Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 09, 2026

Γιώργος Μαζωνάκης: Το παιδί της νύχτας που «πείραξε» την πίστα Το ελληνικό τραγούδι αποχαιρετά έναν τολμηρό λαϊκό σταρ που μίλησε σε όλες τις μουσικές «φυλές» και έμεινε πάντα κοντά στον κόσμο.

 


 
Χριστιάνα Στυλιανού
 
 
Ο Γιώργος Μαζωνάκης πέθανε το απόγευμα της Τετάρτης 9 Σεπτεμβρίου, σε ηλικία 54 ετών, έπειτα από ανακοπή καρδιάς. Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, είχε επισκεφθεί ιδιώτη καρδιολόγο στο Κολωνάκι, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη σοβαρότητα της κατάστασής του, κάλεσε το ΕΚΑΒ. Ο τραγουδιστής διακομίστηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο «Ελπίς», όπου, παρά τις προσπάθειες ανάνηψης, οι γιατροί δεν κατάφεραν να τον κρατήσουν στη ζωή. Η είδηση του αιφνίδιου θανάτου του προκάλεσε σοκ, καθώς στις 20 Σεπτεμβρίου επρόκειτο να γιορτάσει τα 33 χρόνια της καλλιτεχνικής του διαδρομής με τη μεγάλη συναυλία «33 χρόνια από το Α έως το Ω» στην Τεχνόπολη.

Διαβάστε επίσης: Σοκ: Πέθανε ο Γιώργος Μαζωνάκης από ανακοπή – Μόλις 54 ετών
Από τη Νίκαια στην κορυφή

Γεννημένος στις 4 Μαρτίου 1972 στη Νίκαια του Πειραιά, με καταγωγή από τη Σητεία, μεγάλωσε ανάμεσα στο κλασικό λαϊκό τραγούδι και στο ξένο ροκ. Άκουγε Στράτο Διονυσίου, Γιάννη Πάριο, Μαρινέλλα και Χάρις Αλεξίου, αλλά από πολύ μικρός δεν αρκούνταν στον ρόλο του ακροατή. Σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στον Αντώνη Σρόιτερ για την εκπομπή «Tik Talk» του Alpha, είχε θυμηθεί ότι στο δημοτικό μοίραζε αυτόγραφα, ενώ στα 13 ή 14 του μπήκε στο καμαρίνι της Μαρινέλλας. «Καλησπέρα, είμαι συνάδελφος», της είπε με το θράσος ενός παιδιού που είχε αποφασίσει από νωρίς ποιος ήθελε να γίνει.



Στην πρώτη Λυκείου ζήτησε δουλειά σε μια ταβέρνα κοντά στο σπίτι του. Αρχικά τον έδιωξαν, όμως επέστρεψε. Την τρίτη εβδομάδα είχε γίνει πρώτο όνομα. Τραγουδούσε τη νύχτα, πήγαινε το πρωί στο σχολείο και κοιμόταν στο πίσω θρανίο. «Ήμουν αποφασισμένος γι’ αυτό το πράγμα», είχε πει στην ίδια συνέντευξη. Το καλοκαίρι του 1992, ενώ εμφανιζόταν σε νυχτερινό κέντρο της Πάτρας, τον εντόπισε η PolyGram. Έναν χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ του, «Μεσάνυχτα και κάτι».







Το 1994 κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Με τα μάτια να το λες», που περιλάμβανε τις επιτυχίες «Τρεις το πρωί», «Ανήκω σε μένα» και «Μη μου ζητάς». Δύο χρόνια αργότερα ακολούθησε το χρυσό «Μου λείπεις» και το 1997 το πλατινένιο «Παιδί της νύχτας». Οι επιτυχίες πολλαπλασιάστηκαν, όπως και οι συνεργασίες του: από τον Σταμάτη Γονίδη και τον Νότη Σφακιανάκη έως τους Goin’ Through και τη Μαίρη Λίντα. Τραγούδια όπως τα «Gucci φόρεμα», «Το Finito», «Σάββατο», «Έχω κλάψει» και «Ένα κενό» σημάδεψαν διαφορετικές περιόδους μιας πορείας που ανανεωνόταν διαρκώς, διατηρώντας πάντοτε τον λαϊκό της πυρήνα. Συνεργάστηκε επίσης με δημιουργούς όπως ο Φοίβος, ο Γιώργος Σαμπάνης και ο Μιχάλης Χατζηγιάννης, ενώ το 2002 ερμήνευσε τα τραγούδια «Καμικάζι» και «Ξημερώνει πάλι» του Σταμάτη Κραουνάκη για την ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου».


Ο άνθρωπος που «πείραξε» την πίστα

Ο Μαζωνάκης έβλεπε κάθε εμφάνισή του ως ένα ολοκληρωμένο σόου και δεν φοβόταν να δοκιμάζει καινούργια πράγματα. Μαζί με τον χορογράφο και σκηνοθέτη Κωνσταντίνο Ρήγο άλλαξε τη διαμόρφωση των νυχτερινών κέντρων, έβαλε το κοινό να κάθεται σε καναπέδες και έδωσε μεγαλύτερο βάρος στις χορογραφίες, στα σκηνικά και στα κοστούμια. Οι φούστες, οι πλατφόρμες και οι εκκεντρικές εμφανίσεις του προκάλεσαν συζητήσεις, αλλά εκείνος τόλμησε να παρουσιάσει στην πίστα πράγματα που ελάχιστοι λαϊκοί τραγουδιστές θα τολμούσαν εκείνη την εποχή.

«Ο πειραματισμός, το πείραγμα υπάρχει στο DNA μου», έλεγε το 2016 στον Νίκο Βουλαλά για το «Αθηνόραμα», μιλώντας για τις εμφανίσεις του στο «Σημείο G», ένα πρωτοποριακό μουσικό πρόγραμμα που είχε ετοιμάσει μαζί με την Έφη Γούση. DJ sets, καλλιτέχνες, χορευτές και εντυπωσιακοί φωτισμοί συνυπήρχαν γύρω από μια σκηνή τοποθετημένη στο κέντρο του χώρου, φέρνοντάς τον πιο κοντά στους θεατές. Χωρίς να εγκαταλείψει την πίστα, την ανανέωσε, συνδυάζοντας το λαϊκό τραγούδι με το θέατρο, τη μόδα και την ποπ κουλτούρα.


intime

Μιλώντας την άνοιξη του 2021 στον Παναγιώτη Μένεγο για το OneMan, εξηγούσε πως είχε απομακρυνθεί από την παλιά συνταγή της νύχτας: «Έβαλα πρώτος καναπέδες, το γυρίσαμε σε one man show, σταμάτησε ο κόσμος να χορεύει πάνω στη σκηνή». Δεν τον ενδιέφερε η επανάληψη μιας ασφαλούς φόρμουλας. Ήθελε διαφορετικές ενορχηστρώσεις, άλλη κατεύθυνση για την μπάντα και συναυλίες σε ώρες προσιτές σε όσους δεν άντεχαν πια να ξημερώνονται.

Γι’ αυτό και αγαπήθηκε από ένα ετερόκλητο κοινό. Το λαϊκό κοινό, η ποπ γενιά, οι ακροατές του έντεχνου, ακόμη και οι θαμώνες της ηλεκτρονικής σκηνής, όλοι έσπευδαν να τον δουν. Στη συνέντευξή του στον Παναγιώτη Μένεγο για το OneMan το περιέγραφε μέσα από μια φράση που άκουγε συχνά: «Εγώ ελληνικά δε γουστάρω, αλλά Μαζωνάκη ακούω». Πίστευε ότι η αισθητική, οι συνεργασίες και η παρουσία του στα κλαμπ όπου άκουγε ξένους DJs τον έφερναν κοντά σε διαφορετικά ακροατήρια. Αυτή η ικανότητά του να γεφυρώνει μουσικά είδη ήταν, όπως έλεγε, «τεράστια περιουσία» για εκείνον.

Αυτή η ικανότητα να κινείται ανάμεσα στο μαζικό και το απρόβλεπτο αποτυπώθηκε και στη συνεργασία του με τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση το 2021, στο πλαίσιο της έκθεσης «You and AI: Through the Algorithmic Lens» στο Πεδίον του Άρεως. Ο Μαζωνάκης συμμετείχε στην ηχητική εγκατάσταση «Έξοδος» του Μανώλη Μανουσάκη και της Αφροδίτης Παναγιωτάκου, δανείζοντας τη φωνή του και θραύσματα μιας προσωπικής εξομολόγησης σε ένα έργο για την τεχνολογία, την ανθρώπινη ταυτότητα και την αντικειμενοποίηση. Η επιλογή του κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν, καθώς στο επιμελητικό σημείωμα περιγραφόταν ως μια μορφή με ποιότητα σχεδόν «βαρομέτρου»: προσιτός και απρόσιτος, μαζικός και ιδιαίτερος, πιστός και βλάσφημος.

Στην ίδια έκθεση πρωταγωνίστησε επίσης στη μικρού μήκους ταινία «Ανήκω σε μένα» της Εύης Καλογηροπούλου, μια δυστοπική αφήγηση τοποθετημένη στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη του Περάματος. Σε ένα μεταπανδημικό μέλλον όπου τα αλγοριθμικά συστήματα έχουν αναλάβει τον έλεγχο και το ανθρώπινο άγγιγμα απαγορεύεται, υποδύθηκε τον παλαιότερο εργάτη και υπεύθυνο του ναυπηγείου, μέσα από την αφήγηση του οποίου σκιαγραφούνταν οι ανθρώπινες σχέσεις. Το τραγούδι «Ανήκω σε μένα» ακουγόταν σε νέα διασκευή της Kid Moxie, με τη συμμετοχή του Μαζωνάκη. Ήταν μια συνάντηση του λαϊκού ειδώλου με τη σύγχρονη τέχνη που συμπύκνωνε ακριβώς την αδυναμία του να ταξινομηθεί σε μία μόνο κατηγορία.


Πάντα κοντά στον κόσμο

Τον Δεκέμβριο του 2025 βγήκε από την Ακτή Πειραιώς, όπου εμφανιζόταν, και περπάτησε δίπλα στην ουρά των ανθρώπων που περίμεναν να μπουν, χαιρετώντας και ευχαριστώντας τους έναν έναν. Η κίνηση αυτή φανέρωνε την ιδιαίτερη σχέση που είχε με το κοινό του. «Εγώ δεν θα το πω “σταριλίκι”, θα το πω “φως”», είχε πει στον Παναγιώτη Μένεγο και το OneMan, εξηγώντας πως θεωρούσε αποστολή του να φτιάχνει την ημέρα κάποιου που τον συναντούσε τυχαία.

Η αμεσότητά του φαινόταν και στο αυτοσαρκαστικό χιούμορ των αναρτήσεών του. Σε συνέντευξή του στον Νίκο Βουλαλά για το «Αθηνόραμα», όταν ρωτήθηκε ποια φωτογραφία του είχε συγκεντρώσει τα περισσότερα likes στο Instagram, απάντησε: «Είναι το βιντεάκι με τις… κοτούλες. Μ’ αρέσει να αυτοσαρκάζομαι. Το χιούμορ είναι μέρος της καθημερινότητάς μου».
Παράλληλα, η τηλεόραση τον σύστησε σε ένα ακόμη ευρύτερο κοινό. Το 2017 συμμετείχε στην κριτική επιτροπή του «X Factor», μαζί με την Τάμτα, τον Μπάμπη Στόκα και τον Γιώργο Παπαδόπουλο, ενώ αργότερα βρέθηκε στη θέση του coach στο «The Voice of Greece». Εκεί, πέρα από τις αυθόρμητες ατάκες και το ιδιότυπο χιούμορ του, έδειξε ιδιαίτερη φροντίδα για τους νεότερους τραγουδιστές, αντιμετωπίζοντας το τηλεοπτικό παιχνίδι ως πεδίο μαθητείας.


«Εμένα με προστάτευσε ο κόσμος»

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σημαδεύτηκαν από τη δημόσια σύγκρουση με την οικογένειά του και την ακούσια νοσηλεία του στο Δρομοκαΐτειο τον Αύγουστο του 2025. Τον Ιούλιο του 2026, μιλώντας στον Τάσο Τρύφωνος στην εκπομπή «Τετ α τετ» του Alpha Κύπρου, περιέγραψε τις ημέρες που πέρασε εκεί με πόνο αλλά και αυτοσαρκασμό: «Η χαρά του Δρομοκαΐτειου ήμουν». Με το χιούμορ του προσπαθούσε να ελαφρύνει μια εμπειρία που, όπως είχε παραδεχτεί, του προκάλεσε φόβο και αίσθημα προδοσίας. «Υπάρχουν φορές που λέω ότι “δεν αντέχω άλλο”», εξομολογήθηκε.

Στην ίδια συζήτηση είπε και μια φράση που σήμερα ακούγεται σαν απολογισμός: «Εμένα με προστάτευσε ο κόσμος». Αυτός ο κόσμος περίμενε να τον συναντήσει ξανά στην Τεχνόπολη, σε μια συναυλία που θα ένωνε τις διαφορετικές εποχές της πορείας του. Αντί για τη γιορτή των 33 χρόνων, μένει μια απότομη σιωπή και ένα ρεπερτόριο δεμένο με τις νύχτες, τους έρωτες και τις ήττες εκατομμυρίων ανθρώπων.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης υπήρξε παιδί της νύχτας, αλλά δεν υπάκουσε ποτέ στους κανόνες της. Τους άλλαξε, τους «πείραξε» και τους έφερε στα μέτρα του. Ήταν το λαϊκό παιδί από τη Νίκαια που κατάφερε να μιλήσει στις καρδιές των ροκάδων, των club kids, των έντεχνων και εκείνων που έλεγαν πως «δεν ακούνε ελληνικά».
Τώρα που τα φώτα της πίστας έσβησαν απότομα, η φωνή και η μορφή του θα μείνουν αποτυπωμένες στις καρδιές των ανθρώπων που τον αγάπησαν ως «Μάζω». Το πόσο πολύ αγαπήθηκε χωρά άλλωστε σε ένα σύνθημα που απέκτησε καθολική λαϊκή αποδοχή: «Όσο ζω, Μάζω».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου