Σάββατο, Οκτωβρίου 24, 2026

Ο Μητσοτάκης έβαλε μόνος του τη θηλιά του 25% – Το επικίνδυνο παιχνίδι με τη διαδοχή, ο Σαμαράς και ο εφιάλτης της αντισυσπείρωσης

 



 

Ο πρωθυπουργός επιχείρησε να μετατρέψει το ενδεχόμενο αποχώρησής του σε όπλο πολιτικής συσπείρωσης, αλλά άνοιξε μια συζήτηση που μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά επικίνδυνη για τον ίδιο. Οι δυσαρεστημένοι νεοδημοκράτες, οι υπολογισμοί για το κόμμα Σαμαρά, η μάχη της αποχής και όσοι στο εσωτερικό της ΝΔ περιμένουν την επόμενη ημέρα. Γιατί το περίφημο 25% μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη σημασία από εκείνη που υπολόγιζαν στο Μαξίμου

 
 

Έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι ποιος φωτεινός εγκέφαλος στο Μέγαρο Μαξίμου θεώρησε καλή ιδέα να βάλει τον Κυριάκο Μητσοτάκη να συζητά δημοσίως το ενδεχόμενο της πολιτικής του αποστρατείας. Διότι ο πρωθυπουργός, που επί χρόνια καλλιεργούσε την εικόνα του αδιαμφισβήτητου κυρίαρχου της Νέας Δημοκρατίας, αποφάσισε ξαφνικά να μιλήσει για το ποσοστό με το οποίο θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα παραμονής του στην ηγεσία. Και μάλιστα δεν μίλησε γενικά και αόριστα. Έβαλε στην εξίσωση το 25%. Έναν αριθμό που πλέον κινδυνεύει να τον ακολουθεί μέχρι να ανοίξουν οι κάλπες. Το ωραιότερο; Το έκανε μόνος του, χωρίς να χρειαστεί να του το επιβάλει κάποιος εσωκομματικός αντίπαλος. Και επειδή η πολιτική έχει αποδείξει πολλές φορές ότι οι μεγαλύτερες παγίδες είναι εκείνες που στήνουν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές στον εαυτό τους, θα σας πρότεινα να κρατήσετε αυτή την ιστορία.

 


Θυμίζω τη συνέντευξη στον Άρη Πορτοσάλτε, στον ραδιοφωνικό σταθμό του ΣΚΑΪ, στις 9 Οκτωβρίου. Ο Μητσοτάκης ρωτήθηκε για το ενδεχόμενο να κινηθούν διαδικασίες αλλαγής ηγεσίας εάν η Νέα Δημοκρατία καταγράψει ένα απογοητευτικό εκλογικό αποτέλεσμα. Και τι απάντησε; «Αν έφερνα 25%, καλά θα έκαναν να τα έλεγαν αυτά». Πρόσθεσε μάλιστα ότι η Νέα Δημοκρατία έχει παράδοση να ανταμείβει τους αρχηγούς που πηγαίνουν καλά και να τους αντικαθιστά όταν δεν πηγαίνουν καλά. Ωραία πράγματα! Ο άνθρωπος που έχει επενδύσει ολόκληρη την πολιτική του στρατηγική στη σταθερότητα και στη συνέχεια της διακυβέρνησης άρχισε να εξηγεί δημοσίως τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα μπορούσε να αποχωρήσει. Και κάπως έτσι το 25% έγινε, εκτός από εκλογικό όριο για το μπόνους εδρών, και σημείο αναφοράς για την προσωπική πολιτική τύχη του πρωθυπουργού.
Το σχέδιο της συσπείρωσης και το λάθος που μπορεί να πληρωθεί ακριβά

Θα σας πω τώρα ποια είναι η μία ανάγνωση αυτής της κίνησης. Η πρωθυπουργική αναφορά στο 25% μπορεί να λειτουργήσει ως μήνυμα προς τους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας που έχουν απομακρυνθεί από το κόμμα, αλλά εξακολουθούν να θεωρούν τον Μητσοτάκη αναγκαίο για τη διατήρηση της κυβερνητικής σταθερότητας. Το πολιτικό διακύβευμα μεταφέρεται έτσι από την αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου στην προσωπική παραμονή του αρχηγού. Και για ένα επιτελείο που γνωρίζει καλά την αξία της προσωποποίησης των εκλογικών αναμετρήσεων, μια τέτοια μετατόπιση μπορεί να θεωρείται χρήσιμη.

Μόνο που υπάρχει και η αντίστροφη ανάγνωση. Και αυτή είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Ο Μητσοτάκης έδωσε στους πολιτικούς του αντιπάλους έναν συγκεκριμένο αριθμό με τον οποίο μπορούν να συνδέσουν το ζήτημα της διαδοχής του. Μέχρι τώρα η συζήτηση για την επόμενη ημέρα στη Νέα Δημοκρατία περιοριζόταν κυρίως στις εσωκομματικές αναλύσεις, στις κινήσεις των δελφίνων και στα σενάρια για τον Αντώνη Σαμαρά. Τώρα ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι ένα εκλογικό αποτέλεσμα της τάξης του 25% θα δικαιολογούσε την αμφισβήτησή του.


Και προσέξτε τη λεπτομέρεια. Στην τελευταία δημοσκόπηση της Metron Analysis, η Νέα Δημοκρατία καταγράφηκε στο 24,9% στην πρόθεση ψήφου, ενώ στην εκτίμηση ψήφου βρέθηκε στο 30%. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς δημοσκοπικούς δείκτες, αλλά η πολιτική συζήτηση γύρω από το όριο που έθεσε ο πρωθυπουργός αποκτά πλέον αναπόφευκτα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ιδιαίτερα όταν η ίδια έρευνα καταγράφει ότι μόλις το 68% των ψηφοφόρων της ΝΔ του 2023 δηλώνει ότι εξακολουθεί να την επιλέγει.
Ο Σαμαράς, οι δυσαρεστημένοι δεξιοί και η μάχη για το παλιό εκλογικό ακροατήριο

Εδώ μπαίνει στην ιστορία ο Αντώνης Σαμαράς. Και επειδή ο Μεσσήνιος γνωρίζει πολύ καλά τις αδυναμίες της παραδοσιακής Νέας Δημοκρατίας, θα σας πρότεινα να παρακολουθήσετε προσεκτικά την επίδραση που μπορεί να έχει η συγκεκριμένη δήλωση στους πολιτικούς υπολογισμούς γύρω από ένα ενδεχόμενο νέο κόμμα.

Ο Σαμαράς απευθύνεται σε ένα τμήμα της Δεξιάς που θεωρεί ότι η σημερινή Νέα Δημοκρατία έχει απομακρυνθεί από τις ιστορικές και ιδεολογικές της αναφορές. Πρόκειται για ψηφοφόρους που εμφανίζουν δυσαρέσκεια για κυβερνητικές επιλογές, ιδιαίτερα στα εθνικά ζητήματα, στην οικονομία και στον τρόπο άσκησης της εξουσίας. Το ζήτημα για ένα πιθανό νέο εγχείρημα δεν είναι μόνο η προσέλκυσή τους, αλλά και η μετατροπή της δυσαρέσκειας σε πραγματική εκλογική συμμετοχή.


Η αναφορά Μητσοτάκη στο 25% προσθέτει μια καινούργια διάσταση σε αυτούς τους υπολογισμούς. Η εκλογική επίδοση της Νέας Δημοκρατίας συνδέθηκε πλέον από τον ίδιο τον αρχηγό της με τη συζήτηση για το πολιτικό του μέλλον. Αυτό μπορεί να ενδιαφέρει τόσο εκείνους που επιθυμούν την παραμονή του όσο και εκείνους που αντιμετωπίζουν την επόμενη ημέρα της παράταξης ως ανοιχτό ζήτημα.

Και εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες αβεβαιότητες της προεκλογικής περιόδου. Ένα ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά θα μπορούσε να δημιουργήσει νέα δεδομένα στη δεξιά πλευρά του πολιτικού χάρτη, αλλά το μέγεθος και η κατεύθυνση των εκλογικών μετακινήσεων θα εξαρτηθούν από την τελική σύνθεση των ψηφοδελτίων, την παρουσία των υπόλοιπων σχηματισμών και τη δυνατότητα της ΝΔ να επανασυνδεθεί με τους παλαιούς ψηφοφόρους της.
Η αποχή, οι χαμένες ψήφοι και η αριθμητική που προβληματίζει την Πειραιώς

Θα σας θυμίσω κάτι ακόμη. Στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2023, η Νέα Δημοκρατία συγκέντρωσε 2.114.780 ψήφους και ποσοστό 40,56%. Στις ευρωεκλογές του 2024, οι ψήφοι της περιορίστηκαν σε 1.125.510, με ποσοστό 28,31%. Οι δύο αναμετρήσεις είχαν διαφορετικό χαρακτήρα και σημαντικά διαφορετική συμμετοχή, αλλά η απόσταση στους απόλυτους αριθμούς αποτυπώνει το μέγεθος της εκλογικής απομάκρυνσης που καλείται να διαχειριστεί το κυβερνών κόμμα.

Η μάχη για τη Νέα Δημοκρατία έχει, συνεπώς, δύο διαφορετικά επίπεδα. Από τη μία, την προσπάθεια επιστροφής των ψηφοφόρων που μετακινήθηκαν προς άλλους πολιτικούς σχηματισμούς. Από την άλλη, την επαναπροσέγγιση εκείνων που προτίμησαν να μείνουν εκτός εκλογικής διαδικασίας.


Η αποχή αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους άγνωστους παράγοντες της επόμενης αναμέτρησης. Η αυξημένη συμμετοχή μπορεί να επηρεάσει διαφορετικά τις επιδόσεις των κομμάτων, ανάλογα με το ποιοι θα προσέλθουν τελικά στις κάλπες. Και σε μια περίοδο έντονης δυσαρέσκειας για την ακρίβεια και την καθημερινότητα, το πώς θα κινηθούν όσοι έχουν αποστασιοποιηθεί από το πολιτικό σύστημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι το 69% των ερωτώμενων στην τελευταία μέτρηση της Metron Analysis εκτιμά ότι θα χρειαστούν δεύτερες εκλογές. Η προσδοκία αυτή αποτυπώνει πόσο δύσκολη θεωρεί η κοινή γνώμη τη διαμόρφωση μιας αυτοδύναμης κυβέρνησης, παρά το σημαντικό προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας.
Οι δελφίνοι, οι παλιές φρουρές και η κουβέντα που άνοιξε ο ίδιος ο Μητσοτάκης

Υπάρχει όμως και η εσωκομματική παράμετρος. Η δημόσια συζήτηση για ένα εκλογικό αποτέλεσμα που θα μπορούσε να θέσει ζήτημα ηγεσίας δίνει νέα σημασία στις κινήσεις όσων ενδιαφέρονται για την επόμενη ημέρα της Νέας Δημοκρατίας.

Και εδώ δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στα πρόσωπα που θα μπορούσαν κάποια στιγμή να διεκδικήσουν την προεδρία. Αναφέρομαι και στις ιστορικές πτέρυγες της παράταξης, στους βουλευτές που διατηρούν αποστάσεις από το Μαξίμου, στους υπουργούς που επιδιώκουν να αποκτήσουν δικό τους πολιτικό ακροατήριο και σε εκείνους που θεωρούν ότι η Νέα Δημοκρατία πρέπει να αλλάξει πολιτική κατεύθυνση.

Δεν είναι άσχετη με το γενικότερο κλίμα η κοινή παρουσία των Κώστα Καραμανλή, Αντώνη Σαμαρά και Βαγγέλη Μεϊμαράκη στην πρόσφατη εκδήλωση του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η εικόνα των τριών πρώην αρχηγών στην πρώτη σειρά, λίγες ημέρες μετά την απουσία τους από την επέτειο ίδρυσης της Νέας Δημοκρατίας, ανέδειξε με παραστατικό τρόπο την αυτοτελή πολιτική παρουσία των ιστορικών στελεχών της παράταξης.

Ο Μητσοτάκης εξακολουθεί να ελέγχει την κυβέρνηση και τον κομματικό μηχανισμό. Η συζήτηση, όμως, για το ποιος θα μπορούσε να τον διαδεχθεί απέκτησε πλέον και μια δημόσια αναφορά από τον ίδιο.

Και αυτή είναι η σημαντικότερη πολιτική συνέπεια της συνέντευξης στον ΣΚΑΪ.

Εκείνο που παρουσιάστηκε ως μια αυτονόητη παραδοχή ότι όλοι οι αρχηγοί κρίνονται από το εκλογικό αποτέλεσμα μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για μια πολύ ευρύτερη συζήτηση, η οποία θα επηρεάζεται από τις δημοσκοπήσεις, τις εκλογικές συμμαχίες και τις πολιτικές αποφάσεις των επόμενων μηνών.

Κρατήστε, λοιπόν, το 25%. Όχι ως πρόβλεψη του εκλογικού αποτελέσματος, αλλά ως το όριο που επέλεξε ο ίδιος ο πρωθυπουργός για να περιγράψει τη σοβαρότητα μιας πιθανής εκλογικής υποχώρησης.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλησε να εμφανιστεί ως αρχηγός που δεν φοβάται να κριθεί. Ταυτόχρονα, όμως, έδωσε συγκεκριμένο περιεχόμενο σε μια συζήτηση που μέχρι τότε διεξαγόταν κυρίως πίσω από τις κλειστές πόρτες της Νέας Δημοκρατίας.

Και επειδή στην πολιτική οι δημόσιες δεσμεύσεις έχουν την τάση να επιστρέφουν στους ανθρώπους που τις διατυπώνουν, θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε πόσο συχνά θα ακούγεται πλέον αυτός ο αριθμός.

Διότι το 25% μπορεί για τον εκλογικό νόμο να είναι το κατώφλι του μπόνους. Για τον Μητσοτάκη, όμως, έγινε με δική του επιλογή και το κατώφλι μιας συζήτησης που αφορά το πολιτικό του μέλλον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου