
Εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές, βίαιες συγκρούσεις και βαθιά πολιτική κρίση στη Γαλλία, επτά μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές. Η Μαρίν Λεπέν καταγράφει έως 38%, ο Μακρόν βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο της δημοτικότητάς του και η γερμανική AfD κατακτά ιστορικά ποσοστά. Από το Παρίσι και το Βερολίνο έως τη Ρώμη, τη Μαδρίτη και τη Βαρσοβία, η ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή αναδιατάσσεται. Η απειλή παράλυσης της ΕΕ, το ουκρανικό, η οικονομία και οι μεγάλες αποφάσεις που θα κρίνουν τη φυσιογνωμία της Ευρώπης
Το δημαρχείο της Λιμόζ παραδόθηκε στις φλόγες, στο Παρίσι οι δρόμοι γέμισαν με δακρυγόνα και οδοφράγματα, στη Λυών πυρπολήθηκε το γραφείο τουρισμού και στη Μασσαλία διαδηλωτές εισέβαλαν σε δημοτικό κτίριο. Η Γαλλία έζησε το Σάββατο 17 Οκτωβρίου μία από τις βιαιότερες ημέρες κοινωνικής αναταραχής των τελευταίων ετών, με τις εικόνες να παραπέμπουν στην περίοδο των «Κίτρινων Γιλέκων» και την κυβέρνηση του Εμανουέλ Μακρόν να βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίση που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας συνηθισμένης διαμαρτυρίας.
Σύμφωνα με το γαλλικό υπουργείο Εσωτερικών, περίπου 550.000 πολίτες συμμετείχαν σε 110 κινητοποιήσεις, ενώ το συνδικάτο CGT ανεβάζει τη συμμετοχή στις 800.000. Η πλειονότητα διαδήλωσε ειρηνικά, όμως ομάδες διαδηλωτών συγκρούστηκαν με την αστυνομία, επιτέθηκαν σε δημόσια κτίρια και προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές. Σύμφωνα με τη νεότερη ενημέρωση του Reuters, οι συλλήψεις ξεπέρασαν τις 1.200 και περισσότεροι από 150 αστυνομικοί τραυματίστηκαν.
Οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν από μαθητές και φοιτητές που διαμαρτύρονταν για τις ελλείψεις εκπαιδευτικών και την υποβάθμιση των σχολικών υποδομών. Γρήγορα, όμως, μετατράπηκαν σε ευρύτερο κίνημα αμφισβήτησης της κυβερνητικής πολιτικής, με κεντρικά αιτήματα την αντιμετώπιση της ακρίβειας, την αύξηση των μισθών, την προστασία των δημόσιων υπηρεσιών και τον περιορισμό των κοινωνικών ανισοτήτων.
Η Γαλλία δεν βρίσκεται απλώς σε έναν ακόμη κύκλο διαδηλώσεων. Εισέρχεται στην τελική ευθεία της μετά Μακρόν εποχής με βαθιά κοινωνική δυσαρέσκεια, οικονομική ασφυξία και ένα πολιτικό σύστημα που αδυνατεί να συγκροτήσει σταθερές πλειοψηφίες. Και την ίδια στιγμή, η Εθνική Συσπείρωση της Μαρίν Λεπέν εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις με τα υψηλότερα ποσοστά της μέχρι σήμερα ενόψει προεδρικών εκλογών.
Το τέλος της εποχής Μακρόν και η Γαλλία που δεν κυβερνάται εύκολα
Ο άνθρωπος που το 2017 εμφανίστηκε ως η απάντηση στην κρίση των παραδοσιακών γαλλικών κομμάτων ολοκληρώνει τη δεύτερη προεδρική του θητεία με τη δημοτικότητά του στο χαμηλότερο επίπεδο από την είσοδό του στο Ελιζέ.
Σύμφωνα με την έρευνα Ipsos BVA-Cesi που δημοσιοποιήθηκε στις 10 Οκτωβρίου, μόλις 15% των Γάλλων εκφράζει θετική άποψη για τον Εμανουέλ Μακρόν, ενώ το 82% αποδοκιμάζει τη δράση του. Η κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Λεκορνί προσπαθεί να διαχειριστεί ταυτόχρονα τις κοινωνικές κινητοποιήσεις, την ενεργειακή κρίση και τη δύσκολη συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2027, χωρίς να διαθέτει σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Οι αριθμοί της γαλλικής οικονομίας επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει δημόσιο χρέος 118,1% του ΑΕΠ το 2026, με προοπτική υπέρβασης του 120% το 2027. Το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάται στο 5,1% για φέτος, ενώ η ανάπτυξη παραμένει αναιμική, κοντά στο 0,8%.
Η Γαλλία βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα. Χρειάζεται δημοσιονομική προσαρμογή για να περιορίσει το χρέος της, αλλά κάθε νέα περικοπή κοινωνικών δαπανών ή επιβάρυνση των νοικοκυριών κινδυνεύει να τροφοδοτήσει ακόμη μεγαλύτερες αντιδράσεις.
Ο Μακρόν δεν μπορεί να διεκδικήσει τρίτη συνεχόμενη θητεία. Και ο πολιτικός χώρος που οικοδόμησε εμφανίζεται κατακερματισμένος ανάμεσα σε διαφορετικούς διεκδικητές της πολιτικής του κληρονομιάς.
Η Λεπέν στο 38% – Η ακροδεξιά διεκδικεί το Ελιζέ
Το πλέον ανησυχητικό για τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις της Γαλλίας είναι ότι η βαθιά φθορά του Μακρόν συμπίπτει με την ενίσχυση της Μαρίν Λεπέν.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Odoxa, που παρουσιάστηκε στις 14 Οκτωβρίου από το Reuters, η ηγέτιδα της ακροδεξιάς Εθνικής Συσπείρωσης συγκεντρώνει 37% έως 38% στην πρόθεση ψήφου για τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών της 18ης Απριλίου 2027, ανάλογα με το σενάριο υποψηφιοτήτων.
Στα συγκεκριμένα σενάρια, ο επικεφαλής της ριζοσπαστικής Αριστεράς, Ζαν-Λικ Μελανσόν, ακολουθεί με 18% έως 18,5%, ενώ ο πρώην πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ καταγράφεται στο 17%. Η δημοσκόπηση αποτυπώνει ισχυρή πολιτική πόλωση, με τους εκπροσώπους των παραδοσιακών και κεντρώων δυνάμεων να δυσκολεύονται να ανακτήσουν την πρωτοβουλία.
Στην Κεντροαριστερά, ο Ραφαέλ Γκλικσμάν επικράτησε στις προκριματικές εκλογές της 11ης Οκτωβρίου με περίπου 66%, επιχειρώντας να συγκροτήσει έναν αυτόνομο σοσιαλδημοκρατικό πόλο. Η επιμονή του Μελανσόν σε ξεχωριστή υποψηφιότητα διατηρεί, ωστόσο, τις βαθιές διαιρέσεις της γαλλικής Αριστεράς.
Η ενίσχυση της Λεπέν δεν σημαίνει ότι οι εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που διαδηλώνουν στους δρόμους στηρίζουν την ακροδεξιά. Το μαθητικό κίνημα, τα συνδικάτα και η ριζοσπαστική Αριστερά αποτελούν διακριτές δυνάμεις της σημερινής κοινωνικής εξέγερσης. Η Εθνική Συσπείρωση, όμως, διεκδικεί την πολιτική εκπροσώπηση ενός διαφορετικού αλλά εξίσου δυσαρεστημένου εκλογικού ακροατηρίου.
Και η Λεπέν δεν περιορίζεται πλέον στη ρητορική για τη μετανάστευση. Παρουσιάζει ολοκληρωμένο σχέδιο ανατροπής βασικών ευρωπαϊκών πολιτικών, από τον προϋπολογισμό της Ένωσης μέχρι τη μεταναστευτική νομοθεσία και τη σχέση της Γαλλίας με τις Βρυξέλλες.
Η Γερμανία αντιμέτωπη με την ιστορική άνοδο της AfD
Όσα συμβαίνουν στο Παρίσι αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν εξεταστούν παράλληλα με τις εξελίξεις στη Γερμανία.
Στις περιφερειακές εκλογές της 6ης Σεπτεμβρίου στη Σαξονία-Άνχαλτ, η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) κατέγραψε 43,8%, αφήνοντας τους Χριστιανοδημοκράτες του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς στο 17,2%. Η νίκη αποτέλεσε ιστορική εξέλιξη για την πολιτική ζωή της μεταπολεμικής Γερμανίας.
Η AfD δεν έχει καταφέρει ακόμη να σχηματίσει περιφερειακή κυβέρνηση, καθώς τα υπόλοιπα κόμματα διατηρούν σε μεγάλο βαθμό την πολιτική άρνηση συνεργασίας μαζί της. Κατάφερε, όμως, να εκλέξει για πρώτη φορά δικό της στέλεχος στην προεδρία περιφερειακού κοινοβουλίου.
Η ενίσχυσή της στη Γερμανία συνοδεύεται από αυξανόμενες πιέσεις για αλλαγή της πολιτικής στο μεταναστευτικό, την ενέργεια και τη σχέση με τη Ρωσία. Το γεγονός ότι οι Χριστιανοδημοκράτες εξακολουθούν να αποκλείουν τη συνεργασία μαζί της δεν εμποδίζει την AfD να επηρεάζει ήδη την πολιτική ατζέντα.
Η Γαλλία και η Γερμανία, οι δύο βασικοί πυλώνες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, βρίσκονται ταυτόχρονα αντιμέτωπες με ισχυρές ακροδεξιές δυνάμεις. Μια τέτοια εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ένωση, καθώς οι μεγάλες ευρωπαϊκές αποφάσεις απαιτούν συνεννόηση κυρίως μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου.
Η ακροδεξιά έχει ήδη μπει στα κυβερνητικά γραφεία της Ευρώπης
Η περίπτωση της Γαλλίας δεν είναι απομονωμένη. Η Τζόρτζια Μελόνι κυβερνά την Ιταλία, η ακροδεξιά συμμετέχει σε κυβερνητικά σχήματα στην Τσεχία και στη Φινλανδία, ενώ στη Σουηδία οι Σουηδοί Δημοκράτες εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό στήριγμα της κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Στην Αυστρία, το Κόμμα της Ελευθερίας παραμένει μια από τις ισχυρότερες πολιτικές δυνάμεις. Στην Ισπανία, το Vox διεκδικεί αναβαθμισμένο ρόλο ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου, ενώ στην Πολωνία οι εθνικιστικές και συντηρητικές δυνάμεις προετοιμάζονται για την αναμέτρηση του 2027.
Ακόμη και στη Βρετανία, η οποία βρίσκεται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ έχει ανατρέψει τους παραδοσιακούς κομματικούς συσχετισμούς.
Η άνοδος αυτή δεν είναι ενιαία ούτε αδιατάρακτη. Στην Ουγγαρία, ο Βίκτορ Όρμπαν έχασε την εξουσία την άνοιξη του 2026, ύστερα από δεκαέξι χρόνια διακυβέρνησης, ενώ στη Σουηδία η ακροδεξιά κατέγραψε πρόσφατα εκλογικές απώλειες. Διαφορές υπάρχουν και μεταξύ των ίδιων των εθνικιστικών κομμάτων, ιδιαίτερα για τη Ρωσία, τη δημοσιονομική πολιτική και τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ωστόσο, η γενική μετατόπιση του ευρωπαϊκού πολιτικού ανταγωνισμού προς τα δεξιά είναι εμφανής. Οι μεγάλες διαφωνίες δεν περιορίζονται πλέον στο εάν πρέπει να ενισχυθούν οι συνοριακοί έλεγχοι. Αφορούν την ίδια την κατανομή εξουσιών ανάμεσα στα εθνικά κράτη και στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Το μεγάλο ρήγμα στην Ευρώπη – Προϋπολογισμός, Ουκρανία και εθνική κυριαρχία
Η πιο χαρακτηριστική ένδειξη για τις πιθανές συνέπειες μιας ριζικής πολιτικής αλλαγής στο Παρίσι καταγράφηκε στις 14 Οκτωβρίου, όταν η Μαρίν Λεπέν βρέθηκε στις Βρυξέλλες για να παρουσιάσει τις θέσεις της σχετικά με τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.
Η υποψήφια της Εθνικής Συσπείρωσης ζήτησε να περιοριστεί η καθαρή γαλλική συνεισφορά στον προϋπολογισμό της ΕΕ στα 5 δισ. ευρώ, περίπου 4,5 δισ. λιγότερα από το σημερινό επίπεδο. Παράλληλα, έθεσε ζήτημα αναθεώρησης της θεσμικής λειτουργίας της Ένωσης, με περισσότερες εξουσίες στα εθνικά κράτη και περιορισμό του ρόλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Οι θέσεις της δεν βρήκαν πλήρη ανταπόκριση ούτε μεταξύ των ευρωπαϊκών ακροδεξιών κομμάτων, καθώς αρκετές κυβερνήσεις χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης εξαρτώνται από κοινοτικές χρηματοδοτήσεις.
Ακριβώς εκεί εντοπίζεται ένας από τους μεγαλύτερους μελλοντικούς κινδύνους για τις Βρυξέλλες. Ο νέος επταετής ευρωπαϊκός προϋπολογισμός 2028-2034 απαιτεί ομοφωνία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Μια γαλλική κυβέρνηση αποφασισμένη να περιορίσει δραστικά τις συνεισφορές της θα μπορούσε να οδηγήσει τις διαπραγματεύσεις σε παρατεταμένο αδιέξοδο.
Αντίστοιχες συγκρούσεις θα μπορούσαν να εκδηλωθούν στη χρηματοδότηση της Ουκρανίας, στη μεταναστευτική πολιτική, στην ενεργειακή μετάβαση και στην κοινή ευρωπαϊκή άμυνα.
Η στάση των εθνικιστικών κυβερνήσεων απέναντι στη Ρωσία δεν είναι ίδια. Η Μελόνι διατηρεί σαφή υποστήριξη προς το Κίεβο, ενώ η Λεπέν έχει ταχθεί υπέρ του περιορισμού της γαλλικής οικονομικής βοήθειας και η γερμανική AfD ζητεί διαφορετική προσέγγιση στις σχέσεις με τη Μόσχα.
Σε μια περίοδο που ο Ντόναλντ Τραμπ περιορίζει την οικονομική πίεση προς τη Ρωσία και η Ευρώπη καλείται να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την ασφάλειά της, οι εσωτερικές αυτές διαιρέσεις αποκτούν ιδιαίτερα επικίνδυνη διάσταση.
Η κοινωνική κρίση πίσω από τη μετατόπιση της Ευρώπης
Η ακροδεξιά δεν ενισχύεται σε πολιτικό κενό. Η ακριβή ενέργεια, το στεγαστικό πρόβλημα, η υποβάθμιση δημόσιων υπηρεσιών και η αδυναμία των παραδοσιακών κομμάτων να προσφέρουν πειστικές απαντήσεις έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό κοινωνικό περιβάλλον.
Οι διαδηλώσεις στη Γαλλία, οι κινητοποιήσεις στο Βέλγιο, οι αντιδράσεις για το κόστος στέγασης στην Πορτογαλία και η δυσαρέσκεια για την ακρίβεια στην Ιταλία αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις μιας ευρύτερης κρίσης εμπιστοσύνης απέναντι στις πολιτικές και οικονομικές ελίτ.
Η απώλεια της αγοραστικής δύναμης συνδυάζεται με την αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από τους πολίτες, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασής τους. Αυτό το περιβάλλον αξιοποιούν πολιτικά τα εθνικιστικά κόμματα, προβάλλοντας την επιστροφή της εξουσίας στα εθνικά κράτη ως απάντηση στην οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια.
Η επιλογή αυτή, ωστόσο, συνοδεύεται από πραγματικές αντιφάσεις. Οι οικονομίες της Ευρώπης είναι βαθιά αλληλεξαρτώμενες, οι κοινές πολιτικές απαιτούν συνεννόηση και μια γενικευμένη επιστροφή στον οικονομικό εθνικισμό θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στην ενιαία αγορά.
Το 2027 μπορεί να αλλάξει την πολιτική φυσιογνωμία της Ευρώπης
Μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες, τέσσερις από τις πέντε μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα περάσουν από εκλογικές αναμετρήσεις ή κρίσιμες πολιτικές διαδικασίες. Η Ισπανία ανοίγει τον κύκλο τον Νοέμβριο του 2026, ακολουθεί η Γαλλία τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2027, ενώ το φθινόπωρο του επόμενου έτους αναμένονται σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις στην Ιταλία και στην Πολωνία.
Η ευρωπαϊκή πολιτική γεωγραφία ενδέχεται να αλλάξει μέσα σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα θα επηρεάσει τις ισορροπίες στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, τις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό, τη στάση της ΕΕ απέναντι στις ΗΠΑ και στη Ρωσία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται οι κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές.
Η Γαλλία έχει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτή τη διαδικασία. Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ, διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο και μόνιμη θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η πολιτική της κατεύθυνση επηρεάζει άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τη σχέση του Παρισιού με το Βερολίνο.
Στις 18 Απριλίου 2027 οι Γάλλοι θα προσέλθουν στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών και στις 2 Μαΐου στον δεύτερο. Επτά μήνες πριν από τις κάλπες, η Λεπέν συγκεντρώνει έως 38% σε δημοσκοπικά σενάρια πρώτου γύρου, ο Μακρόν βρίσκεται στο 15% θετικών αξιολογήσεων και η κυβέρνησή του προσπαθεί να περάσει έναν ακόμη δύσκολο προϋπολογισμό χωρίς σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Στις Βρυξέλλες, στο μεταξύ, η διαπραγμάτευση για τον προϋπολογισμό του 2028-2034 έχει ήδη αρχίσει. Η Μαρίν Λεπέν απαιτεί να περιοριστεί δραστικά η γαλλική συμμετοχή και ζητεί να μην ολοκληρωθεί η συμφωνία πριν από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου