Σάββατο, Οκτωβρίου 24, 2026

Νέα γενιά «κόκκινων» δανείων απειλεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις – Τα 6,2 δισ. στις τράπεζες, τα 80 δισ. στα funds και ο εφιάλτης των πλειστηριασμών

 


 

Η Τράπεζα της Ελλάδος αποκαλύπτει ότι τα προβληματικά δάνεια αυξήθηκαν κατά 529 εκατ. ευρώ μέσα σε έξι μήνες, την ώρα που οι τραπεζικοί όμιλοι καταγράφουν κέρδη 2,6 δισ. ευρώ. Η μεγάλη άνοδος στα στεγαστικά, οι πιέσεις στους ελεύθερους επαγγελματίες και τα 1,7 δισ. ευρώ δανείων που πέρασαν στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων αναδεικνύουν τις αδυναμίες της οικονομίας. Πίσω από την εξυγίανση των τραπεζών παραμένουν τεράστιες οφειλές σε εταιρείες διαχείρισης, ενώ η ακρίβεια περιορίζει τις δυνατότητες αποπληρωμής

Μια νέα απειλή για την οικονομική σταθερότητα χιλιάδων νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων διαμορφώνεται πίσω από την εικόνα της εξυγίανσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Οι τράπεζες καταγράφουν υψηλή κερδοφορία, εμφανίζουν σημαντικά βελτιωμένους ισολογισμούς και έχουν περιορίσει δραστικά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Την ίδια στιγμή, όμως, οι δανειολήπτες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές πιέσεις και μια νέα αύξηση των προβληματικών απαιτήσεων καταγράφεται στα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.

 


Η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας του Οκτωβρίου 2026 αποτυπώνει την αντίφαση με ιδιαίτερη σαφήνεια. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που παραμένουν στους τραπεζικούς ισολογισμούς αυξήθηκαν κατά 529 εκατομμύρια ευρώ μέσα στο πρώτο εξάμηνο, φτάνοντας τα 6,2 δισ. ευρώ, έναντι 5,7 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025. Η μεταβολή αντιστοιχεί σε αύξηση 9,3%, παρά τη συνεχιζόμενη προσπάθεια περιορισμού των προβληματικών χαρτοφυλακίων.

Την ίδια περίοδο, οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι ανακοίνωσαν κέρδη 2,6 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 3,8% σε σχέση με το αντίστοιχο εξάμηνο του προηγούμενου έτους. Οι δύο αριθμοί περιγράφουν διαφορετικές πλευρές της ίδιας οικονομίας. Από τη μία, ισχυροί τραπεζικοί οργανισμοί με υψηλή κερδοφορία. Από την άλλη, ένα σημαντικό τμήμα δανειοληπτών που εξακολουθεί να δοκιμάζεται από την ακρίβεια, το κόστος στέγασης, τη φορολογία και τις καθημερινές οικονομικές υποχρεώσεις.
Τα 1,7 δισ. ευρώ που πέρασαν στα προβληματικά δάνεια

Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο της έκθεσης δεν περιορίζεται στη συνολική αύξηση των 529 εκατομμυρίων ευρώ. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, δάνεια ύψους περίπου 1,7 δισ. ευρώ μετακινήθηκαν από την κατηγορία των εξυπηρετούμενων στα μη εξυπηρετούμενα, ενώ μόλις 388 εκατ. ευρώ ακολούθησαν την αντίστροφη διαδρομή.

Η διαφορά των δύο ποσών αποτυπώνει μια δυσμενή εξέλιξη για την ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων. Παρότι πραγματοποιούνται εισπράξεις, πωλήσεις απαιτήσεων και διαγραφές, η είσοδος νέων δανείων στην προβληματική κατηγορία εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πηγή πίεσης.


Υπάρχει, ωστόσο, μία ιδιαίτερα κρίσιμη λεπτομέρεια. Από την καθαρή αύξηση των 529 εκατομμυρίων ευρώ, περίπου 452 εκατ. ευρώ αφορούν την αύξηση των δανείων που χαρακτηρίζονται αβέβαιης είσπραξης. Πρόκειται για εποπτική κατηγορία που περιλαμβάνει και δάνεια τα οποία δεν έχουν απαραίτητα συμπληρώσει καθυστέρηση 90 ημερών, αλλά οι τράπεζες εκτιμούν ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μην εξοφληθούν πλήρως.

Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση δεν ισοδυναμεί στο σύνολό της με νέες απλήρωτες δόσεις. Αποτυπώνει όμως μια ουσιαστική επιδείνωση στην αξιολόγηση της δυνατότητας αποπληρωμής, ακόμη και για δανειολήπτες που εξακολουθούν να καταβάλλουν τις υποχρεώσεις τους.
Τα στεγαστικά στο επίκεντρο και η απειλή για την κατοικία

Η μεγαλύτερη ποσοστιαία επιδείνωση εντοπίζεται στα στεγαστικά δάνεια. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τα προβληματικά στεγαστικά αυξήθηκαν κατά 14,8%, φτάνοντας τα 2,3 δισ. ευρώ, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα καταναλωτικά ενισχύθηκαν κατά 11,7%, προσεγγίζοντας τα 600 εκατομμύρια ευρώ.


Συνολικά, οι προβληματικές απαιτήσεις των νοικοκυριών διαμορφώθηκαν στα 2,9 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 8,6% του χαρτοφυλακίου στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων που παραμένει στις τράπεζες.

Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι μέρος της αύξησης στα στεγαστικά συνδέεται με τις ρυθμίσεις για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, καθώς και με την εποπτική αντιμετώπιση ορισμένων αναδιαρθρωμένων στεγαστικών δανείων ευάλωτων νοικοκυριών. Η συγκεκριμένη διευκρίνιση έχει σημασία για την ερμηνεία των αριθμών.

Η κοινωνική διάσταση, ωστόσο, παραμένει ιδιαίτερα σοβαρή. Για ένα νοικοκυριό που εξυπηρετεί στεγαστικό δάνειο, η επιδείνωση της οικονομικής του δυνατότητας μπορεί να οδηγήσει σε έναν διαρκή αγώνα διατήρησης της κατοικίας του. Η καθυστέρηση μιας δόσης δεν σημαίνει αυτόματα κατάσχεση ή πλειστηριασμό, αλλά οι παρατεταμένες αδυναμίες πληρωμής μπορούν, εφόσον δεν αντιμετωπιστούν με βιώσιμες λύσεις, να οδηγήσουν σε αναγκαστικά μέτρα είσπραξης.
Οι μικρές επιχειρήσεις πιέζονται περισσότερο – Η ανάπτυξη δεν φτάνει παντού

Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στην επιχειρηματική πίστη. Τα μη εξυπηρετούμενα επιχειρηματικά δάνεια αυξήθηκαν κατά 5,4%, φτάνοντας περίπου τα 3,2 δισ. ευρώ, με τις μεγαλύτερες πιέσεις να συγκεντρώνονται στις πιο μικρές επιχειρηματικές μονάδες.


Στους ελεύθερους επαγγελματίες, στις ατομικές και στις πολύ μικρές επιχειρήσεις η αύξηση έφτασε το 12,5%. Αντίθετα, στις μεγάλες επιχειρήσεις περιορίστηκε στο 3,8% και στις μικρομεσαίες στο 1,2%, ενώ στα ναυτιλιακά δάνεια καταγράφηκε μείωση 7,3%.

Η διαφοροποίηση έχει ουσιαστικό οικονομικό ενδιαφέρον. Οι μικρότερες επιχειρήσεις διαθέτουν συνήθως περιορισμένα αποθέματα ρευστότητας και μικρότερη δυνατότητα να απορροφήσουν απότομες αυξήσεις στις λειτουργικές δαπάνες. Η ενέργεια, τα ενοίκια, η μισθοδοσία, οι ασφαλιστικές εισφορές και οι φορολογικές υποχρεώσεις διεκδικούν συνεχώς μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων κεφαλαίων τους.

Οι θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας δεν σημαίνουν ότι όλες οι επιχειρήσεις συμμετέχουν ισότιμα στα οφέλη της. Η άνοδος των προβληματικών δανείων στις μικρότερες επιχειρηματικές κατηγορίες αναδεικνύει την ανάγκη να αξιολογηθεί κατά πόσον η οικονομική μεγέθυνση συνοδεύεται από επαρκή ρευστότητα και πρόσβαση σε χρηματοδότηση για τους πιο ευάλωτους επαγγελματικούς κλάδους.
Τα 80 δισ. ευρώ στους servicers και η πραγματική έκταση του προβλήματος

Η εικόνα γίνεται πολύ πιο σύνθετη όταν προστεθούν τα δάνεια που έχουν μεταφερθεί εκτός τραπεζικών ισολογισμών.

Στο τέλος Ιουνίου 2026, η ονομαστική αξία των δανείων που είχαν μεταβιβαστεί σε εξειδικευμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού και βρίσκονταν υπό διαχείριση ελληνικών εταιρειών απαιτήσεων ανερχόταν στα 79,653 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.

Από το ποσό αυτό, 41,5 δισ. ευρώ αφορούσαν ιδιώτες και ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα, 28,15 δισ. ευρώ επιχειρήσεις και περίπου 10 δισ. ευρώ ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις.

Πρόκειται για την ονομαστική αξία απαιτήσεων υπό διαχείριση, η οποία δεν ταυτίζεται με το σημερινό οικονομικά εισπράξιμο ποσό ούτε σημαίνει ότι κάθε δάνειο βρίσκεται στο ίδιο στάδιο καθυστέρησης.

Η μεγάλη εικόνα, όμως, παραμένει αδιαμφισβήτητη. Η εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών δεν ισοδυναμούσε με εξαφάνιση των παλαιών ιδιωτικών χρεών. Οι απαιτήσεις μεταφέρθηκαν σε διαφορετικούς φορείς, με την υποχρέωση αποπληρωμής να συνεχίζει να βαραίνει τους δανειολήπτες.

Οι ρυθμίσεις, οι διακανονισμοί, οι καταγγελίες συμβάσεων και οι πλειστηριασμοί αποτελούν πλέον μέρος μιας τεράστιας αγοράς διαχείρισης οφειλών, η οποία εξακολουθεί να επηρεάζει την οικονομική ζωή νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Τα τραπεζικά κέρδη, η ακρίβεια και το ερώτημα προς την κυβέρνηση

Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι ο συνολικός δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων αυξήθηκε οριακά, από 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025 σε 3,4% τον Ιούνιο του 2026. Η εξέλιξη δεν αποτελεί ένδειξη νέας συστημικής τραπεζικής κρίσης. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα παραμένει πολύ πιο ανθεκτικό από ό,τι στη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας.

Ωστόσο, η ανθεκτικότητα των τραπεζών δεν απαντά από μόνη της στο πρόβλημα της ανθεκτικότητας των δανειοληπτών.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αναδείξει την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος ως μία από τις σημαντικότερες οικονομικές επιτυχίες της. Η πρόοδος αυτή έχει πραγματική βάση, καθώς από τον Μάρτιο του 2016 το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους τραπεζικούς ισολογισμούς έχει περιοριστεί κατά περίπου 101 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 94%.

Το ζήτημα είναι τι συμβαίνει σήμερα με εκείνους που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και με όσους εξακολουθούν να βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε παλαιά χρέη που μεταφέρθηκαν στα funds.

Η ακρίβεια, η υψηλή επιβάρυνση της στέγασης και οι αυξημένες λειτουργικές ανάγκες των μικρών επιχειρήσεων διαμορφώνουν ένα περιβάλλον στο οποίο ακόμη και μια προσωρινή απώλεια εισοδήματος μπορεί να αποσταθεροποιήσει έναν οικογενειακό ή επαγγελματικό προϋπολογισμό.

Η νέα αύξηση των κόκκινων δανείων αναδεικνύει επομένως μια δύσκολη οικονομική πραγματικότητα. Οι τράπεζες έχουν καταφέρει να περιορίσουν θεαματικά την έκθεσή τους στα παλαιά προβληματικά χαρτοφυλάκια, αλλά η δυνατότητα εξυπηρέτησης των ιδιωτικών χρεών παραμένει ευάλωτη στις οικονομικές πιέσεις. Για την κυβέρνηση, το επόμενο ουσιαστικό ζήτημα είναι η αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων, η πρόληψη νέων αθετήσεων και η δυνατότητα διατήρησης της κατοικίας και της επιχειρηματικής δραστηριότητας εκεί όπου υπάρχουν πραγματικές προοπτικές βιώσιμης αποπληρωμής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου