Τα πρόσφατα στοιχεία της Circana για το πρώτο πεντάμηνο του 2026 που αφορούν προϊόντα FMCG (είναι τα προϊόντα που πωλούνται γρήγορα, είναι προσιτά και έχουν υψηλή συχνότητα αναπλήρωσης στα ράφια) παρουσιάζονται από μεγάλο μέρος των συστημικών ΜΜΕ ως αδιαμφισβήτητη ένδειξη «υγιούς ανάπτυξης» για την εγχώρια αγορά των σουπερμάρκετ. Ωστόσο μια ψύχραιμη και σε βάθος οικονομική ανάγνωση των δεικτών οδηγεί σε τελείως διαφορετικά και άκρως ανησυχητικά συμπεράσματα. Η πραγματικότητα που βιώνει ο μέσος Ελληνας καταναλωτής απέχει παρασάγγας από τους πανηγυρισμούς των εταιρικών εκθέσεων, αποκαλύπτοντας μια βαθιά δομική ανισορροπία: η εκρηκτική αύξηση του τζίρου του οργανωμένου λιανεμπορίου έρχεται σε πλήρη και κραυγαλέα αντίθεση με την πραγματική οικονομική κατάσταση και την αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών.
«Παράδοξο» €340 εκατ.
Σύμφωνα με τα δεδομένα, ο κύκλος εργασιών στα σουπερμάρκετ κατέγραψε άλμα της τάξης του 6,4% μέσα σε μόλις πέντε μήνες, αυξανόμενος από τα 5,41 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025 στα 5,75 δισ. ευρώ το 2026. Αυτή η πρόσθετη ένεση 340 εκατ. ευρώ στα ταμεία των αλυσίδων, σε μια ώριμη αγορά με παραδοσιακά σταθερή κατανάλωση όπως αυτή των ταχυκίνητων αγαθών (FMCG), δεν μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογική ούτε μεταφράζεται σε ευημερία. Αντιθέτως, αποδεικνύει ότι το οργανωμένο λιανεμπόριο εξακολουθεί να απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο από το ήδη συμπιεσμένο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Παρότι ο όγκος πωλήσεων αυξήθηκε κατά 3,9%, η μέση τιμή ανά μονάδα προϊόντος συνέχισε την ανοδική της τροχιά κατά 1,7%. Το γεγονός αυτό συνιστά οικονομικό παράδοξο, καθώς οι ανατιμήσεις αυτές συνεχίζονται σε μια περίοδο κατά την οποία οι αντικειμενικοί λόγοι που τις πυροδότησαν (ενεργειακή κρίση, ναύλα, διεθνείς τιμές αγροτικών προϊόντων) παρουσιάζουν εξομάλυνση.
Καθεστώς η ακρίβεια
Η επικοινωνιακή προβολή της αύξησης του 1,7% ως «επιβράδυνσης της ακρίβειας» είναι άκρως παραπλανητική. Οι τιμές στα ράφια δεν επέστρεψαν ποτέ στα προ κρίσης επίπεδα. Αντίθετα, η νέα αυτή άνοδος έρχεται να προστεθεί σωρευτικά στις τεράστιες αυξήσεις των ετών 2022, 2023, 2024 και 2025. Για το ελληνικό νοικοκυριό η ακρίβεια δεν έχει τελειώσει· έχει απλώς παγιωθεί σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Η ανελαστικότητα της ζήτησης στα τρόφιμα, τα οποία αποτελούν το 83,3% της συνολικής αγοράς, αφήνει τους καταναλωτές απροστάτευτους.
Οι μεγαλύτερες αυξήσεις εντοπίζονται σε είδη πρώτης ανάγκης, όπως τα κατεψυγμένα (8,8%), τα γαλακτοκομικά (8,5%), τα μη αλκοολούχα ποτά (7,5%) και τα σνακ (10,1%). Οι πολίτες δεν μπορούν να σταματήσουν να τρέφονται κι έτσι αναγκάζονται να πληρώνουν ακριβότερα τα βασικά αγαθά διαβίωσης, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να διατηρούν υψηλά περιθώρια κέρδους.
Η αντίφαση μεταξύ της εταιρικής κερδοφορίας και της κοινωνικής πραγματικότητας τεκμηριώνεται με τον πλέον αδιαμφισβήτητο τρόπο από τις εκθέσεις θεσμικών φορέων που κάθε άλλο παρά «αντικυβερνητικοί» μπορούν να χαρακτηριστούν. Η Τράπεζα της Ελλάδος, στην έκθεση του διοικητή, αποτυπώνει ανάγλυφα το μέγεθος του προβλήματος: το μηνιαίο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών επαρκεί κατά μέσο όρο μόλις για 23 ημέρες. Για τα πιο ευάλωτα στρώματα η οικονομική αντοχή εξαντλείται δραματικά ήδη από τη 18η ημέρα του μήνα. Αυτό σημαίνει ότι για σχεδόν δύο εβδομάδες εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες μας επιβιώνουν είτε περικόπτοντας βασικές ανάγκες είτε εξανεμίζοντας τις όποιες αποταμιεύσεις τους είτε συσσωρεύοντας χρέη.
Την ίδια στιγμή τα στοιχεία του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) έρχονται να επιβεβαιώσουν το κοινωνικό αδιέξοδο. Σύμφωνα με τις έρευνες καταναλωτικής εμπιστοσύνης, το 73% των ελληνικών νοικοκυριών δηλώνει ότι τα βγάζει πέρα με πολύ μεγάλη δυσκολία ή αδυνατεί να καλύψει τις τρέχουσες υποχρεώσεις του.
Δείκτες απόγνωσης
Η οικονομική πίεση αντανακλάται ξεκάθαρα και στην αλλαγή της καταναλωτικής συμπεριφοράς εντός των σουπερμάρκετ, όπως καταγράφει η Circana. Το μερίδιο των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας (private label) ενισχύθηκε στο 27,4%, με τις πωλήσεις τους να τρέχουν με 6,3%, ξεπερνώντας τα επώνυμα προϊόντα (5,4%). Αυτή η βίαιη υποκατάσταση αποτελεί κλασικό σύμπτωμα συμπίεσης του πραγματικού εισοδήματος.
Παράλληλα, το 25,4% των συνολικών πωλήσεων πραγματοποιείται πλέον υπό το καθεστώς προσφορών και προωθητικών ενεργειών. Το εύρημα αυτό είναι αποκαλυπτικό: αν οι αρχικές τιμές εκκίνησης ήταν δίκαιες και ανταγωνιστικές, δεν θα χρειαζόταν τέτοια προωθητική ένταση. Οι αλυσίδες διατηρούν τόσο μεγάλα περιθώρια τιμολόγησης ώστε να μπορούν να προβαίνουν σε προσωρινές εκπτώσεις, εκπαιδεύοντας έναν πληθυσμό σε οικονομική απόγνωση να ψωνίζει μόνο βάσει προσφορών. Ακόμη και στο ηλεκτρονικό εμπόριο (online groceries) οι παραγγελίες μειώθηκαν κατά 3%, όμως η αξία του καλαθιού αυξήθηκε κατά 5%, αποδεικνύοντας ότι οι πολίτες αγοράζουν λιγότερα αλλά πληρώνουν περισσότερα.
Αν και τα στοιχεία της Circana δεν αρκούν από μόνα τους για τη νομική στοιχειοθέτηση «αισχροκέρδειας», οι ενδείξεις για τη λειτουργία του ανταγωνισμού στην ελληνική αγορά είναι βαριές. Οπως έχουν επισημάνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ΕΚΤ και ο ΟΟΣΑ, σημαντικό μέρος του ευρωπαϊκού πληθωρισμού μετά το 2022 οφείλεται στη διεύρυνση των επιχειρηματικών περιθωρίων κέρδους (profit-led inflation). Στην Ελλάδα η αγορά τροφίμων λειτουργεί πλέον ως ένας ιδιότυπος μηχανισμός βίαιης μεταφοράς πλούτου. Οσο τα ταμεία των σουπερμάρκετ γεμίζουν με εκατομμύρια τόσο οι προϋπολογισμοί των νοικοκυριών αδειάζουν προτού βγει ο μήνας. Η ανάγκη για ουσιαστική και αυστηρή εποπτεία της αγοράς δεν αποτελεί πλέον ιδεολογική εμμονή, αλλά επιτακτική κοινωνική αναγκαιότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου