Τρίτη, Αυγούστου 25, 2026

Η άβολη αλήθεια πίσω από το success story των €13 δισ. Τράπεζα της Ελλάδος, ΔΝΤ, ΕΚΤ και κορυφαίοι οικονομολόγοι αμφισβητούν το κυβερνητικό αφήγημα. Μικαέλα Σάβα

 


 
 

Ως απόδειξη οικονομικής επιτυχίας παρουσιάζει η κυβέρνηση τη σπουδή της να προπληρώσει 13 δισ. ευρώ δημόσιου χρέους, ακόμη και δόσεις που κανονικά θα έφταναν έως το 2035. Μόνο που τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δεν δείχνουν ένα χρέος που «καίει» σήμερα αλλά ένα χρέος με ευνοϊκούς όρους, μεγάλες διάρκειες και περιορισμένους μεσοπρόθεσμους κινδύνους.

Γιατί λοιπόν τέτοια σπουδή για πρόωρη αποπληρωμή του; Μήπως επειδή η εικόνα μιας χώρας που ξεχρεώνει προτού καν της ζητηθεί είναι πολύ πιο εύχρηστη πολιτικά από τη συζήτηση για το αν αυτά τα χρήματα θα έπιαναν περισσότερο τόπο αλλού; Και ειδικά ενόψει ΔΕΘ και προεκλογικής περιόδου, που η πρόωρη αποπληρωμή προσφέρεται ως έτοιμο success story; Μικρότερο χρέος, περισσότεροι πανηγυρισμοί, καθαρότερο μήνυμα προς αγορές και ψηφοφόρους.

Μόνο που αυτό το success story έχει μερικές μάλλον… άβολες υποσημειώσεις.

Το ΔΝΤ καταγράφει στην Ελλάδα επενδυτικό κενό περίπου 4% του ΑΕΠ έναντι της ευρωζώνης, χαμηλές επενδύσεις και ασθενή παραγωγικότητα. Διεθνείς μελέτες οικονομολόγων της ΕΚΤ και του ΔΝΤ, που αποκαλύπτει το Documento, αμφισβητούν την ιδέα ότι η ταχύτερη αποπληρωμή αποτελεί από μόνη της οικονομική επιτυχία, όταν οι ίδιοι πόροι θα μπορούσαν να στηρίξουν ανάπτυξη, επενδύσεις και κοινωνικές ανάγκες. Την ώρα που το χρέος του 2035 πληρώνεται από το 2026, η Ελλάδα παραμένει ουραγός στην Ευρώπη σε κρίσιμους δείκτες υγείας, στέγασης και κοινωνικής προστασίας.






Aκριβή προτεραιότητα

Η πρόωρη μείωση του δημόσιου χρέους έχει αποκτήσει κεντρική θέση στο κυβερνητικό αφήγημα της ΝΔ για την πορεία της οικονομίας. Η δυνατότητα να εξοφλεί υποχρεώσεις πριν από τη λήξη τους διατυμπανίζεται ως απόδειξη ότι η χώρα άφησε πίσω την εποχή της αβεβαιότητας.

Σύμφωνα με το Bloomberg, οι πρόωρες αποπληρωμές που σχεδιάζονται για φέτος αναμένεται να φτάσουν συνολικά τα 13 δισ. ευρώ, με πόρους από τα δημοσιονομικά πλεονάσματα και τα διαθέσιμα του δημοσίου. Η επιτάχυνση αναμένεται να περιορίσει το χρέος περίπου στο 137% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2026. Ενας ακόμη αριθμός που προσφέρεται για τη βιτρίνα της δημοσιονομικής επιτυχίας. Τον Ιούνιο εξοφλήθηκαν πρόωρα 6,94 δισ. ευρώ από τα διμερή δάνεια του πρώτου προγράμματος διάσωσης, με προβλεπόμενες λήξεις από το 2029 έως το 2035. Επεξηγηματικά, η Ελλάδα κάλυψε σήμερα δόσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις θα πληρώνονταν σχεδόν μία δεκαετία αργότερα.

Για το υπόλοιπο του 2026 σχεδιάζονται περίπου 2,5 δισ. ευρώ για δάνεια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), πρόωρη εξόφληση ομολόγου 2,2 δισ. ευρώ που λήγει το 2027 και μείωση του αποθέματος έντοκων γραμματίων κατά περίπου 1,2 δισ. ευρώ.
Γιατί τόση βιασύνη;

Η κυβερνητική εξήγηση είναι σαφής: λιγότερο χρέος, μικρότερες μελλοντικές υποχρεώσεις, περιορισμός των κινδύνων και εξοικονόμηση τόκων. Το οικονομικό επιτελείο υπολογίζει μάλιστα σε περίπου 2 δισ. ευρώ την εξοικονόμηση τόκων έως το 2041. Συμφέρει, όμως, πραγματικά να πληρώνουμε από σήμερα το χρέος του 2035; Αλλα λέει η Τράπεζα της Ελλάδος.

Για να κριθεί αν η πρόωρη αποπληρωμή είναι πράγματι αναγκαία, πρέπει πρώτα να εξεταστεί αν το ελληνικό χρέος πιέζει σήμερα την οικονομία. Και εδώ τα ίδια τα επίσημα στοιχεία αποδυναμώνουν αισθητά την εικόνα του επείγοντος που καλλιεργεί η κυβέρνηση. Στο «Note on the Greek economy» της 19ης Ιουνίου 2026, όπου η Τράπεζα της Ελλάδος εξετάζει μεταξύ άλλων τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, η εικόνα είναι διαφορετική: οι κίνδυνοι παραμένουν περιορισμένοι σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Δηλαδή, την ώρα που η κυβέρνηση σπεύδει να πληρώσει σήμερα ακόμη και υποχρεώσεις του 2035, η ίδια η ΤτΕ δεν περιγράφει ένα χρέος που βρίσκεται υπό άμεση πίεση.

Και εξηγεί γιατί: Το μεγαλύτερο μέρος του χρέους αφορά δάνεια επίσημων πιστωτών με μεγάλες διάρκειες, περιόδους χάριτος και ευνοϊκούς όρους πληρωμής τόκων. Στα τέλη Μαρτίου του 2026 το 100% του χρέους της Kεντρικής Kυβέρνησης ήταν σταθερού επιτοκίου, ενώ το ταμειακό απόθεμα ξεπερνούσε το 15% του ΑΕΠ. Η μέση διάρκεια του χρέους έφτανε τα 18,4 χρόνια, τα διαθέσιμα τα 38,9 δισ. ευρώ και το ετήσιο κόστος τόκων αντιστοιχούσε μόλις στο 1,38% του χρέους. Με άλλα λόγια, η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος περιγράφει ένα χρέος που δεν απαιτεί τη βιασύνη με την οποία η κυβέρνηση της ΝΔ επιλέγει να το αποπληρώνει. Και όταν η οικονομική ανάγκη δεν εμφανίζεται τόσο επείγουσα όσο παρουσιάζεται, η πρόωρη εξόφληση αποκτά αναπόφευκτα και μια ισχυρή διάσταση πολιτικής επίδειξης: λιγότερο ανάγκη να πληρωθεί τώρα και περισσότερο ανάγκη να φανεί ότι μπορεί να πληρωθεί τώρα.
Το επενδυτικό κενό

Την ώρα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη επισπεύδει την αποπληρωμή δισεκατομμυρίων ευρώ, υπάρχει ένας άλλος αριθμός που δύσκολα χωρά στο ίδιο success story: το επενδυτικό κενό της χώρας εξακολουθεί να βρίσκεται περίπου στο 4% του ΑΕΠ σε σχέση με την ευρωζώνη.

Η διαπίστωση δεν προέρχεται από κάποιον επικριτή της κυβερνητικής πολιτικής. Καταγράφεται από το ίδιο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην έκθεση για την Ελλάδα στο πλαίσιο της διαβούλευσης του Αρθρου IV για το 2026. Πρόκειται για την τακτική αξιολόγηση του ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία, στην οποία εξετάζονται η ανάπτυξη, τα δημόσια οικονομικά, το χρέος, οι επενδύσεις και οι προοπτικές της χώρας.

Κι εδώ η εικόνα γίνεται λιγότερο βολική. Το ΔΝΤ αναγνωρίζει μεν την ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, αλλά στην ίδια αξιολόγηση επισημαίνει ως διαρθρωτικά προβλήματα τις χαμηλές συνολικές επενδύσεις και την υποτονική αύξηση της παραγωγικότητας. Υπολογίζει μάλιστα ότι το επενδυτικό κενό έναντι της ευρωζώνης παραμένει περίπου στις 4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, με ιδιαίτερη υστέρηση στις κατασκευές και στα προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας, όπου περιλαμβάνονται η έρευνα και ανάπτυξη, το λογισμικό και οι βάσεις δεδομένων. Τονίζει ότι η Ελλάδα χρειάζεται να διατηρήσει επαρκές επίπεδο δημόσιων επενδύσεων, ώστε αυτές να κινητοποιήσουν και περισσότερα ιδιωτικά κεφάλαια, ενώ θεωρεί κρίσιμη την πλήρη αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων. Κάπως έτσι προκύπτει ένα παράδοξο που δύσκολα αγνοείται: η χώρα διαθέτει δισεκατομμύρια για να πληρώνει νωρίτερα το χρέος της, την ώρα που το ίδιο το ΔΝΤ καταγράφει ένα επενδυτικό κενό δισεκατομμυρίων και προειδοποιεί για χαμηλές επενδύσεις και ασθενή παραγωγικότητα.
Τι λένε οι οικονομολόγοι

Κι όμως, στην οικονομική θεωρία το «όσο γρηγορότερα ξεχρεώνεις τόσο καλύτερα» δεν αποτελεί κανόνα. Αντίθετα, κορυφαίοι οικονομολόγοι έχουν προειδοποιήσει ότι η επιθετική μείωση του δημόσιου χρέους μπορεί, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να κοστίσει περισσότερο σε μια οικονομία, από το να μειώνεται σταδιακά μέσω της ανάπτυξης. Ηδη από το 2015 ο Τζόναθαν Οστρι (Jonathan Ostry), τότε αναπληρωτής διευθυντής του τμήματος Ερευνών του ΔΝΤ παρουσίασε μαζί με τους Ατίς Γκος (Atish Ghosh) και Ραφαέλ Εσπινόζα (Raphael Espinoza) τη μελέτη «When should public debt be reduced?», σύμφωνα με την οποία όταν μια χώρα μπορεί να εξυπηρετεί κανονικά το χρέος της και δεν βρίσκεται αντιμέτωπη με άμεσο κίνδυνο χρηματοδότησης, η πρόωρη και επιθετική αποπληρωμή δεν είναι κατ’ ανάγκη η καλύτερη οικονομική επιλογή. Ο λόγος είναι απλός: τα χρήματα που χρησιμοποιούνται για να μειωθεί γρηγορότερα το χρέος αφαιρούνται από άλλες χρήσεις.

Συγκεκριμένα μπορεί να μη γίνουν επενδύσεις, να περιοριστούν δημόσιες δαπάνες ή να αυξηθούν φόροι προκειμένου να επιτευχθούν υψηλότερα πλεονάσματα. Η εναλλακτική που προτείνουν είναι ξεκάθαρη: όταν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος δεν χρειάζεται το κράτος να «κυνηγά» την πρόωρη αποπληρωμή. Με απλά λόγια: το να έχεις τα χρήματα για να ξεχρεώσεις νωρίτερα δεν σημαίνει ότι σε συμφέρει και να το κάνεις. Την ίδια λογική ανέπτυξε το 2019 ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Ολιβιέ Μπλανσάρ (Olivier Blanchard) στη μελέτη του «Public debt and low interest rates». Σύμφωνα με τον Μπλανσάρ, όταν το κράτος δανείζεται με επιτόκιο χαμηλότερο από τον ρυθμό με τον οποίο μεγαλώνει η οικονομία, το χρέος μπορεί να είναι πολύ λιγότερα ασφυκτικό απ’ όσο δείχνει το συνολικό ποσό του.

Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο. Η πρόωρη αποπληρωμή μειώνει πράγματι το χρέος και εξοικονομεί τόκους. Δεν αποδεικνύει όμως από μόνη της ότι είναι και η πιο συμφέρουσα χρήση των χρημάτων. Για να κριθεί αν πρόκειται όντως για οικονομική επιτυχία πρέπει να συγκριθούν δύο πράγματα: πόσα κερδίζει η χώρα επειδή πληρώνει νωρίτερα και πόσα θα μπορούσε να κερδίσει αν τα ίδια δισεκατομμύρια κατευθύνονταν σε επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και το ΑΕΠ. Σε έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας το 2026 με τίτλο «Boosting efficiency in public investment in times of fiscal constraint» υπογραμμίζεται ότι οι παραγωγικές δημόσιες επενδύσεις δεν αποτελούν απλώς δημοσιονομικό κόστος, αλλά μοχλό ανάπτυξης. H δημοσιονομική βιωσιμότητα δηλαδή δεν περνά μόνο από το ξεχρέωμα αλλά κι από την ανάπτυξη.

Ακόμη πιο πρόσφατη είναι η μελέτη «HANK-Based Fiscal consolidation for a high-debt advanced euro area economy» του ΔΝΤ στις 12 Ιουνίου 2026. Οι συγγραφείς εξετάζουν πώς μια υπερχρεωμένη οικονομία της ευρωζώνης μπορεί να μειώσει το χρέος της χωρίς να αγνοεί το τίμημα για την ανάπτυξη και τα νοικοκυριά. Το συμπέρασμα είναι σαφές: δεν έχει σημασία μόνο πόσο γρήγορα πέφτει το χρέος, αλλά με ποιον τρόπο επιτυγχάνεται η μείωσή του και ποιος πληρώνει το κόστος. Η μελέτη δείχνει ότι ο συνδυασμός δημοσιονομικής προσαρμογής με μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη βελτιώνει το αποτέλεσμα, ενώ ακόμη και σχετικά περιορισμένη, στοχευμένη στήριξη των χαμηλών εισοδημάτων μπορεί να περιορίσει σημαντικά τις κοινωνικές επιπτώσεις.

Την ίδια ώρα στην Ελλάδα η κυβέρνηση προβάλλει ως επιτυχία το πόσα δισεκατομμύρια αποπληρώνονται νωρίτερα. Η διεθνής οικονομική συζήτηση, όμως, μετρά και κάτι που χωρά δυσκολότερα σε ένα success story: τι συμβαίνει στην ανάπτυξη και την κοινωνία όσο κυνηγάς τη γρηγορότερη δυνατή μείωση του χρέους.
Οι «άλλοι» δείκτες της ελληνικής επιτυχίας

Την ώρα που η πρόωρη αποπληρωμή δισεκατομμυρίων προβάλλεται ως απόδειξη οικονομικής κανονικότητας, οι εκθέσεις για την καθημερινότητα των πολιτών καταγράφουν μια σαφώς διαφορετική εικόνα. Στο «Health at a glance 2025» του ΟΟΣΑ το 12,1% των Ελλήνων δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι μόλις 3,4% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ.

Στη στέγαση τα στοιχεία της Eurostat για τις συνθήκες διαβίωσης στην Ευρώπη κατατάσσουν την Ελλάδα πρώτη στην ΕΕ ως προς την υπερβολική επιβάρυνση από το κόστος κατοικίας: 28,9% του πληθυσμού διαθέτει πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγη. Και στην έκθεση της Eurostat που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2026 η Ελλάδα εμφανίζεται με το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού: 27,5% το 2025, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία. Η εικόνα, λοιπόν, είναι λιγότερο θριαμβευτική απ’ όσο δείχνουν οι δείκτες του χρέους: το κράτος προπληρώνει τις υποχρεώσεις του αύριο, την ώρα που βασικές ανάγκες του σήμερα παραμένουν ακριβές, ανεπαρκείς και άνισα κατανεμημένες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου