Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 30, 2026

«Πακέτο εξοπλισμών» στην επίσκεψη Ρούμπιο





Η συζήτηση εξοπλιστικών προγραμμάτων και, κυρίως, η δρομολόγηση συγκεκριμένων ελληνικών αποφάσεων θεωρούν πια το Στέιτ Ντιπάρτμεντ το κυριότερο από τα λεγόμενα «παραδοτέα» των επαφών στην Αθήνα.



Σύνδεση της επίσκεψης στην Αθήνα του υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, και του 6ου γύρου του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας-ΗΠΑ με την απευθείας ανάθεση μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων σε αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες προωθεί το Στέητ Ντηπάρτμεντ.


Η αμερικανική πρωτοβουλία φημολογείτο, επί πολλούς μήνες, στο διπλωματικό παρασκήνιο ως αναμενόμενη απαίτηση-αντίβαρο της Ουάσιγκτον στα συμβόλαια € 9,8 δισεκατομμυρίων σε γαλλικές εταιρείες και στα € 6,3 δις σε αντίστοιχες ισραηλινές που έχει υπογράψει η παρούσα κυβέρνηση από το 2019 ως πρόσφατα.




Όμως, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο διορισμένος, εξωκοινοβουλευτικός υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, έχουν αιφνιδιαστεί πλήρως από την πλέον πραγματική (και όχι απλά φημολογούμενη) τακτική της αμερικανικής πλευράς. Η συζήτηση περί εξοπλιστικών προγραμμάτων και, κυρίως, η δρομολόγηση συγκεκριμένων ελληνικών αποφάσεων θεωρείται πια από το Στέητ Ντηπάρτμεντ ως το κυριότερο από τα λεγόμενα «παραδοτέα» των επαφών στην Αθήνα την προσεχή εβδομάδα. Μέχρι πρότινος, το Μαξίμου ήλπιζε ότι η ενδεχόμενη επίσκεψη του κ. Ρούμπιο θα είχε μόνον επικοινωνιακή διάσταση με τις φωτογραφίσεις χειραψιών και εναγκαλισμών («photo opportunities») για προεκλογική εκμετάλλευση.

Τελικά, ο κ. Μητσοτάκης βρίσκεται ενώπιον μιας πολύ δύσκολης απόφασης, επειδή η -όποια- επιλογή του θα έχει βαρύ πολιτικό κόστος σε μια κρίσιμη συγκυρία. Αφενός, η ξαφνική ανακοίνωση ανάθεσης συμβολαίων υψηλής αξίας στις ΗΠΑ (μόνον πέντε εβδομάδες μετά τα συμβόλαια € 3,1 δις με το Ισραήλ για το θόλο αεράμυνας) θα προκαλέσει σοκ σε μια κοινωνία που ήδη ταλαιπωρείται από την ακρίβεια και την πτώση του βιοτικού επιπέδου της, ενόψει και ενός δύσκολου χειμώνα. Αφετέρου, η απόρριψη του αμερικανικού αιτήματος θα επηρέαζε σοβαρότατα το κλίμα με την Ουάσιγκτον σε μια περίοδο που εξελίσσονται οι σχεδιασμοί για το «ΝΑΤΟ 3.0», αξιολογείται η στάση των συμμάχων στις πολέμους της Ουκρανίας και του Ιράν και επικρατεί ακραία αβεβαιότητα για τις ευαίσθητες σχέσεις Αθήνας-Άγκυρας.


Υπενθυμίζεται ότι, παρά τις εκκλήσεις της κυβέρνησης από τον Ιούνιο του 2024 ως την άνοιξη του 2025, η Ουάσιγκτον δεν κατάφερε να αποτρέψει την επιθετική στάση της Άγκυρας κατά των βυθομετρικών ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ («καλώδιο» GSI). Επίσης, αν και η Άγκυρα απέχει ακόμα από την επανένταξή της στο πρόγραμμα των F-35, ο κ. Ρούμπιο έχει αναφέρει ευθέως στον κ. Γεραπετρίτη, από τον Ιούνιο του 2025, πως ούτε ο ίδιος ούτε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ συμμερίζονται το επιχείρημα περί διατάραξης της ισορροπίας ισχύος μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας και δεν δεσμεύονται από τις ανάλογες ελληνικές εκτιμήσεις για το Αιγαίο και τη Μεσόγειο.


Παράλληλα, ανεξάρτητα από τις αξιολογήσεις τους για τα πιεστικά προβλήματα που αντιμετωπίζει μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας (και τον αντίκτυπό τους στις προσεχείς εκλογές), οι αρμόδιοι αξιωματούχοι της Πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα δεν έχουν διάθεση κατανόησης των αντεπιχειρημάτων της κυβέρνησης. Προτιμούν να βάζουν στο τραπέζι τις -κατά την άποψή τους- «μη τηρηθείσες» υποσχέσεις (προσωπικά και από τον κ. Μητσοτάκη) ότι η ελληνική συμμετοχή στα νέα αμυντικά και βιομηχανικά προγράμματα της Ε.Ε. δεν θα κατέληγε σε αποκλεισμό των συστημάτων αμερικανικής κατασκευής.

Σε αυτό το πλαίσιο, το σκεπτικό του Στέητ Ντηπάρτμεντ είναι ότι -με την ευκαιρία της επίσκεψης Ρούμπιο- τα συμβόλαια σε εταιρείες των ΗΠΑ θα είναι μεν αξίας πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ, αλλά, πρώτον, θα προσφερθεί χρονοδιάγραμμα πληρωμής σε ετήσιες δόσεις. Και, δεύτερον, θα καλύψουν πραγματικές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων (σε προγράμματα υποστήριξης, καθώς και προμήθεια πυραύλων και άλλων όπλων) για τα επόμενα, πολλά χρόνια.


Η μεγάλη διαφορά, σε σύγκριση με το παρελθόν, είναι ότι η Ουάσιγκτον ζητεί τη δέσμευση του κ. Μητσοτάκη «εδώ και τώρα» αντί της μετακύλισης των αποφάσεων σε χρόνο μετά τη λήξη της θητείας του και αντί των μελλοντικών τμηματικών παραγγελιών από τις τότε κυβερνήσεις. Επίσης, παρά τα ωραία λόγια περί διεθνούς επιρροής του Πρωθυπουργού, το Στέητ Ντηπάρτμεντ αρνείται να χορηγήσει άδειες εξαγωγών για ορισμένα, πιο σύγχρονα συστήματα που ζητεί η Αθήνα.

Σε κάθε περίπτωση, έχει δημιουργηθεί μια τραγελαφική κατάσταση. Η αμερικανική πλευρά ακολουθεί λογική ανταλλαγμάτων ακόμα και για συνήθεις επαφές με μία συμμαχική χώρα, ενώ τα προηγούμενα χρόνια ήταν απολύτως θεμιτό και φυσιολογικό το αντίθετο: η Ελλάδα ζητούσε και εξασφάλιζε υποστήριξη από τις ΗΠΑ, για τις αμυντικές ανάγκες της, με πολύ ευνοϊκούς όρους.

Ακόμα και αν δεν γίνει σύγκριση με το σχετικά μακρινό παρελθόν (π.χ. εξασφάλιση μεγάλων ανταλλαγμάτων από τους Κων. Μητσοτάκη και Αντ. Σαμαρά για την ανανέωση της Συμφωνίας MDCA για τις βάσεις το 1990), αποδεικνύονται κατεξοχήν λανθασμένες πολλές αποφάσεις του σημερινού Πρωθυπουργού μόλις στα λίγα προηγούμενα χρόνια. Μεταξύ άλλων, το φθινόπωρο του 2019 (πρώτη θητεία Τραμπ), όταν ο κ. Μητσοτάκης δεν ζήτησε τίποτα απολύτως για την τότε ανανέωση της MDCA. Και το Δεκέμβριο του 2023 (επί διοίκησης Μπάιντεν), όταν απέρριψε εξαιρετικά συμφέρον αμυντικό δάνειο $ 2,2 δις από τις ΗΠΑ. Ασφαλώς, έκθετος είναι ο κ. Μητσοτάκης και με τη στάση του, τον Ιανουάριο του 2024, όταν χαρακτήρισε σαν «σημαντική ημέρα για την εθνική μας άμυνα και για την ελληνική διπλωματία», την επιστολή του τότε υπουργού Εξωτερικών, Άντονι Μπλίνκεν, για την προσφορά μεταχειρισμένου, πλεονάζοντος αμυντικού υλικού που αποδείχθηκε «σάπιο» και απορρίφθηκε. Το λάθος (ή η ψηφοθηρική υπερβολή) του Πρωθυπουργού ήταν τέτοιου μεγέθους, ώστε ο σημερινός υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, φέρεται να έχει σχολιάσει τη μηδενική αξία της επιστολής Μπλίνκεν (και, εμμέσως, την τότε αξιολόγηση του Μαξίμου) με μια φράση του τύπου «μα, πώς γράφτηκε κάτι τέτοιο»;


Στο καλύτερο σενάριο για τα ελληνικά συμφέροντα, η απόρριψη, εκ μέρους του κ. Μητσοτάκη, των προτάσεων Ρούμπιο για «εξοπλιστικό πακέτο», θα έχει ως συνέπεια την -ακόμα βαθύτερη- υποβάθμιση της χώρας στους σχεδιασμούς και προτεραιότητες της διοίκησης Τραμπ. Στο δε χειρότερο σενάριο, είτε σκόπιμα είτε δια της απλής παράλειψης πολιτικών παρεμβάσεων στην αργή υπηρεσιακή γραφειοκρατία του Στέητ Ντηπάρτμεντ, του Πενταγώνου και των αρμόδιων Επιτροπών του Κογκρέσου, ίσως καθυστερήσει η υλοποίηση των συμβολαίων του «Θόλου του Αχιλλέα». Γιατί βασικός όρος των συμβολαίων Ελλάδας-Ισραήλ είναι ότι πολλά τμήματα του συστήματος αεράμυνας David Sling, της Rafael, θα παραδίδονται μόνον κατόπιν εγκρίσεων από την αμερικανική κυβέρνηση, αφού τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας ανήκουν στη Raytheon και άλλες εταιρείες των ΗΠΑ. Άλλωστε, πέρα από τις σαφείς νομικές δεσμεύσεις, σε πολιτικό-διπλωματικό επίπεδο, υπάρχει το προηγούμενο του συμβολαίου του David Sling στη Φιλανδία μόνον κατόπιν της εγκρίσεως της Ουάσιγκτον το 2023.

Στην περίπτωση αυτού του χειρότερου σεναρίου για την ελληνική παραγγελία, οι καθυστερήσεις θα επηρεάσουν, προσωρινά, και τις εγχώριες εταιρείες που προγραμματίζεται να εκτελέσουν υποκατασκευαστικό έργο πολλών εκατομμυρίων ευρώ.

Αλέξανδρος Τάρκας

(Ο Αλέξανδρος Τάρκας είναι εκδότης του περιοδικού «Άμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Δημοκρατία»)

dnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου