
Εκατοντάδες χιλιάδες Γάλλοι αψηφούν τις απαγορεύσεις του Μακρόν, σχεδόν 1.000 συλλήψεις και σφοδρές συγκρούσεις με την αστυνομία συνθέτουν το σκηνικό μιας βαθιάς κοινωνικής κρίσης. Οι διαδηλώσεις επεκτείνονται στην Ιταλία και το Βέλγιο, η ακρίβεια πιέζει την ευρωπαϊκή μεσαία τάξη και η πολιτική δυσαρέσκεια ενισχύει τις ακραίες δυνάμεις. Γιατί η Ελλάδα, με πληθωρισμό 5,1% και ασφυκτική στεγαστική κρίση, βρίσκεται μπροστά σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη συγκυρία – Τα σενάρια για έναν χειμώνα κοινωνικών αναταράξεων και ο μεγάλος πονοκέφαλος του Μεγάρου Μαξίμου
Το Παρίσι του Σαββάτου έμοιαζε με πρωτεύουσα που προετοιμαζόταν να αμυνθεί απέναντι στους ίδιους της τους πολίτες. Καταστήματα με ξύλινες προστατευτικές κατασκευές στις βιτρίνες, κλειστοί σταθμοί του μετρό, αστυνομικές δυνάμεις στους κεντρικούς δρόμους και δύο από τα διασημότερα μουσεία του κόσμου, το Λούβρο και το Ορσέ, με κατεβασμένα ρολά. Λίγες ώρες αργότερα, οι εικόνες από τις γαλλικές πόλεις επιβεβαίωναν ότι η κοινωνική έκρηξη που συγκλονίζει τη Γαλλία αποκτά πλέον χαρακτηριστικά πολιτικής κρίσης με απρόβλεπτη διάρκεια. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους, συγκρούσεις ξέσπασαν σε πολλές πόλεις και η κυβέρνηση του Εμανουέλ Μακρόν επιστράτευσε 70.000 αστυνομικούς και χωροφύλακες για να αντιμετωπίσει ένα κίνημα που, αντί να υποχωρεί, δείχνει να ανασυντάσσεται.
Η αφετηρία της αναταραχής εντοπίζεται στις διαμαρτυρίες μαθητών για την κατάσταση στα γαλλικά σχολεία. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, όμως, η οργή ξεπέρασε τις σχολικές αίθουσες, βρήκε διέξοδο στις εργατικές κινητοποιήσεις, συνδέθηκε με την ακρίβεια και την υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης και έφτασε να αμφισβητεί ευθέως την πολιτική νομιμοποίηση της γαλλικής κυβέρνησης. Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια συσσώρευση κοινωνικής δυσαρέσκειας που δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως ζήτημα δημόσιας τάξης. Και ακριβώς εδώ αρχίζει η ευρωπαϊκή διάσταση της κρίσης.
Διότι, ενώ το Παρίσι μετρούσε συλλήψεις και τραυματισμούς, διαδηλώσεις και επεισόδια σημειώνονταν στις Βρυξέλλες, στην Ιταλία και στην Αλβανία, με διαφορετικά αιτήματα αλλά με κοινό υπόβαθρο την οικονομική πίεση και τη δυσπιστία απέναντι στην πολιτική εξουσία. Η Ευρώπη εισέρχεται σε έναν δύσκολο χειμώνα με την ενέργεια να τροφοδοτεί εκ νέου τον πληθωρισμό, τη στέγαση να απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων και τις κυβερνήσεις να αναζητούν δημοσιονομικά περιθώρια που διαρκώς στενεύουν. Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν οι σημερινές, διάσπαρτες εστίες διαμαρτυρίας μπορούν να εξελιχθούν σε ευρύτερο κύμα κοινωνικών αναταράξεων και κατά πόσο η Αθήνα διαθέτει τις αντοχές να μείνει έξω από αυτό.
Η Γαλλία στους δρόμους – Ο Μακρόν αντιμέτωπος με την κοινωνική οργή
Το μέγεθος της κινητοποίησης του Σαββάτου 24 Οκτωβρίου αποτυπώνει το βάθος της κρίσης. Η γαλλική κυβέρνηση υπολόγισε τους διαδηλωτές σε 410.000 σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ το συνδικάτο CGT ανέβασε τη συμμετοχή στις 800.000. Στο Παρίσι οι αντίστοιχες εκτιμήσεις ήταν 110.000 και 250.000 άνθρωποι. Πρόκειται για κινητοποιήσεις μεγάλης κλίμακας, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν παρά τους αυστηρούς περιορισμούς που είχαν επιβληθεί μετά τα σοβαρά επεισόδια της προηγούμενης εβδομάδας.
Ο Εμανουέλ Μακρόν επέλεξε να σκληρύνει τη στάση του, χαρακτηρίζοντας ορισμένες μη συνδικαλιστικές συγκεντρώσεις παράνομες και δίνοντας εντολή για περιορισμούς σε διαδηλώσεις που οι αρχές θεωρούσαν επικίνδυνες. Οι επίσημα οργανωμένες συνδικαλιστικές πορείες μπορούσαν να πραγματοποιηθούν, σε ορισμένες περιπτώσεις όμως με τροποποιημένες διαδρομές. Σε πόλεις όπως η Λυών και η Μασσαλία είχαν ανακοινωθεί απαγορεύσεις συγκεντρώσεων, ενώ εφαρμόστηκαν και τοπικοί περιορισμοί κυκλοφορίας.
Η επιλογή αυτή πυροδότησε νέα αντιπαράθεση γύρω από το δικαίωμα στη διαδήλωση. Για την κυβέρνηση, η προτεραιότητα είναι η αποτροπή νέων καταστροφών, λεηλασιών και επιθέσεων κατά των αστυνομικών. Για μεγάλο μέρος των διαδηλωτών, οι περιορισμοί αποτελούν ακόμη μία απόδειξη ότι η εξουσία επιχειρεί να αντιμετωπίσει την κοινωνική δυσαρέσκεια με κατασταλτικά μέτρα. Η αντιπαράθεση έχει μεταφερθεί πλέον από την οικονομική πολιτική στο ίδιο το πεδίο των δημοκρατικών δικαιωμάτων.
Ο απολογισμός ήταν βαρύς. Σύμφωνα με τον υπουργό Εσωτερικών Λοράν Νουνιές, οι συλλήψεις πλησίασαν τις 1.000, ενώ αναφέρθηκαν δύο σοβαροί τραυματισμοί στην Τουλούζη και στο Κλερμόν-Φεράν. Οι περισσότερες μεγάλες πορείες εξελίχθηκαν αρχικά χωρίς σοβαρά επεισόδια, αλλά αργότερα σημειώθηκαν συγκρούσεις, χρήση δακρυγόνων και νερού υπό πίεση, καθώς και περιστατικά λεηλασιών. Η κυβέρνηση αποδίδει μεγάλο μέρος της βίας σε οργανωμένες ομάδες της άκρας αριστεράς και σε εγκληματικά στοιχεία που παρεισφρέουν στις συγκεντρώσεις. Η διαφορά ανάμεσα στις μαζικές ειρηνικές πορείες και τις ομάδες που συγκρούστηκαν με την αστυνομία είναι ουσιαστική, καθώς η γενίκευση της ευθύνης στους εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές τροφοδοτεί ακόμη περισσότερο την πολιτική ένταση.
Η κατάσταση επιβαρύνεται και από μια νέα συζήτηση για τον έλεγχο της πληροφορίας. Η γαλλική ερευνητική ιστοσελίδα Blast υποστηρίζει ότι ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί ζήτησε από μεγάλες εταιρείες τηλεπικοινωνιών να βρίσκονται σε ετοιμότητα για ενδεχόμενους περιορισμούς πρόσβασης σε δημοφιλείς πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Πρόκειται για ισχυρισμό της συγκεκριμένης δημοσιογραφικής έρευνας, χωρίς ανεξάρτητη επιβεβαίωση ότι εφαρμόστηκε τέτοιο μέτρο. Ωστόσο, η δημόσια αντιπαράθεση αποκαλύπτει πόσο μακριά έχει φτάσει η συζήτηση για την ασφάλεια και τις ελευθερίες στη Γαλλία.
Οι ταραχές περνούν τα γαλλικά σύνορα – Η Ευρώπη της ακρίβειας και της ανασφάλειας
Οι εικόνες από τη Γαλλία δεν εκτυλίσσονται σε ευρωπαϊκό κενό. Στο Βέλγιο, η αστυνομία χρησιμοποίησε δακρυγόνα και σπρέι πιπεριού κατά τη διάρκεια αντικυβερνητικών διαδηλώσεων στις Βρυξέλλες. Στην Ιταλία πραγματοποιήθηκαν κινητοποιήσεις σε μεγάλες πόλεις, με συγκρούσεις στο Τορίνο, στη Ρώμη και στην Μπολόνια, ενώ στο Μιλάνο οι πορείες εξελίχθηκαν σε γενικές γραμμές ειρηνικά. Στην Αλβανία, οι φοιτητικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις συνοδεύτηκαν επίσης από επεισόδια.
Οι αιτίες δεν ταυτίζονται και οι κινητοποιήσεις δεν αποτελούν τμήματα ενός ενιαίου οργανωμένου κινήματος. Εκείνο που τις καθιστά πολιτικά σημαντικές είναι η χρονική σύμπτωση και η επανεμφάνιση της ίδιας κοινωνικής αγωνίας σε διαφορετικά κράτη. Η καθημερινότητα γίνεται ακριβότερη, οι δημόσιες υπηρεσίες πιέζονται και ένα αυξανόμενο τμήμα της κοινωνίας δυσκολεύεται να αναγνωρίσει πραγματική βελτίωση στο βιοτικό του επίπεδο.
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat εξηγούν γιατί το έδαφος είναι εύφλεκτο. Τον Σεπτέμβριο του 2026 ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ανέβηκε στο 3,8%, από 3,2% τον Αύγουστο, με σημαντική επιβάρυνση από την ενέργεια. Στη Γαλλία διαμορφώθηκε στο 3,4%, στη Γερμανία στο 3,3%, στην Ιταλία στο 4,2% και στην Ισπανία στο 5%. Οι αριθμοί αυτοί περιγράφουν μία νέα αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία τα νοικοκυριά έχουν ήδη απορροφήσει τις ανατιμήσεις προηγούμενων ετών.
Το οικονομικό πρόβλημα αποκτά πολιτικά εκρηκτικές διαστάσεις όταν συνδυάζεται με την αίσθηση ότι οι κυβερνήσεις ζητούν συνεχώς νέες θυσίες χωρίς να μπορούν να εγγυηθούν καλύτερη καθημερινότητα. Η Γαλλία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει αυξανόμενες δημοσιονομικές πιέσεις, ενώ το κόστος δανεισμού του γαλλικού Δημοσίου έχει ενισχυθεί σημαντικά. Η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου έφτασε την προηγούμενη εβδομάδα στο 5,14%, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από το 2002.
Η οικονομική στενότητα περιορίζει τη δυνατότητα κοινωνικών παροχών ακριβώς τη στιγμή που η κοινωνία απαιτεί περισσότερη προστασία. Και όσο αυτή η αντίφαση παραμένει, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος μια κινητοποίηση για τους μισθούς, τις συντάξεις ή την εκπαίδευση να μετατραπεί σε συνολική αμφισβήτηση της κυβέρνησης.
Ο πολιτικός σεισμός στη Γαλλία – Η Λεπέν προηγείται, ο Μελανσόν ανεβαίνει και το κέντρο υποχωρεί
Η κοινωνική αναταραχή συμπίπτει με μια εξαιρετικά κρίσιμη εκλογική συγκυρία. Σε περίπου έξι μήνες η Γαλλία θα εκλέξει νέο πρόεδρο, καθώς ο Εμανουέλ Μακρόν ολοκληρώνει τη δεύτερη θητεία του. Η κυβέρνηση βρίσκεται επομένως αντιμέτωπη με μια διπλή κρίση, καθώς η κοινωνική δυσαρέσκεια ενισχύει τις πολιτικές δυνάμεις που αμφισβητούν το μοντέλο διακυβέρνησης των τελευταίων ετών.
Η δημοσκόπηση της Ipsos που δημοσιοποιήθηκε στις 24 Οκτωβρίου είναι αποκαλυπτική. Η Μαρίν Λεπέν συγκεντρώνει από 32% έως 33,5% στην πρόθεση ψήφου για τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, ανάλογα με το εκλογικό σενάριο, διατηρώντας καθαρό προβάδισμα. Ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν ανεβαίνει στο 17% και, σύμφωνα με τις τέσσερις εκδοχές που εξετάστηκαν, εξασφαλίζει θέση στον δεύτερο γύρο. Αντίθετα, οι πιθανές υποψηφιότητες που συνδέονται με τον πολιτικό χώρο του κέντρου υποχωρούν, με τον Εντουάρ Φιλίπ να κινείται μεταξύ 13% και 15%.
Η εικόνα αυτή δεν σημαίνει ότι όλοι οι διαδηλωτές στρέφονται προς τα πολιτικά άκρα. Αποτυπώνει, όμως, κάτι βαθύτερο. Ο πολιτικός χώρος που ταυτίστηκε με τη διαχείριση της γαλλικής εξουσίας χάνει έδαφος, την ώρα που δύο αντίπαλα ρεύματα επιχειρούν να εκφράσουν τη δυσαρέσκεια από διαφορετικές κατευθύνσεις.
Ο Μελανσόν συμμετείχε στη διαδήλωση του Παρισιού και προειδοποίησε ότι οι κινητοποιήσεις θα επαναλαμβάνονται εάν ο Μακρόν δεν υποχωρήσει. Την ίδια στιγμή, ο Εθνικός Συναγερμός της Λεπέν πραγματοποιούσε πολιτική συγκέντρωση στην Ορλεάνη, όπου οργανώθηκαν και διαδηλώσεις εναντίον της ακροδεξιάς. Το κοινωνικό ρήγμα συναντά πλέον την εκλογική αντιπαράθεση, δημιουργώντας ένα περιβάλλον έντονης πόλωσης ενόψει του 2027.
Το ελληνικό πρόβλημα – Γιατί η Αθήνα δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής
Για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, όσα συμβαίνουν στη Γαλλία αποτελούν μια σοβαρή προειδοποίηση. Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή την ίδια κλίμακα αναταραχής, όμως τα οικονομικά δεδομένα δείχνουν ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με πιέσεις τουλάχιστον αντίστοιχης έντασης σε κρίσιμους τομείς της καθημερινότητας.
Ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα έφτασε τον Σεπτέμβριο στο 5,1%, αισθητά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και από το αντίστοιχο ποσοστό της Γαλλίας. Πρόκειται για εξέλιξη που περιορίζει ακόμη περισσότερο την αγοραστική δύναμη, ιδίως των νοικοκυριών με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Ταυτόχρονα, η στεγαστική κρίση έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά μακροχρόνιας οικονομικής ασφυξίας.
Σύμφωνα με την έκδοση της Eurostat για τις συνθήκες διαβίωσης στην Ευρώπη το 2026, το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε το 2025 σε νοικοκυριά που δαπανούσαν τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν μόλις 7,7%. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα για την οικονομική καθημερινότητα, καθώς το 87,1% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα δήλωνε ότι αντιμετώπιζε τουλάχιστον κάποια δυσκολία να τα βγάλει πέρα.
Αυτά τα στοιχεία συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να εκδηλωθεί με μεγαλύτερη ένταση εάν προκύψει ένας ισχυρός καταλύτης. Η Ελλάδα έχει ήδη δείξει, με τις τεράστιες κινητοποιήσεις για την τραγωδία των Τεμπών, ότι η κοινωνική οργή μπορεί να κινητοποιήσει πολίτες πολύ πέρα από τα στενά όρια των κομμάτων και των παραδοσιακών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Το ζήτημα της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, η ακρίβεια, το στεγαστικό και η κατάσταση στις δημόσιες υπηρεσίες δημιουργούν ένα σύνθετο υπόβαθρο δυσαρέσκειας.
Το Μέγαρο Μαξίμου βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη πολιτική εξίσωση. Η οικονομία μπορεί να εμφανίζει θετικούς δείκτες σε μακροοικονομικό επίπεδο, αλλά η πολιτική σημασία αυτών των επιδόσεων περιορίζεται όταν μεγάλα τμήματα των πολιτών αισθάνονται ότι η προσωπική τους οικονομική κατάσταση δεν βελτιώνεται. Η απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική περιγραφή της οικονομίας και στην εμπειρία του νοικοκυριού είναι από μόνη της παράγοντας πολιτικής φθοράς.
Ένα νέο κύμα ανατιμήσεων στην ενέργεια, σε συνδυασμό με κοινωνικές κινητοποιήσεις για τους μισθούς, την παιδεία ή τη δημόσια υγεία, θα μπορούσε να δημιουργήσει συνθήκες ευρύτερης έντασης και στην Αθήνα. Η πιθανότητα αυτή δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα οδεύει αναπόφευκτα προς γαλλικού τύπου συγκρούσεις. Σημαίνει ότι οι οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις που τροφοδοτούν την οργή σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι ορατές και στην ελληνική πραγματικότητα.
Ο χειμώνας που φοβούνται οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις
Η επόμενη δοκιμασία για τη Γαλλία βρίσκεται ήδη στο ημερολόγιο. Τα «Κίτρινα Γιλέκα» έχουν απευθύνει κάλεσμα για νέες κινητοποιήσεις στις 31 Οκτωβρίου, με επίκεντρο και το δικαίωμα στη διαδήλωση. Η προοπτική διαδοχικών εβδομαδιαίων κινητοποιήσεων απειλεί να μετατρέψει τη διαμαρτυρία σε μόνιμο χαρακτηριστικό της πολιτικής ζωής, ενώ οι γαλλικές αρχές προσπαθούν να αποτρέψουν την επανάληψη των επεισοδίων.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το πραγματικό μέγεθος του κινδύνου θα κριθεί από τη διάρκεια των πληθωριστικών πιέσεων, τις αντοχές των οικογενειακών προϋπολογισμών και τις πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων. Οι μαζικές διαδηλώσεις δεν οδηγούν αυτομάτως σε βίαιες εξεγέρσεις. Όταν, όμως, συμπίπτουν η οικονομική δυσχέρεια, η αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και η αίσθηση ότι οι ειρηνικές διεκδικήσεις δεν αποδίδουν, η πιθανότητα κλιμάκωσης μεγαλώνει.
Η Ευρώπη δεν έχει ακόμη βρεθεί μπροστά σε μία ενιαία κοινωνική εξέγερση. Βρίσκεται, ωστόσο, αντιμέτωπη με πολλές παράλληλες κρίσεις που μπορούν να αλληλοτροφοδοτηθούν. Η γαλλική κυβέρνηση προσπαθεί να αποκαταστήσει την τάξη, οι ιταλικές αρχές ενισχύουν την αστυνομική παρουσία και στις Βρυξέλλες οι συγκρούσεις δείχνουν ότι η δυσαρέσκεια έχει ξεπεράσει τα γαλλικά σύνορα.
Για την Αθήνα, το πιο ανησυχητικό στοιχείο βρίσκεται στα οικονομικά μεγέθη που προηγούνται συνήθως της κοινωνικής έκρηξης. Όταν περισσότεροι από ένας στους τέσσερις πολίτες ζουν σε νοικοκυριά με υπέρμετρη επιβάρυνση από τη στέγαση και ο πληθωρισμός κινείται πάνω από το 5%, η κοινωνική σταθερότητα δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητη. Ο χειμώνας που έρχεται θα δοκιμάσει τις αντοχές των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Και στην Ελλάδα, όπου η ακρίβεια παραμένει κυρίαρχο πρόβλημα της καθημερινότητας, το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν θα υπάρξουν νέες διαδηλώσεις, αλλά πόση κοινωνική πίεση μπορεί ακόμη να απορροφήσει το πολιτικό σύστημα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου