Τρίτη, Σεπτεμβρίου 29, 2026

Ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» στους ισολογισμούς των τραπεζών: Εξάρτηση-ρεκόρ στην ευρωζώνη από την αναβαλλόμενη φορολογία




 
Γιάννης Κέυνς 



«Ειδική περίπτωση» της ευρωζώνης παραμένουν οι ελληνικές συστημικές τράπεζες, καθώς περίπου τέσσερα στα δέκα ευρώ των εποπτικών κεφαλαίων τους συνεχίζουν να βασίζονται στην αναβαλλόμενη φορολογία, παρόλο που σε άλλες χώρες της ευρωζώνης οι οποίες χρησιμοποίησαν την ίδια μέθοδο το φαινόμενο έχει μειωθεί.

Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που χρησιμοποίησε αυτόν τον μηχανισμό, αλλά είναι η μόνη που η εξάρτηση παραμένει τόσο υψηλή. Στην Ιταλία το αντίστοιχο βάρος μειώθηκε από 23% του CET1 το 2016 σε 6% το 2025, ενώ στην Ελλάδα παραμένει πάνω από 40%.
 

Οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις στις συστημικές τράπεζες

Στο τέλος του 2025 οι Αναβαλλόμενες Φορολογικές Πιστώσεις (DTC) ανέρχονταν σε περίπου 11,5 δισ. ευρώ, ποσό ισοδύναμο με το 43,4% των βασικών εποπτικών κεφαλαίων (CET1) των συστημικών ελληνικών τραπεζών.

Αυτό σημαίνει ότι περίπου τέσσερα στα δέκα ευρώ των βασικών εποπτικών κεφαλαίων στις συστημικές τράπεζες εξακολουθούν να εξαρτώνται από φορολογικές απαιτήσεις με κρατική κατοχύρωση και όχι από μετοχικό κεφάλαιο, αποθεματικά ή συσσωρευμένα κέρδη.

Για την Εθνική Τράπεζα τα DTC αντιστοιχούν περίπου στο 38% των εποπτικών κεφαλαίων CET1, για την Πειραιώς περίπου στο 57%, για την Alpha Bank στο 44% και για την Eurobank στο 37%.

►Έρχεται το τέλος των ATM: Κοστίζουν ακριβά στις τράπεζες και… συρρικνώνονται


Αυτός είναι ο πραγματικός «ελέφαντας στο δωμάτιο»: μια λύση έκτακτης ανάγκης, που σχεδιάστηκε για να απορροφήσει τις ζημιές του PSI και των κόκκινων δανείων, παραμένει περισσότερο από μία δεκαετία αργότερα βασικό στήριγμα των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών.

Αντίστοιχοι μηχανισμοί εφαρμόστηκαν στην Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Το 2015 οι μετατρέψιμες φορολογικές απαιτήσεις αντιστοιχούσαν περίπου στο 22% των ιδίων κεφαλαίων στην Ιταλία, στο 18% στην Ισπανία και στο 23% στην Πορτογαλία, έναντι 46% στην Ελλάδα. Η ελληνική εξάρτηση ήταν από τότε υπερδιπλάσια από εκείνη των περισσότερων συγκρίσιμων χωρών.

Στις άλλες χώρες όμως το βάρος των DTC υποχώρησε σημαντικά καθώς οι τράπεζες τα αξιοποίησαν φορολογικά, τα απομείωσαν ή τα αντικατέστησαν με κεφάλαια που δημιουργήθηκαν από κέρδη.

Η Ιταλία προσφέρεται για την πιο καθαρή σύγκριση. Σύμφωνα με την τελευταία αξιολόγηση του ΔΝΤ για το ιταλικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι μετατρέψιμες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις μειώθηκαν από το 23% του CET1 το 2016 σε μόλις 6% το 2025.

Στην Ελλάδα η αποκλιμάκωση είναι πολύ πιο αργή. Τον Ιούνιο του 2024 τα DTC ανέρχονταν ακόμη σε 12,5 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 50% του CET1 και το 41% του συνόλου των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος σημείωνε ότι, εξαιτίας αυτής της σύνθεσης, «η ποιότητα των εποπτικών κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών παραμένει χαμηλή».


Στο τέλος του 2025, σύμφωνα με την τελευταία αξιολόγηση του ΔΝΤ, τα DTC είχαν υποχωρήσει στα 11,5 δισ. ευρώ, αλλά εξακολουθούσαν να αντιστοιχούν στο 43,4% του CET1.

►Οι 10 υπερδανεισμένες επιχειρήσεις και οι «καμπάνες» του ΔΝΤ για «συστημικό κίνδυνο» στις τράπεζες

Υπολογίζεται με βάση τις εκτιμήσεις των τραπεζών και εταιρειών αξιολόγησης ότι στο τέλος του 2026 ο μέσος δείκτης για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες θα διαμορφωθεί κοντά στο 40%.

Στην Πορτογαλία, έως τον Ιούνιο του 2025 είχαν καταβληθεί σωρευτικά περίπου 1,24 δισ. ευρώ φορολογικών πιστώσεων στο πλαίσιο του ειδικού καθεστώτος. Το ποσό αυτό δεν αποτελεί το σημερινό υπόλοιπο DTC στους πορτογαλικούς τραπεζικούς ισολογισμούς, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι πολύ χαμηλότερο. Στην Ισπανία, μια πολύ μεγαλύτερη τραπεζική αγορά με πολλαπλάσια μεγέθη από την ελληνική, παρέμεναν στο τέλος του 2024 περίπου 30 δισ. ευρώ σε φορολογικές απαιτήσεις (DTA) που μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να καταστούν απαιτητές από το Δημόσιο.

Η Ελλάδα, επομένως, δεν αποτελεί εξαίρεση ως προς την ύπαρξη του μηχανισμού, αλλά ως προς την εξαιρετικά υψηλή εξάρτηση που έχουν τα τραπεζικά κεφάλαια από τις αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις.


Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ιταλία, παρότι είχε ήδη μειώσει το βάρος των μετατρέψιμων φορολογικών απαιτήσεων στο 6% του CET1 το 2025, προχώρησε σε νέους περιορισμούς. Περιόρισε τη δυνατότητα των τραπεζών να μετατρέπουν νέες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTA) σε κρατικά προστατευμένες φορολογικές πιστώσεις (DTC). Παράλληλα, μετέθεσε για αργότερα μέρος των φορολογικών εκπτώσεων των τραπεζών, αυξάνοντας έτσι τις σημερινές εισπράξεις του Δημοσίου.

Οι ρυθμίσεις αυτές στην Ιταλία έγιναν παράλληλα με νέα μέτρα έκτακτης φορολόγησης για το διάστημα 2026-2028, πέραν εκείνης που είχε επιβληθεί το 2023.

Αλλά και για τον νέο ιταλικό προϋπολογισμό είναι υπό συζήτηση προτάσεις για επιπλέον έκτακτη φορολόγηση το 2027.

►Οι «μαύρες τρύπες» πίσω από το success story για τις συστημικές τράπεζες
Τι ακριβώς είναι

Η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση, το DTA, είναι ουσιαστικά ένα δικαίωμα μείωσης μελλοντικών φόρων. Επειδή η τράπεζα έγραψε μεγάλες ζημιές σε κάποια φάση, θα αφαιρέσει αυτές τις ζημιές σταδιακά όταν αποκτήσει κέρδη και θα πληρώσει λιγότερο φόρο.


Στην Ελλάδα οι απαιτήσεις αυτές συνδέθηκαν κυρίως με τις ζημιές από το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων (PSI) και τις προβλέψεις και τις ζημιές από προβληματικά δάνεια.

Ένα απλό DTA, όμως, έχει αξία μόνο αν η τράπεζα εμφανίσει επαρκή μελλοντικά κέρδη. Αν δεν έχει κέρδη, δεν διαθέτει φόρο για να συμψηφίσει.

Στην Ελλάδα, δόθηκε η δυνατότητα στις τράπεζες να μετατρέπουν τα DTA σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτηση έναντι του Δημοσίου, δηλαδή σε DTC και να τα εγγράφουν στον ισολογισμο χωρίς να τα αφαιρούν από τα εποπτικά κεφάλαια CET1.

Έτσι, η ιδιαίτερη αυτή μεταχείριση επιτρέπει στην τράπεζα να εμφανίζει υψηλότερο CET1.

Σε αντάλλαγμα προβλέφθηκε η έκδοση δικαιωμάτων απόκτησης μετοχών υπέρ του Δημοσίου, ώστε να υπάρχει και πιθανή συμμετοχή του κράτους στην τράπεζα.


Όμως τα κεφάλαια αυτά είναι χαμηλότερης ποιότητας, γιατί δεν προέρχονται από μετοχικό κεφάλαιο, αποθεματικά και συσσωρευμένα κέρδη. Αν υποθέσουμε ότι μια τράπεζα εμφανίζει 100 ευρώ CET1 και τα 43 ευρώ είναι DTC, τότε μόνο τα υπόλοιπα 57 ευρώ είναι «πραγματικά» κεφάλαια. Και τα δύο προσμετρώνται στον ίδιο εποπτικό δείκτη, αλλά δεν έχουν την ίδια οικονομική ποιότητα.

Το κεφάλαιο που έχουν καταβάλει οι μέτοχοι ή έχει δημιουργηθεί από αδιανέμητα κέρδη μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα για την απορρόφηση ζημιών. Το DTC, όμως, είναι μια λογιστική απαίτηση που αντλεί την αξία της από τη δυνατότητα συμψηφισμού με μελλοντικούς φόρους και, υπό ειδικές συνθήκες, από την υποχρέωση του Δημοσίου να το αναγνωρίσει ως απαίτηση.

Αυτό δημιουργεί προβλήματα σε περίπτωση που χρειαστεί να απορροφηθούν ζημιές, καθώς και μεγαλύτερη σύνδεση της τράπεζας με το Κράτος, αφού ενδέχεται να ενεργοποιηθεί απαίτηση απέναντι στο Δημόσιο ακριβώς τη στιγμή που η οικονομία και τα δημόσια οικονομικά θα βρίσκονται υπό πίεση.

Αυτός είναι και ο λόγος που το ΔΝΤ στις εκθέσεις του επισημαίνει την ανάγκη να επιταχυνθεί η απεξάρτηση των τραπεζικών ισολογισμών από την αναβαλλόμενη φορολογία. Το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι ο άμεσος δεσμός ελληνικών τραπεζών και Δημοσίου έχει περιοριστεί, αλλά επισημαίνει ότι οι ενδεχόμενες κρατικές υποχρεώσεις από τα DTC και από τις κρατικά εγγυημένες τιτλοποιήσεις του «Ηρακλή» μπορούν σε μια σοβαρή κρίση να προκαλέσουν αρνητικές αντιδράσεις των αγορών.

Στην ίδια κατεύθυνση «δείχνουν» και οι εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδος η οποία έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει το πρόβλημα τονίζοντας ότι η ποιότητα των τραπεζικών εποπτικών κεφαλαίων παραμένει χαμηλή λόγω του μεγάλου βάρους των DTC και υποστηρίζοντας τη σταδιακή εποπτική απομείωση. Όσο οι τράπεζες παράγουν κέρδη, κρατούν μέρος τους ως κεφάλαιο και αφαιρούν περισσότερο DTC από το CET1, οπότε η σύνθεση του κεφαλαιακού τους μαξιλαριού βελτιώνεται.

Η ΤτΕ προειδοποιεί όμως, ότι μια απότομη διακοπή των φορολογικών συμψηφισμών θα μπορούσε να υποχρεώσει τις τράπεζες να διαγράψουν μεγάλο μέρος των απαιτήσεων από τους ισολογισμούς τους, προκαλώντας σοβαρή μείωση των κεφαλαίων τους.

Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν αρχίσει να αφαιρούν τα DTC από τα εποπτικά τους κεφάλαια νωρίτερα από το φορολογικό χρονοδιάγραμμα, με πρόσθετη απόσβεση που συνδέεται με το 29% των προβλεπόμενων διανομών προς τους μετόχους. Στόχος είναι το βάρος των DTC να περιοριστεί στο 20%-30% του CET1 έως το τέλος του 2027 και να μηδενιστεί εποπτικά περίπου το 2032-2034, αντί για το 2041 που ήταν το αρχικό χρονοδιάγραμμα.

Για να αντικατασταθεί το DTC χωρίς να μειωθούν επικίνδυνα οι κεφαλαιακοί δείκτες, οι τράπεζες πρέπει να δημιουργούν και να διακρατούν αρκετά πραγματικά κεφάλαια από τα κέρδη τους.

Αυτό όμως σημαίνει όμως ότι όσο περισσότερα κέρδη διανέμονται ως μερίσματα και επαναγορές μετοχών, τόσο λιγότερα παραμένουν διαθέσιμα για την αντικατάσταση των DTC.

Παρόλα αυτά οι τράπεζες επιμένουν στις γενναιόδωρες διανομές μερισμάτων, που έφτασαν πέρσι το 50% των κερδών και σχεδιάζουν μάλιστα να αυξήσουν το ποσοστό των διανομών στο 60%.

H πραγματική δοκιμασία θα έρθει όμως σε έναν καθοδικό οικονομικό κύκλο, όταν τα κέρδη θα πιεστούν και η ανάγκη για κεφάλαια υψηλής ποιότητας θα είναι μεγαλύτερη.

Τότε θα φανεί αν ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» έχει πράγματι μικρύνει ή απλώς καλύπτεται από τα σημερινά υψηλά κέρδη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου