
Στο Αμπού Ντάμπι μεταφέρεται τον Νοέμβριο η προσπάθεια για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να αναλαμβάνουν κεντρικό διαμεσολαβητικό ρόλο. Οι διαδοχικές επαφές του Στιβ Γουίτκοφ με Πούτιν και Ζελένσκι άνοιξαν τον δρόμο για την επανέναρξη των συνομιλιών, όμως οι μεγάλες διαφωνίες παραμένουν. Η Μόσχα ζητά οριστική συμφωνία και νέο πλαίσιο ευρωπαϊκής ασφάλειας, το Κίεβο επιμένει στην εκεχειρία και στις εγγυήσεις ασφαλείας, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να συνδυάσει τη διπλωματία με σημαντικές ενεργειακές συμφωνίες
Έπειτα από μήνες διπλωματικού αδιεξόδου, η Ρωσία και η Ουκρανία προετοιμάζονται να επιστρέψουν στο τραπέζι των απευθείας διαπραγματεύσεων, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να αναλαμβάνουν τον ρόλο του διαμεσολαβητή σε μια νέα προσπάθεια τερματισμού του πολέμου που έχει αλλάξει τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ευρώπη. Η συνάντηση σχεδιάζεται να πραγματοποιηθεί στο Αμπού Ντάμπι, το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου, σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε την Παρασκευή ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ.
Η εξέλιξη έρχεται έπειτα από μια εβδομάδα έντονης αμερικανικής κινητικότητας, με τον ειδικό απεσταλμένο του Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, να πραγματοποιεί διαδοχικές επαφές στο Όσλο και στην Αγία Πετρούπολη, μεταφέροντας προτάσεις και επιχειρώντας να διαμορφώσει ένα κοινό πλαίσιο συνομιλιών. Η Ρωσία δήλωσε έτοιμη να επανέλθει στη διαπραγματευτική διαδικασία, ενώ και ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι υποστήριξε την αμερικανική πρωτοβουλία.
Πίσω από την κοινή αποδοχή της επανέναρξης των συνομιλιών, ωστόσο, παραμένει μια βαθιά διαφωνία για το πώς μπορεί να τελειώσει ο πόλεμος. Η Μόσχα επιδιώκει μια συνολική συμφωνία που θα ρυθμίζει τις εδαφικές εκκρεμότητες και την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Το Κίεβο ζητά πρώτα κατάπαυση του πυρός, προστασία των υποδομών του και αξιόπιστες εγγυήσεις ότι μια μελλοντική συμφωνία δεν θα οδηγήσει σε νέα ρωσική επίθεση.
Η επόμενη διπλωματική αναμέτρηση, επομένως, δεν αφορά μόνο την ημερομηνία μιας συνάντησης. Αφορά τους όρους υπό τους οποίους Ρωσία και Ουκρανία θα μπορούσαν να προχωρήσουν από τη στρατιωτική αντιπαράθεση σε μια βιώσιμη πολιτική διευθέτηση.
Το Αμπού Ντάμπι και η αμερικανική προσπάθεια να σπάσει το αδιέξοδο
Ο Ντμίτρι Πεσκόφ ανακοίνωσε ότι οι συνομιλίες προγραμματίζονται για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου και θα πραγματοποιηθούν σε τριμερές σχήμα Ρωσίας, Ουκρανίας και Ηνωμένων Πολιτειών. Η ρωσική πλευρά έχει υποδείξει ως πιθανή ημερομηνία τη 10η Νοεμβρίου, χωρίς να έχει οριστικοποιηθεί κοινό πρόγραμμα των αντιπροσωπειών.
Δεν είναι η πρώτη φορά που τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επιλέγονται ως τόπος διαπραγματεύσεων. Οι δύο πρώτοι γύροι των αμερικανικής διαμεσολάβησης συνομιλιών πραγματοποιήθηκαν εκεί τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2026, ενώ ακολούθησε τρίτος γύρος στη Γενεύη. Η διαδικασία είχε παγώσει χωρίς να γεφυρωθούν οι θεμελιώδεις διαφορές.
Η νέα αμερικανική πρωτοβουλία στηρίχθηκε σε επαφές που πραγματοποιήθηκαν μέσα σε δύο ημέρες. Στις 20 Οκτωβρίου, ο Γουίτκοφ συναντήθηκε στο Όσλο με τον Ζελένσκι, παρουσία του πρωθυπουργού της Νορβηγίας και του προέδρου της Φινλανδίας, ενώ συμμετείχαν επίσης εκπρόσωποι ευρωπαϊκών χωρών και του ΝΑΤΟ. Την επόμενη ημέρα βρέθηκε στην Αγία Πετρούπολη, όπου συνομίλησε επί περίπου τρεις ώρες με τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Στη διπλωματική προσπάθεια συμμετέχει και ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος παρακολούθησε εξ αποστάσεως τις σχετικές επαφές.
Ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να επαναφέρει τις δύο εμπόλεμες πλευρές σε μια κοινή διαδικασία, έχοντας προηγουμένως εξασφαλίσει από καθεμία ξεχωριστά την αποδοχή των συνομιλιών. Η παρουσία των αντιπροσωπειών, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με συμφωνία για το περιεχόμενο της ειρήνης.
Ο Πούτιν απορρίπτει μια σύντομη εκεχειρία – Το Ντονμπάς παραμένει το μεγάλο εμπόδιο
Η σημαντικότερη διαφωνία αφορά τον ίδιο τον χαρακτήρα της επιδιωκόμενης συμφωνίας. Ο Πούτιν δήλωσε την Πέμπτη ότι οι επόμενες διαπραγματεύσεις πρέπει να αποσκοπούν σε οριστική διευθέτηση και όχι σε μια σύντομη παύση των εχθροπραξιών, η οποία θα άφηνε άλυτα τα θεμελιώδη ζητήματα.
Η Μόσχα θέλει να συζητηθεί συνολικά το καθεστώς ασφαλείας της Ρωσίας, της Ουκρανίας και της Ευρώπης, επιδιώκοντας να εντάξει τις δικές της απαιτήσεις σε μια ευρύτερη συμφωνία για τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Στο κέντρο αυτών των απαιτήσεων παραμένει το Ντονμπάς. Η ρωσική ηγεσία επιμένει στον έλεγχο ολόκληρης της περιοχής, συμπεριλαμβανομένων εδαφών που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό ουκρανικό έλεγχο, ενώ θέτει επίσης ζητήματα σχετικά με το μέγεθος των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων και τον μελλοντικό στρατιωτικό προσανατολισμό της χώρας.
Από την πλευρά του, ο Ζελένσκι υποστηρίζει την άμεση κατάπαυση του πυρός, προκειμένου να δημιουργηθούν οι συνθήκες για ουσιαστική διαπραγμάτευση. Το Κίεβο απορρίπτει την παράδοση εδαφών που εξακολουθεί να ελέγχει και επιδιώκει δεσμευτικές εγγυήσεις ασφαλείας.
Η διαφορά είναι καθοριστική. Για την Ουκρανία η εκεχειρία μπορεί να αποτελέσει την αρχή της ειρηνευτικής διαδικασίας. Για τη Ρωσία, η κατάπαυση των εχθροπραξιών συνδέεται με την επίτευξη μιας συνολικής πολιτικής συμφωνίας.
Το ρωσικό ντίζελ και το ενεργειακό παρασκήνιο των συνομιλιών Τραμπ – Πούτιν
Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση της αμερικανικής διαμεσολάβησης που αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Οι επαφές ανάμεσα στη Μόσχα και στην Ουάσιγκτον δεν περιορίζονται αποκλειστικά στην Ουκρανία.
Κατά τη συνάντηση Πούτιν – Γουίτκοφ συζητήθηκε και η εφαρμογή της συμφωνίας της 9ης Οκτωβρίου μεταξύ Τραμπ και Πούτιν για τις εξαγωγές ρωσικού ντίζελ προς την αμερικανική και τη διεθνή αγορά. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών, επιχειρώντας να αντιμετωπίσει την πίεση στις τιμές των καυσίμων και ταυτόχρονα να δημιουργήσει συνθήκες επανεκκίνησης των διαπραγματεύσεων.
Η εξέλιξη προκάλεσε σοβαρό προβληματισμό στο Κίεβο, καθώς η Ουκρανία υποστηρίζει ότι τα έσοδα από τις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές ενισχύουν τη δυνατότητα της Μόσχας να χρηματοδοτεί τον πόλεμο.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να χρησιμοποιήσει την ενεργειακή συνεργασία ως διπλωματικό κίνητρο, όμως η επιλογή αυτή δημιουργεί ερωτήματα για την ισορροπία μεταξύ πίεσης προς τη Ρωσία και παραχωρήσεων που προηγούνται μιας ειρηνευτικής συμφωνίας.
Το ζήτημα έχει και αμερικανική εσωτερική πολιτική διάσταση, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες οδεύουν προς τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, με το κόστος της ενέργειας να βρίσκεται ψηλά στην πολιτική αντιπαράθεση.
Οι Ευρωπαίοι, οι εγγυήσεις ασφαλείας και ο πόλεμος που συνεχίζεται
Η αρχική πρόβλεψη για τριμερές σχήμα συνομιλιών αναδεικνύει και το ζήτημα της ευρωπαϊκής συμμετοχής. Ο Πεσκόφ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να διευρυνθεί αργότερα η διαδικασία, αναγνωρίζοντας ότι η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ουσιαστικής συμφωνίας χωρίς την παρουσία των υπόλοιπων ενδιαφερομένων.
Η Ευρώπη έχει άμεσο ενδιαφέρον για το περιεχόμενο οποιασδήποτε διευθέτησης, καθώς μια συμφωνία θα επηρεάσει την ασφάλεια των ανατολικών κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, τη μελλοντική στρατιωτική στήριξη της Ουκρανίας και τη συνολική σχέση με τη Ρωσία.
Την ίδια στιγμή, η απόσταση ανάμεσα στη διπλωματική κινητικότητα και στην πραγματικότητα του πολέμου παραμένει μεγάλη. Στις 22 Οκτωβρίου, η Ουκρανία ανακοίνωσε ότι η Ρωσία εξαπέλυσε τουλάχιστον 21 βαλλιστικούς πυραύλους σε διαδοχικά κύματα επιθέσεων, ενώ η Μόσχα κατήγγειλε ουκρανικές επιδρομές με εκατοντάδες μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίζονται παράλληλα με τις επαφές, χωρίς να υπάρχει μέχρι στιγμής γενική συμφωνία κατάπαυσης του πυρός.
Το Αμπού Ντάμπι μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας νέας φάσης διαπραγματεύσεων, αλλά η δυσκολότερη συζήτηση βρίσκεται ακόμη μπροστά. Το εδαφικό, οι εγγυήσεις ασφαλείας, το μέλλον των κυρώσεων και ο ρόλος της Ευρώπης παραμένουν ανοιχτά. Ο Τραμπ κατάφερε να επαναφέρει τη Μόσχα και το Κίεβο στην προοπτική μιας κοινής συνάντησης. Το εάν θα μπορέσει να εξασφαλίσει και μια συμφωνία που θα τερματίζει τον πόλεμο αποτελεί το πολύ δυσκολότερο σκέλος της αμερικανικής προσπάθειας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου