Με χαμηλή αγοραστική δύναμη και υψηλό κόστος ζωής η χώρα είναι όχι μόνο ουραγός της Ευρώπης αλλά και η μοναδική με αρνητικό πρόσημο (-9,3%).
Τζώρτζης Ρούσσος

Προσθέστε το Documento News στην Google
Τα τελευταία χρόνια η επικοινωνιακή μηχανή του Μεγάρου Μαξίμου εργάζεται νυχθημερόν για να φιλοτεχνήσει την εικόνα μιας Ελλάδας που «πετάει». Ας μην ξεχνάμε την πρωθυπουργική ρήση του Κυριάκου Μητσοτάκη τον Φεβρουάριο του 2022: «Η Ελλάδα είναι μια χώρα με καταπληκτική ποιότητα ζωής».
Στα κυβερνητικά non paper και στις τηλεοπτικές εμφανίσεις των υπουργών η χώρα μας παρουσιάζεται ως επίγειος παράδεισος σταθερότητας και ευημερίας. Οταν όμως τα φληναφήματα στερεύουν, έρχονται τα αμείλικτα στοιχεία των διεθνών οργανισμών για να γκρεμίσουν με πάταγο το κυβερνητικό αφήγημα.
Η πιο πρόσφατη και ηχηρή διάψευση της κυβερνητικής προπαγάνδας έρχεται από τα επίσημα στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Η έκθεσή του αποτυπώνει μια από τις πιο δραματικές και ανησυχητικές εξελίξεις στη σύγχρονη ελληνική οικονομία: το καθαρό ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών έχει κατρακυλήσει στο εφιαλτικό -9,3%.
Αρνητική πρωτιά
Η Ελλάδα αποτελεί τη μοναδική χώρα σε ολόκληρη την Ευρώπη που καταγράφει αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης. Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της απόκλισης, αρκεί να κοιτάξει τα στοιχεία των υπόλοιπων εταίρων μας:
-Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης βρίσκεται στο θετικό 8,1%.
-Χώρες όπως η Ουγγαρία και η Σουηδία βρίσκονται στην κορυφή με 14,7%.
-Η Τσεχία ακολουθεί με 13,7% και η Γαλλία με 12,8%.
-Η Γερμανία καταγράφει 10,3% και η Ολλανδία 10,2%.
-Ακόμη και χώρες του ευρωπαϊκού νότου που αντιμετώπισαν παρόμοιες κρίσεις, όπως η Ισπανία με 9,2% και η Ιταλία με 3,2%, καταφέρνουν να διατηρούν θετικό πρόσημο.
-Στον αντίποδα, η Ελλάδα βρίσκεται στον πάτο του βαρελιού με το σοκαριστικό -9,3%, την ώρα που ακόμη και η Λετονία, η προτελευταία χώρα της λίστας, βρίσκεται στο 0%.
Τι σημαίνει πρακτικά για την καθημερινότητα των πολιτών αυτό το αρνητικό ποσοστό; Με απλά, καθημερινά λόγια οι Ελληνες δεν μπορούν πλέον να καλύψουν τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσής τους από το τρέχον εισόδημά τους. Αναγκάζονται να ξοδεύουν σταθερά περισσότερα από όσα κερδίζουν. Για να επιβιώσουν, οι πολίτες υποχρεούνται να «τρώνε» τις έτοιμες αποταμιεύσεις προηγούμενων ετών, να δανείζονται, να ρευστοποιούν και να πουλούν περιουσιακά στοιχεία ή να δημιουργούν νέα χρέη.
Είναι μια φτωχοποίηση που ούτε το Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) μπορεί να κρύψει κάτω από το χαλί. Στη σχετική και πρόσφατη μελέτη του με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα» καταγράφεται ότι σχεδόν επτά στα δέκα ελληνικά νοικοκυριά (συγκεκριμένα το 68%) δηλώνουν ότι τα βγάζουν πέρα με δυσκολία.

Τα αίτια
Η μαύρη τρύπα των αποταμιεύσεων αποκαλύπτει ότι η περιβόητη «ανάπτυξη» για την οποία κομπάζει το Μαξίμου είναι κοινωνικά καταστροφική. Δεν στηρίζεται στη δημιουργία πραγματικού πλούτου για τα νοικοκυριά, αλλά στην οικονομική τους αφαίμαξη. Οι μισθοί στην Ελλάδα έχουν μετατραπεί σε φιλοδώρημα που δεν αρκεί για να βγει ο μήνας, η εγχώρια κατανάλωση συντηρείται τεχνητά με την εξάντληση του εναπομείναντος οικογενειακού πλούτου και οι πολίτες γίνονται κάθε χρόνο οικονομικά πιο ανίσχυροι.
Το δραματικό -9,3% του ΟΟΣΑ δεν είναι ένα τυχαίο στατιστικό εύρημα. Είναι το αποτέλεσμα οικονομικών επιλογών της ΝΔ, η οποία επέλεξε να προστατεύσει τα κέρδη των λίγων σε βάρος της αγοραστικής δύναμης της πλειοψηφίας.
Αναλυτικότερα:
Οι πραγματικοί μισθοί δεν συμβαδίζουν με το κόστος ζωής. Η κυβέρνηση διαφημίζει τις ονομαστικές αυξήσεις στον κατώτατο μισθό. Αυτό όμως που σκοπίμως αποσιωπάται είναι ότι οι πραγματικοί μισθοί έχουν υποστεί καθίζηση. Ο πληθωρισμός, η ακρίβεια στα τρόφιμα, η αύξηση των ενοικίων και το δυσβάσταχτο ενεργειακό κόστος μαζί με τη μη τιμαριθμοποίηση των φορολογικών κλιμάκων εξαφανίζουν προ πολλού την όποια ονομαστική αύξηση. Μάλιστα τα συστημικά ΜΜΕ δεν διστάζουν να πουλήσουν προεκλογική πομφόλυγα ότι ο κατώτατος μισθός θα αυξηθεί από τον Φεβρουάριο του 2027 στα 1.000 ευρώ που ακόμη και αν συμβεί είναι «δώρο άδωρο».
Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων παραμένει δραματικά ανεπαρκές. Αυτός είναι ο λόγος που η Eurostat έχει κατατάξει τη χώρα μας στην τελευταία θέση της ΕΕ των 27 μαζί με τη Βουλγαρία σε αγοραστική δύναμη.
Η ακρίβεια μόνιμο καθεστώς. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές χώρες με τις υψηλότερες σωρευτικές αυξήσεις τιμών στα τρόφιμα από το 2021 και μετά. Αντί για ουσιαστικούς ελέγχους στην αγορά και πάταξη των καρτέλ, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε να παρακολουθεί ως απλός θεατής την αισχροκέρδεια, προσφέροντας ως «ασπιρίνη» διάφορα pass που χρηματοδοτήθηκαν από την ίδια τη φορολογία των πολιτών. Οταν το σύνολο σχεδόν του εισοδήματος κατευθύνεται σε σουπερμάρκετ, ενοίκιο και λογαριασμούς, δεν απομένει απολύτως τίποτε για αποταμίευση. Για του επιχειρήματος το ακριβές, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Ιούνιο 2026, οι αυξήσεις τιμών στην κατηγορία «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» ανέρχoνται στο 37,01% σε σχέση με τον Ιούνιο 2020.
Η αφαίμαξη μέσω των έμμεσων φόρων. Το κυβερνητικό αφήγημα μιλάει για «μειώσεις φόρων». Στην πράξη όμως ο ΦΠΑ παραμένει υψηλότατος στα βασικά αγαθά και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης επιβαρύνουν τα καύσιμα.
Η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να μειώσει τους έμμεσους φόρους, οι οποίοι απορροφούν σημαντικό τμήμα του οικογενειακού προϋπολογισμού. Ετσι, τα κρατικά έσοδα διογκώνονται λόγω της ακρίβειας γεμίζοντας τα δημόσια ταμεία με χρήματα που αφαιρούνται απευθείας από την τσέπη του καταναλωτή.
Η στεγαστική κρίση. Η απόλυτη απραξία της κυβέρνησης απέναντι στην έκρηξη των τιμών των ακινήτων έχει δημιουργήσει συνθήκες κοινωνικής ασφυξίας. Σήμερα μια μέση οικογένεια αναγκάζεται να διαθέτει από το 40% έως και το 60% του μηνιαίου εισοδήματός της αποκλειστικά για να καλύψει το κόστος στέγασης, καθιστώντας αδύνατη οποιαδήποτε αποταμίευση.
Ανάπτυξη βασισμένη στην κατανάλωση. Η οικονομία εμφανίζει μια ανάπτυξη βαθιά προβληματική, καθώς βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην ιδιωτική κατανάλωση. Η συμμετοχή της κατανάλωσης στο ελληνικό ΑΕΠ είναι περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι η οικονομική μεγέθυνση στερείται παραγωγικής βάσης: δεν στηρίζεται σε επενδύσεις ή στην αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά στην αναγκαστική κατανάλωση των νοικοκυριών. Οταν όμως η κατανάλωση αυτή χρηματοδοτείται με το «στέρεμα» των αποταμιεύσεων, η ανάπτυξη αποκτά εξαιρετικά εύθραυστα χαρακτηριστικά.
Γιατί είναι επικίνδυνη
Η αποταμίευση αποτελεί το απαραίτητο οικονομικό «μαξιλάρι» μιας οικογένειας. Οταν γίνεται αρνητική, αυξάνεται ο ιδιωτικός δανεισμός, διογκώνεται ο κίνδυνος υπερχρέωσης, εκμηδενίζεται η ανθεκτικότητα των νοικοκυριών απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις και αυξάνεται η φτώχεια. Μια κοινωνία χωρίς αποταμιεύσεις είναι μια κοινωνία χωρίς οικονομική ασφάλεια. Η κυβέρνηση επικαλείται συνεχώς υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, επενδυτική βαθμίδα και ιστορικά χαμηλή ανεργία. Εάν όμως όλα αυτά μεταφράζονταν σε πραγματική ευημερία, δεν θα βλέπαμε τους πολίτες να έχουν τη χειρότερη αποταμίευση στην Ευρώπη.
Το ποσοστό -9,3% δεν είναι απλώς ένας ακόμη οικονομικός δείκτης. Είναι η απόδειξη ότι η αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει υπό ασφυκτική πίεση και ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών δεν έχει μεταφραστεί σε αντίστοιχη ενίσχυση της οικονομικής ασφάλειας των πολιτών. Η χώρα χρειάζεται άμεσα ριζική στροφή στην οικονομική πολιτική της, με επίκεντρο την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, τον έλεγχο των τιμών και τη δίκαιη αναδιανομή του πλούτου προτού η κοινωνική συνοχή διαλυθεί οριστικά.
Η κρίσιμη διαφορά με τις καταθέσεις
Είναι τόσο συχνό που καταντά κουραστικό. Για να κρύψουν κάτω από το χαλί τα προβλήματα που γεννούν οι πολιτικές Μητσοτάκη, φουντώνουν την εικόνα των τραπεζικών καταθέσεων. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι καταθέσεις των νοικοκυριών εκτινάχθηκαν από τα 123 δισ. ευρώ το 2019 στα 155 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, καταγράφοντας εντυπωσιακή αύξηση της τάξης του 26% (+32 δισ. ευρώ). Ωστόσο πίσω από αυτή την ευημερία των αριθμών κρύβεται ένα βαθύ οικονομικό παράδοξο: οι καταθέσεις αυξάνονται, αλλά η εθνική αποταμίευση παραμένει αρνητική.
Η συσσώρευση αυτή οφείλεται κυρίως σε πέντε παράγοντες:
Η πανδημία: Τα λοκντάουν περιόρισαν την κατανάλωση, ενώ ταυτόχρονα δόθηκαν κρατικές ενισχύσεις και επιδόματα που κατέληξαν στις τράπεζες.
Επιστροφή εμπιστοσύνης: Μετά την έξοδο από τα capital controls, κεφάλαια που βρίσκονταν σε μετρητά, θυρίδες ή στο εξωτερικό επέστρεψαν στο σύστημα.
Εταιρικά κέρδη: Οι επιχειρήσεις εμφάνισαν ισχυρή αύξηση καταθέσεων, ταχύτερη από αυτή των νοικοκυριών, δείχνοντας ότι η ανάπτυξη ωφέλησε κυρίως τους ισολογισμούς τους.
Τουρισμός: Τα ιστορικά ρεκόρ των τουριστικών εσόδων ενίσχυσαν τις καταθέσεις επιχειρήσεων και εργαζομένων.
Απασχόληση: Οι θέσεις χαμηλού εισοδήματος που γέννησε η ελληνική αγορά εργασίας αύξησε τα συνολικά εισοδήματα.
Γιατί λοιπόν η αποταμίευση καταγράφεται αρνητική; Η απάντηση βρίσκεται στη διαφορά μεταξύ «αποθέματος» και «ροής». Οι καταθέσεις αποτελούν απόθεμα πλούτου που έχει συσσωρευτεί στο παρελθόν. Αντίθετα, η αποταμίευση είναι ροή τρέχοντος εισοδήματος. Για παράδειγμα, ένα νοικοκυριό μπορεί να διατηρεί 20.000 ευρώ στην τράπεζα (απόθεμα), αλλά μέσα στο έτος να εισπράξει 25.000 ευρώ και να ξοδέψει 27.000 ευρώ. Η ετήσια αποταμίευσή του είναι αρνητική κατά 2.000 ευρώ (ροή), παρόλο που οι καταθέσεις του παραμένουν θετικές. Το γεγονός ότι η Ελλάδα εμφανίζει αρνητική αποταμίευση (-9,3%) υποδηλώνει ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν διαχέεται ισόρροπα. Ενώ ο πλούτος συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένα εισοδηματικά στρώματα και επιχειρήσεις, ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας, το 70% δηλαδή, αναγκάζεται να καταναλώνει περισσότερα από όσα κερδίζει, αδυνατώντας να καλύψει το κόστος ζωής με το τρέχον εισόδημά του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου