Μακάβριες ταρίφες αποκαλύπτει το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών για κύκλωμα που τελικά έπεσε στα μαλακά.
Γιάννης Τσακαρισιάνος

«Περίμενε να σε δώσω τα λεφτά σου… Σε ευχαριστώ πρέπει να φυλαγόμαστε». Σε αυτήν τη φράση που χρησιμοποιείται στις επικοινωνίες μεταξύ των κατηγορουμένων στην υπόθεση διαφθοράς που έχει κλονίσει την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης περικλείεται η θεσμική σήψη που φαίνεται να κατατρώει τα σωθικά του ιατροδικαστικού τομέα στη χώρα μας. Η επίμαχη υπόθεση εκτός από την ποινική διάστασή της σοκάρει και λόγω του «αντικειμένου» της. Αποκαλύπτεται ότι ακόμη και ο θάνατος, μια ιερή στιγμή της ανθρώπινης ύπαρξης, που ο πόνος και το πένθος κυριαρχούν στις ζωές των οικογενειών, μπορεί για κάποιους να μετατραπεί σε πεδίο κέρδους.
Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα, στο εδώλιο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης θα καθίσουν δεκάδες εμπλεκόμενοι σε μια πολύκροτη υπόθεση διαφθοράς στον χώρο των ιατροδικαστών. Η δικογραφία που εμπλέκει νεκροτόμους, μία ιατροδικαστή, έναν αστυνομικό και περίπου 40 ιδιοκτήτες γραφείων τελετών στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε με ένα βαρύτατο κατηγορητήριο για πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν από τις 17/11/2024 έως τις 7/4/2025. Συγκεκριμένα, στις 8/4/2025, με συμπλήρωση στις 11/4/2025, ο εισαγγελέας Πρωτοδικών άσκησε ποινική δίωξη για κακουργήματα που περιλάμβαναν εγκληματική οργάνωση, κατ’ επάγγελμα δωροληψία και δωροδοκία, ενώ στις 30/4/2025 επιβλήθηκαν οι πρώτοι περιοριστικοί όροι στους κατηγορουμένους, δίνοντας την εικόνα ενός εκτεταμένου κυκλώματος.
Ωστόσο η δικαστική πορεία της υπόθεσης χαρακτηρίστηκε από σημαντικές καθυστερήσεις και τελικά κατέληξε σε πλήρη ανατροπή των δεδομένων. Παρότι η κύρια ανάκριση περατώθηκε τον Ιούνιο του 2025, χρειάστηκε να περάσουν δέκα μήνες για να συνταχθεί η εισαγγελική πρόταση στις 17/4/2026, με τους κατηγορουμένους να ενημερώνονται σχετικά στις 20 και 21 Απριλίου 2026. Δεκαπέντε μήνες μετά το πέρας της ανάκρισης εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. 1885/2026 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο άλλαξε ριζικά το νομικό τοπίο καταρρίπτοντας τον κακουργηματικό χαρακτήρα της αρχικής δικογραφίας.
Με το επίμαχο βούλευμα το βαρύ κατηγορητήριο ουσιαστικά κατέπεσε, καθώς το Συμβούλιο αποφάνθηκε να μην απαγγελθεί κατηγορία για εγκληματική οργάνωση στους εννέα βασικούς εμπλεκόμενους, ενώ οι διώξεις για δωροληψία και δωροδοκία υποβιβάστηκαν σε πλημμελήματα. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι παραπέμπονται στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο. Παράλληλα, ο εμπλεκόμενος αστυνομικός απαλλάχθηκε από την παράβαση καθήκοντος, ήρθη η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα για την ιατροδικαστή και η ευθύνη για έναν από τους νεκροτόμους συρρικνώθηκε σε μία μόνο πράξη δωροληψίας στις 12/3/2025, αν και διατηρήθηκε ο όρος της μηνιαίας εμφάνισής του στο αστυνομικό τμήμα μέχρι την εκδίκαση. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
«Εγινε πρωί, βάλτε το εκεί»
Η εξιχνίαση της υπόθεσης άρχισε στις 2 Οκτωβρίου 2024 ύστερα από τηλεφωνική καταγγελία στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας. Σύμφωνα με την καταγγελία, ομάδα υπαλλήλων της τοπικής ιατροδικαστικής υπηρεσίας δρα οργανωμένα και λαμβάνει παράνομα χρήματα από πολίτες σε συνεργασία με συγγενικά τους πρόσωπα, γραφεία τελετών αλλά και με εν ενεργεία αστυνομικό.
Ο τρόπος δράσης του δικτύου ήταν συστηματικός, ενδεικτικός της ατιμωρησίας που αισθάνονταν τα μέλη του. Υπήρχε λεπτομερής, άτυπος τιμοκατάλογος για κάθε είδους υπηρεσία, η οποία παρεχόταν παράνομα εντός της κρατικής δομής. Οι αθέμιτες χρεώσεις-ταρίφες διαμορφώνονταν με μαθηματική ακρίβεια. Συγκεκριμένα, ζητούσαν «το ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για κάθε διενέργεια νεκροτομής με σκοπό την ταχύτερη ολοκλήρωσή της ώστε να γίνεται αυθημερόν η κηδεία». Επιπλέον, είχε οριστεί «το ποσό των είκοσι πέντε (25) ευρώ για τη φύλαξη σορού σε ψυγείο ημερησίως». Η φροντίδα της σορού δεν έμενε φυσικά εκτός του τιμοκαταλόγου, καθώς απαιτούσαν «το ποσό των πενήντα (50) με εβδομήντα (70) ευρώ ανά σορό για την περιποίηση του νεκρού από τους νεκροτόμους».
Οσον αφορά την πιο σύνθετη διαδικασία, για τις ταριχεύσεις υπήρχε «χρέωση από διακόσια πενήντα (250) έως τριακόσια (300) ευρώ εκάστη», εκ των οποίων ο εμπλεκόμενος νεκροτόμος εισέπραττε 100 ευρώ και ο εμπλεκόμενος αστυνομικός 20 ευρώ. Ολα αυτά αποδεικνύονται μέσα από καταγεγραμμένες συνομιλίες της ΕΛΑΣ, όπως εκείνη τον Νοέμβριο του 2024 όπου ιδιοκτήτης γραφείου τελετών με τα αρχικά Η.Χ. καλεί τον βασικό κατηγορούμενο νεκροτόμο Σ.Κ. για να κανονίσει τη φύλαξη και την ένδυση ενός νεκρού. Ο ιδιοκτήτης του γραφείου τελετών ακούγεται να λέει: «Σταύρο, καλησπέρα και συγγνώμη για την ενόχληση. Θα φέρουμε έναν υπέρβαρο εκεί πέρα, ε μια όχι υπέρβαρο, μια χοντρούλα, ακούς;». Ο νεκροτόμος απαντά συγκαταβατικά «χμ χμ» και ο ιδιοκτήτης συνεχίζει λέγοντας: «Για να το πάρουμε ή αύριο ή μεθαύριο για να πάει Σέρρες, για να γίνει η κηδεία… Και τα ρουχαλάκια μαζί θα τα ’χούμε, καλά;». Με τον κρατικό λειτουργό να αποκρίνεται: «Εγινε πρωί, βάλτε το εκεί πέρα».
«Κόλου, ναι, όμικρον ύψιλον»
Μέσα σε αυτό το καλοκουρδισμένο σύστημα οι ρόλοι ήταν ξεκάθαροι, διακριτοί και περιγράφονται αναλυτικά στο δικαστικό βούλευμα. Ενδεικτικός είναι ο ρόλος του αποσπασμένου αστυνομικού Κ.Χ., ο οποίος φέρεται να λειτουργούσε ως ο απόλυτος διεκπεραιωτής και γραφειοκρατικός βραχίονας της εγκληματικής δραστηριότητας. Ο εν λόγω ένστολος, στερούμενος απολύτως οποιασδήποτε ιατρικής γνώσης, έφτανε στο σημείο να συντάσσει τις επίσημες ιατρικές βεβαιώσεις ρωτώντας την ιατροδικαστή για τη στοιχειώδη ορθογραφία των ανατομικών όρων. Σε τηλεφωνική υποκλοπή καταγράφεται να τη ρωτάει: «Και η αιτία θανάτου γράφει, ρήξη εκκολπώματος σιγμοειδούς κόλο ή κόλου», με εκείνη να του απαντά: «Κόλου… Κόλου, ναι, όμικρον ύψιλον».
Οπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στο υλικό της δικογραφίας, ο αστυνομικός προέβαινε «στη σύνταξη της βεβαίωσης ταρίχευσης, για λογαριασμό της προϊσταμένης της υπηρεσίας, ενώ στη συνέχεια προέβη και σε θεώρηση του γνησίου υπογραφής της» παρόλο που η ιατροδικαστής, όπως αποδείχθηκε βάσει των κεραιών της κινητής τηλεφωνίας, βρισκόταν σε εντελώς διαφορετική πόλη την ώρα που υποτίθεται ότι πραγματοποιούσε την ιατρική πράξη. Την ίδια ώρα οι ιδιοκτήτες και οι υπάλληλοι των γραφείων τελετών που συναλλάσσονταν με το κύκλωμα κατηγορούνται κυρίως για «δωροδοκία υπαλλήλου για πράξεις που αντίκεινται στα καθήκοντά του».
Η βιομηχανία των ταριχεύσεων με την ψυχρή εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου αποδείχθηκε μια εξαιρετικά επικερδής επιχείρηση για τους εμπλεκόμενους, με τον καταμερισμό των κερδών να γίνεται με αδιανόητη φυσικότητα. Οι τηλεφωνικές παρακολουθήσεις αποκαλύπτουν χωρίς περιστροφές το ύψος των ποσών και την αναλγησία. Σε μια χαρακτηριστική συνομιλία, η προϊσταμένη ιατροδικαστής αναφέρει ξεκάθαρα τον τιμοκατάλογο της ντροπής λέγοντας: «Εεε, εμείς εδώ το ’χουμε εκατόν είκοσι την αποτέφρωση και διακόσια την ταρίχευση. Εκατόν πενήντα και πενήντα παίρνει ο νεκροτόμος που ντύνει, πλένει, καθαρίζει και τα λοιπά».
Οι έτεροι εμπλεκόμενοι νεκροτόμοι Λ.Π. και Θ.Π. ακούγονται να κάνουν το άτυπο «ταμείο» της ημέρας και του μήνα, μιλώντας για τις σορούς σαν να επρόκειτο για εμπορεύματα ρουτίνας. Ο Λ.Π. αναφέρει ενδεικτικά: «Και είναι να σε δω να σε δώσω, να σε πληρώσω, μ’ έδωσε ο κύριος Κώστας 370». Οταν ο συνομιλητής του Θ.Π. τον ρωτάει: «Είναι μαζί με την ταρίχευση και το τέτοιο;…», εκείνος απαντά αφοπλιστικά: «Ολα, όλα ναι με τα πάντα του και το ντύσιμο… Και εγώ τόσες έχω, εδώ δεν έχεις τίποτα, οχτώ εννιά εβδομήντα δύο, μαζί με τα καψίματα χίλια εκατό (1.100) ευρώ, εεε. Τέλος πάντων, άντε καλά».
«Μη βγάλουμε τα μάτια μας»
Σε διά ζώσης καταγραφή στα τέλη του 2024 ο βασικός νεκροτόμος συνομιλεί με τον ιδιοκτήτη γραφείου τελετών Χ.Δ. Ο δεύτερος ακούγεται να του λέει: «Περίμενε, Σταύρο, να σε δώσω τα λεφτά σου», με τον κρατικό υπάλληλο να τα δέχεται απαντώντας: «Ευχαριστώ πολύ… Πρέπει να φυλαγόμαστε».
Ο εργολάβος κηδειών προσπαθεί να τον καθησυχάσει για τη μυστικότητα της συναλλαγής λέγοντάς του: «Την κυρία που εξυπηρετώ την έχω πει εγώ λέω θα με το δίνεις εμένα το πενηντάρικο… Μην κάνεις μαλακίες τη λέω». Τότε ο νεκροτόμος τού υπενθυμίζει: «Εδώ τώρα τόση δουλειά κάνουμε ο ένας, ο ένας τον άλλο να βοηθήσει. Οχι να βγάλουμε τα μάτια μας».
Δίωξη… στο βαθύ λαρύγγι
Μέσα σε αυτό το τοπίο εγείρονται ωστόσο νομικά και ηθικά ερωτήματα για τον τρόπο που η ίδια η Δικαιοσύνη αντιμετώπισε την υπόθεση. Σύμφωνα με την αναφορά ενός εκ των κατηγορουμένων, του υπαλλήλου Α.Κ. –ο συγκεκριμένος νεκροτόμος αποτελεί τον έβδομο κατηγορούμενο στη δικογραφία–, προς τον εισαγγελέα του Αρειου Πάγου και τον διευθύνοντα την Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, αναδεικνύεται το απόλυτο παράδοξο: ότι διώκεται ο άνθρωπος που αποκάλυψε εξαρχής τη σήψη και μάλιστα όπως γράφει χαρακτηριστικά στην αναφορά του: «Εγώ ήμουν εκείνος που, πριν από την έναρξη της αστυνομικής έρευνας, είχε καταγγείλει εγγράφως στο Υπουργείο Δικαιοσύνης τις παράνομες ταριχεύσεις μέσα στην Υπηρεσία».
Το βούλευμα παραδέχεται πως «υπέβαλε προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης (έγγραφη αναφορά) στις 1/7/2024 και ο νεκροτόμος Α.Κ. καταγγέλλοντας ότι στον χώρο της υπηρεσίας ο Θ.Π. πραγματοποιεί επανειλημμένα ταριχεύσεις, μόνος ή σε συνεργασία με τον πατέρα του, Λ.Π., σε πτώματα που δεν χρήζουν νεκροτομής». Ο ίδιος ο καταγγέλλων εξηγεί στην αναφορά του ότι τελικά βρέθηκε να διώκεται για ένα μεμονωμένο περιστατικό όπου απλώς βοήθησε να μεταφερθεί ένα φέρετρο, κάτι που όπως τονίζει εμφατικά «είναι νόμιμο υπηρεσιακό καθήκον, για το οποίο κανείς δεν μου έδωσε και κανείς δεν μου υποσχέθηκε τίποτε». Για το μικρό χρηματικό ποσό που φέρεται να έλαβε από συνάδελφό του, υποστηρίζει πως «ο Σ.Κ. (σ.σ.: βασικός κατηγορούμενος) μου προσέφερε δέκα (10) ευρώ “ως κέρασμα για καφέδες” και ότι οι σχέσεις μας ήταν κακές, διότι είχα καταθέσει αναφορές εναντίον του ιδίου και του Λ.Π.».
Το παράπονο του καταγγέλλοντoς ωστόσο δεν περιορίζεται στη δική του εμπλοκή, αλλά εκτείνεται στην ίδια την καρδιά της νομικής κρίσης του Δικαστικού Συμβουλίου. Καταγγέλλει τον εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων από τους δικαστές, τονίζοντας ότι «ενέργεια που “ρητά δεν επιτρέπεται” είναι εξ ορισμού ενέργεια αντικείμενη στα καθήκοντα», καυτηριάζοντας το γεγονός ότι οι κακουργηματικές πράξεις των βασικών κατηγορουμένων μετατράπηκαν σε απλά πλημμελήματα.
Υπογραμμίζει την ύπαρξη σοβαρών νομικών αντιφάσεων στο σκεπτικό, αναφέροντας: «Δεν είναι δυνατό να διαγνωσθεί αν το Συμβούλιο δέχθηκε, ως πραγματικό γεγονός, ότι οι εξαγορασθείσες ενέργειες ήταν απαγορευμένες (οπότε η υπαγωγή στην παρ. 1 είναι νομικώς εσφαλμένη) ή ότι ήταν επιτρεπτές (οπότε οι αντίθετες παραδοχές του είναι ανεξήγητες)».
Επιπλέον, θέτει το προφανές και κομβικό ερώτημα για την απουσία της κατηγορίας της συμμορίας (άρθρο 187) καθώς, όπως επισημαίνει με νομικά επιχειρήματα, μια «τυποποιημένη διαδικασία, με τιμοκατάλογο, καταμερισμό ρόλων, μηνιαία εκκαθάριση και κοινή υποδομή, είναι ο ορισμός της οργάνωσης με στοιχειώδη δομή».
Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με την αναφορά, αποδεικνύεται περίτρανα και από την «προκαθορισμένη ποσοστιαία κατανομή των εσόδων κάθε ταρίχευσης (40%, 40%, 20%)». Τέλος, κάνει λόγο για σκανδαλώδεις παραλείψεις κατά το στάδιο της ανάκρισης, αφού δεν έγινε καμία ουσιαστική οικονομική έρευνα στα περιουσιακά στοιχεία των εμπλεκομένων. Οπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «οι τραπεζικές μεταφορές κατά την περίοδο των capital controls… οι τριάντα δύο (32) χρυσές λίρες στην οικία του, τα δύο (2) μπλοκ αποδείξεων “ως ταριχευτή” και τα 1.750 ευρώ της Ζ… (σ.σ.: προϊσταμένη της υπηρεσίας) εντοπίστηκαν», ωστόσο «δεν διατάχθηκε καμία άρση τραπεζικού ή φορολογικού απορρήτου, καμία δέσμευση και καμία διερεύνηση της διαδρομής των εσόδων».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου