διαδικασία το 2021.
«Δύναται να ανέλθει έως 265 εκατ. ευρώ»
Όπως σημειώνεται στην προσφυγή, η επίμαχη συμφωνία-πλαίσιο, θα έχει διετή διάρκεια και θα υποδιαιρείται σε εννέα τμήματα, με βάση το γεωγραφικό κριτήριο, ήτοι: Τμήμα 1 «Φυλάκιο», Τμήμα 2 «Βόρεια Ελλάδα Α», Τμήμα 3 «Βόρεια Ελλάδα Β», Τμήμα 4 «Νότια Ελλάδα Α», Τμήμα 5 «Νότια Ελλάδα Β», Τμήμα 6 «Λέσβος», Τμήμα 7 «Σάμος – Χίος και λοιπά νησιά Βορείου Αιγαίου», Τμήμα 8 «Κως – Λέρος, λοιπά νησιά Νοτίου Αιγαίου» και Τμήμα 9 «Κρήτη».
Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Η συνολική αρχική εκτιμώμενη αξία της διετούς συμφωνίας-πλαίσιο ανέρχεται σε 132.985.560 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, ενώ προβλέπεται και δικαίωμα προαίρεσης έως ποσοστό 100%. Ως αποτέλεσμα, η συνολική εκτιμώμενη αξία δύναται να ανέλθει έως 265.971.120 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ.
Σημειώνεται πως κριτήριο ανάθεσης είναι η πλέον οικονομικά συμφέρουσα προσφορά, ενώ η συμφωνία-πλαίσιο προβλέπεται να συναφθεί σε δύο οικονομικούς φορείς ανά τμήμα, κατά σειρά μειοδοσίας, εφόσον υφίσταται επαρκής αριθμός παραδεκτών προσφορών. Ως καταληκτική ημερομηνία παραλαβής των προσφορών ορίστηκε η 22η Ιουλίου 2026.
«Περιορίζουν αδικαιολόγητα τον ανταγωνισμό»
Βάσει όσων αναφέρονται στην προσφυγή, η προσφεύγουσα εταιρεία «συγκαταλέγεται στους οικονομικούς φορείς προς τους οποίους απευθύνεται η προσβαλλόμενη διακήρυξη, δοθέντος ότι διαθέτει την απαιτούμενη επαγγελματική δραστηριότητα, τεχνογνωσία, επιχειρησιακή οργάνωση, εμπειρία και πραγματική δυνατότητα παροχής των ζητούμενων υπηρεσιών παρασκευής και διανομής γευμάτων».
Παρόλα αυτά, σύμφωνα με την προσφυγή, η επίμαχη διακήρυξη του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, «περιλαμβάνει σειρά όρων οι οποίοι, αυτοτελώς αλλά και συνδυαστικά ορώμενοι και αξιολογούμενοι, περιορίζουν αδικαιολόγητα τον ανταγωνισμό, ευνοούν υπέρμετρα περιορισμένο αριθμό πολύ μεγάλων οικονομικών φορέων, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν αναδειχθεί ανάδοχοι της προηγούμενης σύμβασης, αποδυναμώνουν τη δυνατότητα σύμπραξης, στήριξης σε ικανότητες τρίτων ή υπεργολαβικής συνεργασίας, επιβάλλουν υψηλότατες χρηματοοικονομικές, τεχνικές και ασφαλιστικές απαιτήσεις, και μετακυλίουν στον ανάδοχο δυσανάλογο επιχειρηματικό και οικονομικό κίνδυνο».
«Μη νόμιμος όρος»
Στην επίμαχη διακήρυξη σημειώνεται για τα πρότυπα διασφάλισης ποιότητας και περιβαλλοντικής διαχείρισης, ότι «σε περίπτωση ένωσης οικονομικών φορέων, οι απαιτήσεις της παρούσας παραγράφου 2.2.7 καλύπτεται από κάθε μέλος της ένωσης ξεχωριστά».
Σύμφωνα με την προσφυγή, αυτός ο όρος είναι «μη νόμιμος, διότι εισάγει γενική και αδιάκριτη υποχρέωση κατοχής του συνόλου των απαιτούμενων πιστοποιήσεων από κάθε μέλος της ένωσης, ανεξαρτήτως του ειδικότερου αντικειμένου που πρόκειται να αναλάβει κατά την εκτέλεση της σύμβασης».
Βάσει της προσφυγής, ο επίμαχος όρος της διακήρυξης, τέθηκε «χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν ούτε το πραγματικό αντικείμενο που θα αναλάβει κάθε μέλος της ένωσης οικονομικών φορέων ούτε ο επιμερισμός των συμβατικών υποχρεώσεων μεταξύ των μελών».
Δηλαδή, «οικονομικός φορέας ο οποίος πρόκειται να αναλάβει αποκλειστικά τη μεταφορά ή τη διανομή των γευμάτων υποχρεώνεται να διαθέτει πιστοποιήσεις που σχετίζονται με την παραγωγική διαδικασία ή με άλλες λειτουργίες τις οποίες δεν πρόκειται να ασκήσει», ενώ το αντίστροφο ισχύει και για τον φορέα που θα αναλάβει την παραγωγή.
Επομένως, «οι πιστοποιήσεις παύουν να λειτουργούν ως μέσα διασφάλισης της ποιότητας της συγκεκριμένης δραστηριότητας και μετατρέπονται σε αυτοτελή εμπόδια συμμετοχής».
Κι αυτό συμβαίνει ενώ η υπό ανάθεση σύμβαση περιλαμβάνει πλείστες λειτουργίες όπως παρασκευή γευμάτων, μεταφορά, διανομή, οργάνωση προσωπικού, χρήση παραγωγικών μονάδων, οχημάτων και λοιπού εξοπλισμού.
Επομένως, σύμφωνα με την προσφυγή, «είναι απολύτως πιθανό και επιχειρησιακά εύλογο μια ένωση οικονομικών φορέων να κατανείμει μεταξύ των μελών της τα επιμέρους τμήματα της εκτέλεσης…».
Η «παρανομία» του επίμαχου όρου, καθίσταται σύμφωνα με την προσφυγή εντονότερη «από το γεγονός ότι η διακήρυξη επιτρέπει ως προς άλλα κριτήρια ποιοτικής επιλογής, τη δυνατότητα αθροιστικής κάλυψης των απαιτήσεων από τα μέλη της ένωσης. Ειδικότερα, ως προς την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια προβλέπεται ότι, σε περίπτωση ένωσης οικονομικών φορέων, οι ελάχιστες προϋποθέσεις μπορούν να καλύπτονται αθροιστικά από όλα τα μέλη της ένωσης. Αντιστοίχως, ως προς την τεχνική και επαγγελματική ικανότητα, η Διακήρυξη προβλέπει ότι οι ελάχιστες απαιτήσεις μπορούν να καλύπτονται αθροιστικά από όλα τα μέλη της ένωσης».
«Απόλυτη απαγόρευση συμμετοχής»
Ως «παράνομη» κρίνεται στην προσφυγή και η απαγόρευση συμμετοχής του ίδιου οικονομικού φορέα σε περισσότερα σχήματα, ακόμη και για διαφορετικά τμήματα. Όπως σημειώνεται, εισάγεται «οριζόντια και απόλυτη απαγόρευση συμμετοχής του ίδιου φορέα σε οποιοδήποτε άλλο σχήμα, ακόμη και όταν πρόκειται για διαφορετικό γεωγραφικό τμήμα, διαφορετικό αντικείμενο εκτέλεσης, διαφορετική επιχειρησιακή ανάγκη ή διαφορετικό ρόλο, όπως λ.χ. δανεισμό εμπειρίας ή υπεργολαβική συμμετοχή. Να σημειωθεί ότι σε κάθε τμήμα συνάπτεται διακριτή σύμβαση».
Δηλαδή, «ενώ η διακήρυξη εμφανίζεται να επιτρέπει συμμετοχή για ένα ή περισσότερα τμήματα, ταυτόχρονα θεσπίζει έναν οριζόντιο αποκλεισμό που περιορίζει δραστικά τη δυνατότητα συνεργασιών, ιδίως μέσω ενώσεων, δανεισμού εμπειρίας και υπεργολαβίας».
ADVERTISING
Αυτός ο όρος, «δεν πλήττει μόνο τον προσφέροντα που θα ήθελε να συμμετάσχει σε περισσότερα οχήματα. Πλήττει κυρίως τους οικονομικούς φορείς που, λόγω της φύσης του αντικειμένου, χρειάζονται συνεργάτες με ειδική τοπική, τεχνική, παραγωγική ή μεταφορική ικανότητα».
Ως αποτέλεσμα, «μειώνεται τεχνητά η διαθέσιμη αγορά συνεργατών και περιορίζεται ο αριθμός των δυνητικών ανταγωνιστικών σχημάτων, προς όφελος εκείνων των οικονομικών φορέων που διαθέτουν ήδη πλήρη καθετοποίηση και πανελλαδική οργανωτική δομή».
Επομένως, σύμφωνα με την προσφυγή, ο επίμαχος όρος «αντίκειται στις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της αναλογικότητας και της προστασίας του πραγματικού ανταγωνισμού…».
«Παράνομος όρος»
Στους όρους της διακήρυξης αναφέρεται επίσης πως οι οικονομικοί φορείς απαιτείται να διαθέτουν μέσο γενικό ετήσιο κύκλο εργασιών των τριών τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων, ήτοι των ετών 2023, 2024 και 2025, κατά μέσο όρο της τριετίας, ύψους τουλάχιστον ίσου με το 100% της εκτιμώμενης αξίας του Τμήματος για το οποίο υποβάλλουν προσφορά, χωρίς Φ.Π.Α. και μη συμπεριλαμβανομένης της προαίρεσης.
Σε περίπτωση υποβολής προσφοράς σε περισσότερα τμήματα, ο μέσος γενικός ετήσιος κύκλος εργασιών θα πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσος με το 100% του αθροίσματος της εκτιμώμενης αξίας όλων των τμημάτων για τα οποία υποβάλλεται προσφορά, επίσης χωρίς Φ.Π.Α. και χωρίς την προαίρεση.
Σύμφωνα με την προσφυγή, ο προσβαλλόμενος όρος είναι παράνομος, δυσανάλογος και περιοριστικός του ανταγωνισμού, διότι υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την απόδειξη της οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας των συμμετεχόντων».
Άλλωστε, η διακήρυξη «ουδόλως εξηγεί για ποιο λόγο απαιτείται κύκλος εργασιών ίσιος ακριβώς με το 100% της εκτιμώμενης αξίας κάθε τμήματος», ενώ δεν «λαμβάνει υπόψη το πραγματικό ύψος των εκτελεστικών συμβάσεων, τον χρόνο εκτέλεσής τους, την πιθανή τμηματική ανάθεση, τη μεταβλητότητα των αναγκών και την απουσία εγγυημένου ελάχιστου αντικειμένου, ήτοι τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της Συμφωνίας – Πλαισίου».
Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτό δεν ίσχυε στην προηγούμενη διακήρυξη υπηρεσιών σίτισης του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου του 2021. Σύμφωνα με την προσφυγή, τότε «προβλεπόταν κύκλος εργασιών ίσος με το 30% της μέγιστης εκτιμώμενης αξίας για συμμετοχή σε ένα Τμήμα, 24% για συμμετοχή σε δύο Τμήματα, 18% για συμμετοχή σε τρία Τμήματα, 12% για συμμετοχή σε τέσσερα Τμήματα και 6% για συμμετοχή σε πέντε ή περισσότερα Τμήματα».
Παράλληλα, αυτή η απαίτηση σωρεύεται «με την απαίτηση πιστοληπτικής ικανότητας χρηματοδότησης ίσης με το 20% της εκτιμώμενης αξίας, την απαίτηση ασφαλιστικής κάλυψης 20%, την εγγύηση συμμετοχής 2%, την ιδιαίτερα αυστηρή απαίτηση τεχνικής εμπειρίας 50%, την απαίτηση πιστοποιήσεων από κάθε μέλος ένωσης και τον οριζόντιο περιορισμό πολλαπλής συμμετοχής του ίδιου φορέα σε διαφορετικά σχήματα».
Ως αποτέλεσμα, δημιουργείται «ένα ιδιαιτέρως αυστηρό οικονομικό και οργανωτικό πλαίσιο συμμετοχής, το οποίο ευνοεί αντικειμενικά ελάχιστους πολύ μεγάλους και καθετοποιημένους οικονομικούς φορείς…».
«Επιβάλλει πρόσθετη οικονομική απαίτηση»
Στη διακήρυξη προβλέπεται επίσης πως οι οικονομικοί φορείς οφείλουν να διαθέτουν και να αποδεικνύουν πιστοληπτική ικανότητα / γραμμή χρηματοδότησης ποσού τουλάχιστον ίσου με το 20% της συνολικής εκτιμώμενης αξίας του Τμήματος ή των Τμημάτων για τα οποία υποβάλλουν προσφορά, χωρίς Φ.Π.Α. και χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν η προαίρεση.
Επίσης προβλέπεται ότι σε περίπτωση συμμετοχής σε περισσότερα Τμήματα, το ως άνω ποσοστό 20% υπολογίζεται αθροιστικά επί της συνολικής εκτιμώμενης αξίας όλων των Τμημάτων συμμετοχής, ενώ ρητώς διευκρινίζεται ότι η σχετική τραπεζική βεβαίωση πρέπει να αφορά δυνατότητα χρηματοδότησης / λήψης δανείου και όχι απλώς όριο έκδοσης εγγυητικών επιστολών.
Σύμφωνα με την προσφυγή, αυτός ο όρος, σε συνδυασμό με το μέγεθος των τμημάτων της διακήρυξης, οδηγεί σε ιδιαιτέρως υψηλές χρηματοοικονομικές απαιτήσεις. Ενδεικτικά, «η αρχική εκτιμώμενη αξία του Τμήματος 2 ανέρχεται σε 22.469.400,00 ευρώ, του Τμήματος 3 σε 22.885.500,00 ευρώ, του Τμήματος 4 σε 18.308.400,00 ευρώ και του Τμήματος 5 σε 19.972.800,00 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ».
Ως αποτέλεσμα, αυτός ο όρος «είναι μη νόμιμος και αντίκειται στις αρχές της αναλογικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της ανάπτυξης πραγματικού ανταγωνισμού, διότι επιβάλλει πρόσθετη οικονομική απαίτηση, η οποία ούτε αιτιολογείται ειδικώς ούτε συνδέεται με τις πραγματικές ανάγκες της συγκεκριμένης σύμβασης».
Με άλλα λόγια, «οικονομικός φορέας που επιδιώκει να συμμετάσχει σε περισσότερα Τμήματα υποχρεώνεται να εξασφαλίσει τραπεζική δυνατότητα χρηματοδότησης πολλών εκατομμυρίων ευρώ ήδη πριν από την ανάθεση οποιασδήποτε εκτελεστικής σύμβασης και χωρίς να είναι γνωστό αν θα αναλάβει ποτέ έργο αντίστοιχης οικονομικής αξίας».
Επομένως, όπως σημειώνεται, η διακήρυξη «περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του οικονομικού φορέα να καλύψει τη χρηματοοικονομική αυτή απαίτηση μέσω συνεργασιών…».
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι σύμφωνα με την προσφυγή, η απαίτηση τραπεζικής χρηματοδοτικής δυνατότητας ίσης με το 20% της εκτιμώμενης αξίας όλων των τμημάτων συμμετοχής «δεν λαμβάνει υπ’ όψιν ότι η διακήρυξη αφορά συμφωνία-πλαίσιο και ότι οι πραγματικές ανάγκες θα εξειδικεύονται μέσω επιμέρους εκτελεστικών συμβάσεων. Δεν λαμβάνει επίσης υπ’ όψιν ότι ο αριθμός των σιτιζομένων και το φυσικό αντικείμενο είναι μεταβλητά, ούτε ότι η οικονομική επιβάρυνση του αναδόχου θα προκύπτει σταδιακά κατά την εκτέλεση και όχι αυτομάτως κατά τον χρόνο υποβολής της προσφοράς».
«Συνθήκες συγκέντρωσης της διαδικασίας»
Στη διακήρυξη προβλέπεται επίσης ότι οι οικονομικοί φορείς πρέπει να διαθέτουν ασφαλιστική κάλυψη επαγγελματικής αστικής ευθύνης, η οποία να καλύπτει τόσο τη γενική αστική ευθύνη έναντι τρίτων όσο και την ευθύνη προϊόντος, σε ποσό τουλάχιστον ίσο με το 20% της συνολικής εκτιμώμενης αξίας του Τμήματος ή των Τμημάτων για τα οποία υποβάλλουν προσφορά, χωρίς Φ.Π.Α. και χωρίς συνυπολογισμό του δικαιώματος προαίρεσης. Η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να ανανεώνεται ετησίως και να διατηρείται σε ισχύ έως τη λήξη της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης τυχόν παράτασης».
Πάντως, σύμφωνα με την προσφυγή, η ασφαλιστική κάλυψη «δεν αποδεικνύει την οικονομική ευρωστία του οικονομικού φορέα, αλλά εξασφαλίζει την κάλυψη συγκεκριμένων ασφαλιστικών κινδύνων που ενδέχεται να επέλθουν κατά την εκτέλεση της σύμβασης».
Όμως, «πουθενά δεν αιτιολογείται γιατί το απαιτούμενο ασφαλιστικό όριο πρέπει να αντιστοιχεί στο 20% της εκτιμώμενης αξίας του Τμήματος».
Ως αποτέλεσμα, «ο ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας καλείται, ήδη στο στάδιο της συμμετοχής, να δεσμεύσει ταυτόχρονα, τραπεζική, ασφαλιστική και χρηματοοικονομική δυνατότητα σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο, χωρίς να έχει ακόμη αναλάβει συγκεκριμένη εκτελεστική σύμβαση και χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα κληθεί πράγματι να εκτελέσει το αντικείμενο σε έκταση αντίστοιχη προς την εκτιμώμενη αξία των τμημάτων».
Και σε αυτή την περίπτωση, σημειώνεται πως «αντί να διευρύνεται ο ανταγωνισμός, η διακήρυξη καταλήγει να διαμορφώνει συνθήκες συγκέντρωσης της διαδικασίας υπέρ ορισμένου αριθμού οικονομικών φορέων».
«Ευνοούνται οι προηγούμενοι ανάδοχοι»
Κάτι που επίσης προβλέπεται στη διακήρυξη είναι ότι οι οικονομικοί φορείς πρέπει να έχουν εκτελέσει ή να εκτελούν επιτυχώς, κατά το διάστημα από 01.01.2023 έως την καταληκτική ημερομηνία υποβολής προσφορών, μία ή περισσότερες συμβάσεις με αντικείμενο: α) την παρασκευή και διάθεση γευμάτων με τη μέθοδο cook and serve και β) την πλήρη σίτιση.
Περαιτέρω, η dιακήρυξη ορίζει ότι η συνολική αξία των συμβάσεων αυτών πρέπει να ανέρχεται τουλάχιστον σε ποσοστό 50% της εκτιμώμενης αξίας του Τμήματος ή των Τμημάτων για τα οποία υποβάλλεται προσφορά, μη συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το δικαίωμα προαίρεσης. Παράλληλα, «όσο περισσότερα τμήματα επιθυμεί να διεκδικήσει ο οικονομικός φορέας, τόσο αυξάνεται αντίστοιχα και η απαιτούμενη συμβατική εμπειρία».
Σύμφωνα με την προσφυγή, αυτή η απαίτηση, λειτουργεί ως «ιδιαιτέρως αυστηρό φίλτρο προεπιλογής», καθώς «ακόμη και για ένα μόνο μεγάλο τμήμα, η απαίτηση εμπειρίας 50% οδηγεί σε απαίτηση προηγούμενων συμβάσεων πολλών εκατομμυρίων ευρώ».
Άλλωστε, όπως αναγράφεται στην προσφυγή, αυτή η απαίτηση, «ιδίως όταν συνδυάζεται με το ποσοτικό όριο του 50%, περιορίζει υπέρμετρα τον ανταγωνισμό, διότι δεν αρκεί ο οικονομικός φορέας να έχει εμπειρία στο ουσιώδες αντικείμενο, αλλά πρέπει να έχει εκτελέσει συμβάσεις πολύ υψηλής αξίας και συγκεκριμένης μορφής».
Είναι αξιοσημείωτο, ότι σύμφωνα με την προσφυγή, ούτε αυτή η απαίτηση συμπεριλαμβανόταν στην προηγούμενη αντίστοιχη διακήρυξη του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου του 2021. Ειδικότερα, τότε, προβλεπόταν «ποσοστό 20% για συμμετοχή σε ένα Τμήμα, 16% για δύο Τμήματα, 12% για τρία Τμήματα, 8% για τέσσερα Τμήματα και 4% για πέντε ή περισσότερα Τμήματα».
Επομένως, και σε αυτή την περίπτωση σύμφωνα με την προσφυγή, «ευνοούνται αποκλειστικά οι εταιρείες που είχαν αναδειχθεί ανάδοχοι της προηγούμενης διαγωνιστικής διαδικασίας…».
«Δεν προσδιορίζεται ο αριθμός σιτιζομένων»
Παράλληλα, σύμφωνα με την προσφυγή, στη διακήρυξη παρατίθεται ένας συνολικός εκτιμώμενος ημερήσιος αριθμός σιτιζομένων, «χωρίς να προσδιορίζεται ο αριθμός των σιτιζομένων ανά δομή, ανά Περιφερειακή Ενότητα, ανά νησί ή ανά σημείο παροχής των υπηρεσιών».
Επομένως, «η γεωγραφική έκταση κάθε Τμήματος έχει άμεση επίδραση στη δυνατότητα υποβολής προσφοράς, στη δυνατότητα ορθής κοστολόγησης και στη δυνατότητα ασφαλούς εκτέλεσης». Ως αποτέλεσμα, «ο προσφέρων καλείται να υποβάλει οικονομική προσφορά και να αναλάβει δεσμεύσεις συμμετοχής χωρίς να γνωρίζει κρίσιμα στοιχεία για την επιχειρησιακή εκτέλεση της σύμβασης», όπως σε ποια σημεία θα έχει παραγωγική μονάδα ή συνεργαζόμενη παραγωγική υποδομή και ποια θα είναι η παραγωγική δυναμικότητα ανά σημείο.
Για παράδειγμα, σύμφωνα με την προσφυγή, η αναθέτουσα αρχή «θεωρεί επαρκή τη μεταφορά γευμάτων από άλλο νησί ή από την ηπειρωτική Ελλάδα. Σε περίπτωση απαγορευτικού απόπλου, κακοκαιρίας, ακύρωσης δρομολογίων ή άλλης έκτακτης συνθήκης, η μεταφορά έτοιμων γευμάτων από άλλη περιοχή μπορεί να καταστεί πρακτικά αδύνατη…».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου