Τρίτη, Ιουλίου 21, 2026

Marfin: 16 χρόνια λύκος στα πρόβατα

 
Η διαρκής πολιτική εργαλειοποίηση και εκμετάλλευση του εμπρησμού της Marfin και οι σκιές στην έρευνα.
Μυρτώ Μπούτση, Γιάννης Τσακαρισιάνος
 

 


Για τον εμπρησμό της Marfin το 2010, που κόστισε τη ζωή σε τρεις ανθρώπους, μια εγκυμονούσα ανάμεσα σε αυτούς, δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει πολίτης που δεν θέλει να διαλευκανθεί επιτέλους τι ακριβώς συνέβη και από ποιον. Ποιος φταίει και ποιος έριξε τη μολότοφ και το εύφλεκτο υλικό που τερμάτισαν με βίαιο τρόπο τις ζωές τους. Δεν είναι σκοπός και ρόλος των δημοσιογράφων να τοποθετούνται επί της ενοχής ή μη των κατηγορουμένων. Ωστόσο και στο παρελθόν εμφανίζονταν «με βεβαιότητα» ταυτοποιήσεις που δεν ήταν βέβαιες, ενώ και με τα μέχρι στιγμής στοιχεία δεν υπάρχει ταυτοποίηση των προσώπων. Και τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο βλαπτικό –και πιο ψυχοφθόρο για τους συγγενείς των θυμάτων, εκτιμούμε– από το να (ξανα)υπάρξει ένα πυροτέχνημα από αστυνομικής πλευράς που θα αποδομηθεί δικαστικά αφού πρώτα μεγεθυνθεί επικοινωνιακά. Αυτό άλλωστε έχει ήδη συμβεί δύο φορές. Την πρώτη με απαλλακτικό βούλευμα των δύο τότε κατηγορουμένων, τη δεύτερη προτού καν οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη. Και πάντοτε επί θητείας Μιχάλη Χρυσοχοΐδη στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.




Κι αυτήν τη φορά το σκηνικό κινδυνεύει να επαναληφθεί, με δεδομένα τα στοιχεία που διαφαίνεται ότι έχει συγκεντρώσει η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (ΔΑΟΕ), το «ελληνικό FBI» του Χρυσοχοΐδη, κατά την προανάκριση. Και μάλιστα σε μια άτυπη προεκλογική περίοδο και με διάφορα σκάνδαλα που καλείται να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Κι αυτά ενώ με πολλαπλές διαρροές η αστυνομία φαίνεται να επιδιώκει όλες αυτές τις μέρες να δημιουργήσει ένα παιχνίδι εντυπώσεων πάνω στη δικογραφία.

Γι’ αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό να ζυγίσει κανείς τα στοιχεία και όχι να επιτεθεί επικοινωνιακά στην ΕΛΑΣ, που «πάει να κάνει τη δουλειά της». Εχει σημασία για την αξιοπιστία της και τη σαφήνεια στην απονομή δικαιοσύνης με ποιον τρόπο κάνει τη δουλειά αυτή. Αυτήν τη στιγμή το ελληνικό FBI έχει στείλει τα στοιχεία της προανάκρισης με το διαβιβαστικό προς τον εποπτεύοντα εισαγγελέα της έγγραφο. Το Documento έλαβε υπόψη του τόσο το διαβιβαστικό όσο και την τεχνική έκθεση που παρήγγειλε η ΔΑΟΕ στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών (ΔΕΕ). Από αυτά τα δύο προκύπτουν τα εξής πρώτα συμπεράσματα: Πρώτον, η ανάλυση των βιομετρικών χαρακτηριστικών των κατηγορουμένων δεν έχει καταλήξει σε ταυτοποίηση. Δεύτερον, υπάρχει ένα νοηματικό κενό στο πώς συνδέονται οι κατηγορούμενοι που εντοπίζονται στο φωτογραφικό υλικό που βρέθηκε στο σπίτι ενός από τα οκτώ πρόσωπα που κατονομάζει το email με το ίδιο το περιστατικό της Marfin. Τo κενό αυτό δεν φαίνεται να μπορεί να συνδεθεί με κάποιον άλλο τρόπο πέρα από το ανώνυμο email που έλαβαν οι αρχές. Τρίτον, η έκθεση της ΔΕΕ αναλώνεται σε πολλές σελίδες στην ταύτιση των προσώπων αυτών με… τον εαυτό τους στις διακοπές και ελάχιστα με τον συσχετισμό με τις φωτογραφίες των πραγματικών δραστών. Τέταρτον, οι αρχές χρησιμοποιούν τη μεθοδολογία ACE-V, χωρίς να έχουν φτάσει στο V (verification, επαλήθευση) και άρα δεν μπορούν να είναι σε θέση να διαρρέουν ταυτοποιήσεις. Πέμπτον, η φράση «συσχετίζονται άρρηκτα» στο καταληκτικό συμπέρασμα της τεχνικής έκθεσης βασίζεται στα «μοναδικά επίκτητα χαρακτηριστικά» που φέρουν τα σακίδια και συγκεκριμένα έναν λεκέ από τη χρήση που εντοπίστηκε σε ένα από αυτά. Τα σακίδια Α και Β, όπως προκύπτει, κρατούσαν «σταυρωτά» οι ύποπτοι, δηλαδή αυτός που εκτιμάται ότι είναι ο Α έφερε το σακίδιο που από τις διακοπές φέρεται να ανήκει στον Β και αντίστροφα.
Το στάδιο ταυτοποίησης που δεν έγινε ακόμη

Σύμφωνα με τη συγκριτική φωτογραφική ανάλυση που έγινε με τη διαβάθμιση από τον «αποκλεισμό» (στη βάση της πυραμίδας) ως την ταυτοποίηση (στην κορυφή) με συνολικά έντεκα διαβαθμίσεις: Οι ύποπτοι κατηγοριοποιούνται στην έκτη θέση από την κορυφή («χωρίς συμπέρασμα»), στην πέμπτη θέση («περιορισμένη υποστήριξη ότι είναι όμοια») και στην τέταρτη («μέτρια υποστήριξη ότι είναι όμοια»). Δηλαδή στο μέσον (και λίγο προς τα επάνω). Πρόκειται για τη διαβάθμιση με την οποία η ΔΕΕ έκανε την αποτίμησή της με βάση το λεγόμενο διεθνές πρωτόκολλο ACE-V (ανάλυση, σύγκριση, αξιολόγηση και επαλήθευση).






«Με τις ισχύουσες ενδείξεις, αν γινόταν η δίκη με αυτά και μόνο, οι κατηγορούμενοι θα αθωώνονταν» είπε στο Documento η εγκληματολόγος και ερευνήτρια στο γαλλικό ερευνητικό κέντρο CΕCLS Αναστασία Τσουκαλά, που είχε διατελέσει σύμβουλος υπουργού Προστασίας του Πολίτη το 2010-12 επί Χρήστου Παπουτσή και αντιπρόεδρος στο ΚΕΜΕΑ το 2015-18. «Αυτά που έχουν είναι ενδείξεις. Δεν μπορείς να καταδικάσεις με ενδείξεις, χρειάζεσαι μια ισχυρή απόδειξη» τόνισε.

Ως προς το πρωτόκολλο, η Αν. Τσουκαλά επεσήμανε και κάτι ακόμη σημαντικό, που όπως ανέφερε είναι γνωστό όσον αφορά τη μεθοδολογία: «Αυτήν τη στιγμή λείπει το τέταρτο στάδιο της επαλήθευσης. Εμείς είμαστε στο “E” (evaluation, αξιολόγηση). Το πρωτόκολλο προβλέπει και το τέταρτο στάδιο, το “V” (verification, επαλήθευση), το οποίο δεν γίνεται από την αστυνομία, αλλά από ειδικό πραγματογνώμονα». Αυτό, όπως διευκρίνισε, το ζητά ο εισαγγελέας ή το αιτούνται οι συνήγοροι των κατηγορουμένων. Κοινώς, η ΕΛΑΣ έχει εξετάσει και αξιολογήσει τα χαρακτηριστικά που είχε στη διάθεσή της χωρίς να προχωρήσει στο τελικό στάδιο της επαλήθευσης.

Ποια είναι όμως τα βιομετρικά χαρακτηριστικά που συγκρίθηκαν; Λαμβάνοντας υπόψη και το κείμενο του διαβιβαστικού του «ελληνικού FBI», προκύπτει ένα μοτίβο με… κενά. Στην αρχή –και με τη σήμανση «Λήψη Πληροφορίας»– ενημερώνει ότι έλαβε το περιβόητο email, το οποίο έφερε στη δημοσιότητα προ ημερών το documentonews. Το ύφος και τα σχόλια του email αμφισβητήθηκαν, ενώ και οι συνήγοροι υπεράσπισης υπέβαλαν αίτημα να αναζητηθεί η ταυτότητα του αποστολέα του. Κατονομάζει οκτώ πρόσωπα τα οποία, όπως αναφέρει μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο στον εισαγγελέα («Κύριε εισαγγελέα, Σκέφτηκα πάρα πολύ πριν σου στείλω αυτή την επιστολή. 16 χρόνια τώρα κρατάω μέσα μου ένα μυστικό που δεν με αφήνει να ηρεμήσω»), τώρα αποφάσισε να μοιραστεί με τις αρχές. Μεταξύ των οκτώ περιλαμβάνονται τα ονόματα των δύο κατηγορούμενων σήμερα και της συλληφθείσας με ένταλμα στη Βρετανία.

Το διαβιβαστικό ανατρέχει στη συνέχεια στον εμπρησμό της Marfin, στα ευρήματα της αυτοψίας και των ιατροδικαστών καθώς και στην εξέταση των μαρτύρων το 2020 και επαναλήφθηκε το 2021, καταλήγοντας σε πρώτα συμπεράσματα σχετικά με τον συσχετισμό των δραστών από το φωτογραφικό υλικό με βάση μόνο τις μαρτυρίες.

Από τα αριθμημένα πρόσωπα που επισημάνθηκαν στο υλικό αυτό, οι τρεις συλληφθέντες έχουν συσχετιστεί με τον «8», το ψηλότερο άτομο που έσπασε με σφυρί τον υαλοπίνακα και ενδεχομένως έριξε μολότοφ. Την «7» (για το πρόσωπο αυτό συνελήφθη η 46χρονη μητέρα με διεθνές ένταλμα στη Βρετανία) περιγράφουν ως συμμετέχουσα στην ομάδα, χωρίς να εξακριβώνεται ο ρόλος της. Τέλος, για τον «10», με τον οποίο η αστυνομία συσχετίζει τον τρίτο κατηγορούμενο, αναφέρουν: «Αναδεικνύεται έστω και με ισχνές μαρτυρικές αναφορές ως το άτομο που συντόνιζε».

Στη συνέχεια το διαβιβαστικό προχωρά στην κυρίως έρευνα της Υποδιεύθυνσης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας. Εδώ εντοπίζεται το κενό. Μεταπηδά ξαφνικά σε μια εμφανώς μη σχετιζόμενη έρευνα που αφορούσε παράνομη κατοχή εκρηκτικών υλών σε αποθήκη το 2020. Στη διάρκεια αυτής ερευνήθηκε και το σπίτι του ενός από τους οκτώ κατονομαζόμενους στο email και της συντρόφου του. Πρόκειται για το πρόσωπο που την ημέρα του εμπρησμού της Marfin βρισκόταν στη φυλακή.
Το κενό στον συσχετισμό και οι απλές «ομοιότητες»

Στην οικία των δύο είχε βρεθεί το 2020 το ψηφιακό πειστήριο Π33α, ένας σκληρός δίσκος που «σχετίζεται με την υπό έρευνα καταγγελία». Πέραν από το email, το οποίο κατονομάζει όλους αυτούς ως μια παρέα που ευθύνεται για τον εμπρησμό στη Marfin, δεν υπάρχει κάποιος άλλος εμφανής συσχετισμός. Αν υπήρχε ένα άλλο τόσο σοβαρό στοιχείο της προανάκρισης που να δένει δηλαδή όλα αυτά τα πρόσωπα με τη Marfin, αυτό θα προτασσόταν στο διαβιβαστικό ή έστω θα αναφερόταν. Πόσο μάλλον όταν ο Μιχ. Χρυσοχοΐδης έσπευσε εντός της εβδομάδας να υποβαθμίσει τη σημασία του email, τονίζοντας ότι η υπόθεση είναι δεμένη και με άλλα στοιχεία.

Οσον αφορά την αντιστοίχιση όμως των βιομετρικών χαρακτηριστικών των προσώπων με τις φωτογραφίες από τον εμπρησμό της Marfin, τα συμπεράσματα και της τεχνικής έκθεσης της ΔΕΕ είναι αυτά που αναφέρονται και στην κλίμακα που προαναφέρθηκε. Συνολικά, ως προς τη γυναίκα (υπ’ αριθμόν 7) καταλήγει μόνο σε «ομοιότητες ως προς τη διάπλαση και αναλογίες σώματος (σωματότυπος)». Ο δεύτερος κατηγορούμενος εμφανίζει «ομοιότητες» με τον «8» «ως προς το εμφαινόμενο μέρος του προσώπου και τον σωματότυπο ως προς τα γυαλιά και το καπέλο». Και ο τρίτος κατηγορούμενος «μη δυνατή σύγκριση επιμέρους χαρακτηριστικών του προσώπου, λόγω πλήρως καλυμμένων χαρακτηριστικών (χρήση μαντιλιού/μάσκας» και «ομοιότητες» «ως προς τον σωματότυπο και τα υποδήματα». Η ταύτιση είναι μόνο στα σακίδια.
Ξαναέρχεται ο… ανώνυμος λύκος;

Από το φιάσκο του 2016 (όταν και αθωώθηκαν τελικά οι συλληφθέντες το 2011 για τη Marfin) που είχαν εμπλακεί με ένα ανώνυμο σημείωμα οδηγηθήκαμε στο πυροτέχνημα του 2020, όταν ένα ανώνυμο τηλεφώνημα κατονόμαζε διαφορετικά πρόσωπα ως δράστες για την επίθεση. H έκθεση 300 σελίδων της ΕΛΑΣ μπήκε στο συρτάρι. Και τώρα στο «ανώνυμο email» που έρχεται να «δέσει» με την ταύτιση δύο σακιδίων. Στο τέλος, με τόσες φωνές να προειδοποιούν επανειλημμένα για τον… λύκο, τα «πρόβατα» θα αρχίσουν πια να μην πιστεύουν, ακόμη κι αν βρεθούν μπροστά στους πραγματικούς ενόχους.

«Κανείς δεν μιλά για την υπόθεση-φιάσκο της Marfin το 2011» δήλωσε στο Documento ο Δημήτρης Κατσαρής, συνήγορος ενός εκ των κατηγορουμένων, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει τον αρχικό κατηγορούμενο στην υπόθεση του 2011-16. «Και τότε είχαν κατηγορηθεί τρία άτομα με τη μεθόδευση ενός ανώνυμου σημειώματος, που θεωρήθηκε πολύ σπουδαίο από τις αρχές. Ευτυχώς για τους δύο, πολύ γρήγορα αποδείχτηκε ότι δεν είχαν καμία σχέση και δεν τους αποδόθηκε καμία κατηγορία ήδη από την προδικασία. Για τον τρίτο, τον Θ.Σ., ξεκίνησε ο δύσκολος δρόμος της παραπομπής και έπρεπε να φτάσει να δικαστεί από μεικτό ορκωτό, απειλούμενος με ισόβιες καθείρξεις. Απαλλάχθηκε με ομόφωνη απόφαση του δικαστηρίου ύστερα από απαλλακτική πρόταση της εισαγγελέως της έδρας. Ηταν μια σκευωρία, είχαν εμφανίσει έναν “δράκο με φτερά” που ήταν το ανώνυμο σημείωμα. Στον τότε εντολέα μου είχε αποδοθεί η κατηγορία πως είναι το άτομο που τώρα σχετίζεται με τον δράστη “8”. Ως “8” σε βάθος χρόνου έχουν αναγνωριστεί από τις διωκτικές αρχές τρία διαφορετικά άτομα. Και τα τρία με απόλυτη βεβαιότητα, αν λάβει κανείς υπόψη και τις έρευνες του 2020. Κατά τη γνώμη μου είναι ακριβώς η ίδια υπόθεση, τότε και τώρα. Αυτό που έχει αλλάξει αισθητά είναι η επικοινωνιακή δυνατότητα των διωκτικών αρχών ως προς τη διασπορά πληροφορίας και παραπληροφόρησης για τη δημιουργία κλίματος κατά παράβαση κάθε έννοιας κράτους δικαίου και υπεράσπισης δικαιωμάτων των κατηγορουμένων».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου