Τετάρτη, Νοεμβρίου 04, 2026

Σενάρια για εμπόδια στην προεκλογική προβολή των νέων κομμάτων – Πλήττονται Σαμαράς-Τσίπρας

 

 

Η άρνηση συμμετοχής της ΕΛ.Α.Σ. στο συνέδριο της ΚΕΔΕ και η υπόθεση με το στεφάνι της Μαρίας Καρυστιανού ανοίγουν τη συζήτηση για την αντιμετώπιση των εξωκοινοβουλευτικών κομμάτων. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά την τηλεοπτική προβολή και τη συμμετοχή των νέων πολιτικών αρχηγών στα προεκλογικά ντιμπέιτ

Ένας χαιρετισμός που δεν θα ακουστεί στο συνέδριο της ΚΕΔΕ, ένα αίτημα για κατάθεση στεφάνου που απορρίφθηκε και μια συζήτηση για το ποιοι θα έχουν δικαίωμα συμμετοχής στα επόμενα προεκλογικά ντιμπέιτ. Τρία διαφορετικά ζητήματα που αρχίζουν να συνδέονται στο πολιτικό παρασκήνιο, καθώς η εμφάνιση νέων κομμάτων ανατρέπει τους μέχρι σήμερα συσχετισμούς.

 
Στο επίκεντρο βρίσκονται ο Αλέξης Τσίπρας, ο Αντώνης Σαμαράς και η Μαρία Καρυστιανού. Ο πρώτος ηγείται της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, η τρίτη έχει συγκροτήσει τη δική της πολιτική κίνηση, ενώ για τον πρώην πρωθυπουργό της Νέας Δημοκρατίας παραμένουν ανοιχτά τα σενάρια δημιουργίας νέου κόμματος.

Το ερώτημα που τίθεται είναι συγκεκριμένο: θα αντιμετωπιστούν οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί με κριτήρια που ανταποκρίνονται στη σημερινή πολιτική πραγματικότητα ή θα βρεθούν αντιμέτωποι με περιορισμούς που ευνοούν τα κόμματα τα οποία διαθέτουν ήδη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση;

Προς το παρόν, δεν υπάρχουν τεκμηριωμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη ενός ενιαίου σχεδίου αποκλεισμού. Υπάρχουν, όμως, συγκεκριμένα περιστατικά που έχουν προκαλέσει αντιδράσεις και επαναφέρουν τη συζήτηση για τους κανόνες της δημόσιας και προεκλογικής προβολής.
Η ΚΕΔΕ, η ΕΛ.Α.Σ. και ο αποκλεισμός από το συνέδριο της Καλαμάτας

Η πρώτη υπόθεση αφορά στο ετήσιο συνέδριο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας, που πραγματοποιείται στην Καλαμάτα από τις 5 έως τις 7 Νοεμβρίου.


Στο επίσημο πρόγραμμα της διοργάνωσης προβλέπεται ειδική ενότητα για τις τοποθετήσεις πολιτικών αρχηγών και εκπροσώπων των κομμάτων του Ελληνικού Κοινοβουλίου. Η συγκεκριμένη διατύπωση αφήνει εκτός του προβλεπόμενου κύκλου ομιλητών τους επικεφαλής εξωκοινοβουλευτικών σχηματισμών.

Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.) αντέδρασε ήδη από τις 23 Οκτωβρίου, καταγγέλλοντας ότι η ΚΕΔΕ δεν της επιτρέπει να συμμετάσχει στον διάλογο του συνεδρίου επειδή δεν διαθέτει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.

Στην ανακοίνωσή της, η παράταξη του Αλέξη Τσίπρα κατηγορεί τη διοίκηση της ΚΕΔΕ ότι χρησιμοποιεί τη θεσμικότητα ως πρόσχημα, προκειμένου να μην ακουστούν οι προτάσεις της για την Τοπική Αυτοδιοίκηση.


Η ΕΛ.Α.Σ. έχει παρουσιάσει το σχέδιο «Αριστοτέλης» για την Αυτοδιοίκηση και υποστηρίζει ότι η συμμετοχή της στον δημόσιο διάλογο δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από την παρουσία της στη Βουλή.

Το ζήτημα έχει δύο πλευρές. Από τη μία, η ΚΕΔΕ μπορεί να επικαλείται τα κριτήρια με τα οποία οργανώνει τις εργασίες και τις προσκλήσεις του συνεδρίου της. Από την άλλη, η επιλογή αποκλειστικής συμμετοχής κοινοβουλευτικών κομμάτων από έναν διάλογο για την Αυτοδιοίκηση δημιουργεί πολιτικό προβληματισμό, ιδιαίτερα όταν εμφανίζονται νέοι σχηματισμοί που διεκδικούν ρόλο στις επόμενες εκλογές.

Υπάρχει, άλλωστε, μια αξιοσημείωτη λεπτομέρεια. Στην ίδια ανακοίνωση, η ΕΛ.Α.Σ. αναφέρεται και στο ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά, θέτοντας εμμέσως το ερώτημα αν η ίδια αντιμετώπιση θα επιφυλασσόταν και στον πρώην πρωθυπουργό.
Το στεφάνι της Μαρίας Καρυστιανού και η διαμάχη για το πρωτόκολλο

Η δεύτερη υπόθεση αφορά τη Μαρία Καρυστιανού και τις εκδηλώσεις για την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου.


Η επικεφαλής του κινήματος «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» κατήγγειλε ότι απορρίφθηκαν τα αιτήματα που είχε υποβάλει για συμμετοχή στις επίσημες τελετές κατάθεσης στεφάνων στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη.

Σύμφωνα με όσα δημοσιοποίησε το κίνημά της, οι απορριπτικές απαντήσεις βασίστηκαν σε διατάξεις και εγκυκλίους που συνδέουν τη συμμετοχή στο επίσημο τελετουργικό με την αναγνώριση των κομμάτων από τον Κανονισμό της Βουλής ή την εκπροσώπησή τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Η πλευρά της Καρυστιανού αμφισβήτησε αυτή την ερμηνεία, επικαλούμενη άλλη εγκύκλιο του υπουργείου Εσωτερικών και υποστηρίζοντας ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δεν δικαιολογούσαν την απόρριψη.

Η ίδια εξέφρασε δημόσια την αντίδρασή της, συνδέοντας την απόφαση με την αντιμετώπιση της νέας πολιτικής της κίνησης. Τελικά, κατέθεσε στεφάνι στη Θεσσαλονίκη, εκτός του επίσημου προγράμματος.

Είναι σαφές ότι η υπόθεση αφορά τους κανόνες συμμετοχής σε μια κρατική τελετή και όχι την προεκλογική διαδικασία. Ωστόσο, στο πολιτικό πεδίο αποκτά διαφορετική διάσταση: μπορεί η απουσία κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης να χρησιμοποιείται ως καθοριστικό κριτήριο για τη δημόσια παρουσία ενός νέου κόμματος;

Αυτό είναι το ερώτημα που συνδέει την υπόθεση Καρυστιανού με όσα προηγήθηκαν στην ΚΕΔΕ.
Το μεγάλο ζήτημα είναι η τηλεοπτική προβολή των νέων κομμάτων

Οι συγκεκριμένες αντιπαραθέσεις αποκτούν μεγαλύτερη σημασία ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.

Τότε θα πρέπει να καθοριστούν οι όροι με τους οποίους τα κόμματα θα προβάλλονται από την ΕΡΤ, τους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς και τα υπόλοιπα ραδιοτηλεοπτικά μέσα.

Το νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει ότι η κατανομή του προεκλογικού χρόνου γίνεται με βάση την αρχή της αναλογικής ισότητας, ύστερα από τις προβλεπόμενες διαδικασίες και τη γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και της Διακομματικής Επιτροπής Εκλογών.

Η αναλογική ισότητα δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι όλα τα κόμματα λαμβάνουν ακριβώς τον ίδιο τηλεοπτικό χρόνο. Δεν ταυτίζεται, όμως, ούτε με τον πλήρη αποκλεισμό σχηματισμών που δεν είχαν προηγούμενη κοινοβουλευτική παρουσία.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η υπουργική απόφαση για τις εκλογές του Μαΐου 2023 προέβλεπε συγκεκριμένες δυνατότητες προβολής για τα κόμματα που συμμετείχαν στην εκλογική διαδικασία, μεταξύ των οποίων και υποχρεώσεις της δημόσιας τηλεόρασης για συνεντεύξεις πολιτικών αρχηγών ή εκπροσώπων.

Η απόφαση εκείνη αφορούσε τις συγκεκριμένες εκλογές και δεν προδικάζει την κατανομή του χρόνου στην επόμενη αναμέτρηση.

Ακριβώς γι’ αυτό, το ενδιαφέρον στρέφεται στις ρυθμίσεις που θα αποφασιστούν όταν προκηρυχθούν οι νέες εκλογές.

Πόσος χρόνος θα δοθεί στα νεοσύστατα κόμματα; Θα μεταδίδονται οι συγκεντρώσεις τους; Πώς θα υπολογίζεται η παρουσία των εκπροσώπων τους στα πολιτικά πάνελ; Και ποια κριτήρια θα χρησιμοποιηθούν για να διαπιστώνεται η εκλογική τους απήχηση;

Πρόκειται για ζητήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν μόνο με αναφορά στους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς των προηγούμενων εκλογών.
Η συμμετοχή στα ντιμπέιτ και ο κίνδυνος πολιτικών αποκλεισμών

Το πιο ευαίσθητο σημείο αφορά τις τηλεοπτικές αναμετρήσεις των πολιτικών αρχηγών.

Στις εκλογές του Ιουνίου 2023, η Διακομματική Επιτροπή είχε συμφωνήσει στη διεξαγωγή ντιμπέιτ με τη συμμετοχή των αρχηγών των πέντε κοινοβουλευτικών κομμάτων. Το συγκεκριμένο μοντέλο αποτέλεσε τότε τη βάση της διοργάνωσης από την ΕΡΤ.

Εάν ένα αντίστοιχο κριτήριο εφαρμοστεί χωρίς προσαρμογές στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόβλημα για τις νέες πολιτικές δυνάμεις.

Ο Αλέξης Τσίπρας, για παράδειγμα, έχει διατελέσει πρωθυπουργός και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά η νέα παράταξη της οποίας ηγείται δεν διαθέτει αυτομάτως την κοινοβουλευτική θέση που κατείχε στο παρελθόν ο ΣΥΡΙΖΑ.

Αντίστοιχο ζήτημα θα μπορούσε να προκύψει για τον Αντώνη Σαμαρά, εφόσον προχωρήσει στην ίδρυση νέου κόμματος, καθώς και για τη Μαρία Καρυστιανού.

Η περίπτωση αυτή δεν αφορά μόνο στα συγκεκριμένα πρόσωπα. Αγγίζει συνολικά τη δυνατότητα των ψηφοφόρων να παρακολουθήσουν μια δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ όσων διεκδικούν την ψήφο τους.

Δεν έχει ανακοινωθεί μέχρι στιγμής απόφαση για αποκλεισμό των νέων κομμάτων από τα επόμενα ντιμπέιτ. Ούτε υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι έχει ήδη αποφασιστεί μια τέτοια επιλογή.

Ωστόσο, το ενδεχόμενο επαναφοράς των παλαιών κριτηρίων, χωρίς να ληφθεί υπόψη η νέα πολιτική πραγματικότητα, αποτελεί υπαρκτό αντικείμενο προβληματισμού.

Η συζήτηση αυτή έχει ήδη ανοίξει και στον Τύπο, με δημοσιεύματα που θέτουν το ερώτημα αν τα πρόσφατα περιστατικά προμηνύουν αυστηρότερους περιορισμούς στην προεκλογική προβολή.
Το πολιτικό πρόβλημα για Σαμαρά και Τσίπρα

Η εμφάνιση νέων πολιτικών σχηματισμών δημιουργεί μια ιδιαίτερη συνθήκη.

Ο Τσίπρας και ο Σαμαράς δεν είναι άγνωστα πρόσωπα που επιχειρούν για πρώτη φορά να αποκτήσουν δημόσια αναγνωρισιμότητα. Πρόκειται για δύο πρώην πρωθυπουργούς, με πολυετή κοινοβουλευτική παρουσία και συγκεκριμένη πολιτική διαδρομή.

Αυτό, βεβαίως, δεν συνεπάγεται ότι τα νέα κόμματά τους πρέπει να εξομοιωθούν αυτομάτως με τους σχηματισμούς που εκπροσωπούνται ήδη στη Βουλή. Δημιουργεί, όμως, ένα εύλογο ερώτημα για την αντιμετώπιση της πολιτικής τους παρουσίας.

Θα μπορούσε, για παράδειγμα, ένας πρώην πρωθυπουργός που ηγείται νέου κόμματος να αποκλειστεί από μια κεντρική τηλεοπτική αναμέτρηση αποκλειστικά επειδή το κόμμα του δεν συμμετείχε στις προηγούμενες εκλογές;

Και πώς θα αντιμετωπιστεί ένας νέος σχηματισμός που εμφανίζει σημαντική δυναμική στις δημοσκοπήσεις, χωρίς να έχει ακόμη δοκιμαστεί στην κάλπη;

Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με βεβαιότητα πριν καθοριστούν οι νέοι κανόνες. Το πολιτικό βάρος του ζητήματος, ωστόσο, είναι ήδη εμφανές.
Οι κανόνες της επόμενης αναμέτρησης θα κρίνουν πολλά

Οι υποθέσεις της ΚΕΔΕ και της Μαρίας Καρυστιανού δεν αποδεικνύουν από μόνες τους την ύπαρξη οργανωμένης προσπάθειας περιορισμού των νέων κομμάτων. Αφορούν διαφορετικές διαδικασίες, διαφορετικά θεσμικά όργανα και διαφορετικές προϋποθέσεις συμμετοχής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα ερωτήματα που προκαλούν είναι αμελητέα.

Όσο πλησιάζει η εκλογική αναμέτρηση, τόσο μεγαλύτερη σημασία θα αποκτούν οι αποφάσεις για την προεκλογική προβολή, τον τηλεοπτικό χρόνο και τη σύνθεση των ντιμπέιτ.

Εκεί θα φανεί εάν το πολιτικό σύστημα είναι διατεθειμένο να προσαρμοστεί στην εμφάνιση νέων δυνάμεων ή εάν θα επιμείνει σε διαδικασίες που σχεδιάστηκαν με βάση μια διαφορετική κοινοβουλευτική πραγματικότητα.

Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι να εξασφαλίσουν όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί την ίδια προβολή ανεξαρτήτως εκλογικής απήχησης. Είναι να υπάρχουν σαφείς, αντικειμενικοί και διαφανείς κανόνες, οι οποίοι δεν θα μετατρέπουν την προηγούμενη κοινοβουλευτική παρουσία σε ανυπέρβλητο εμπόδιο για κάθε νέο πολιτικό σχηματισμό.

Γιατί οι αλλαγές στον πολιτικό χάρτη δεν καθορίζονται από τις προσκλήσεις σε συνέδρια ή από τη σύνθεση ενός τηλεοπτικού πάνελ. Καθορίζονται τελικά από τους ψηφοφόρους.

Και αυτό είναι κάτι που οφείλουν να έχουν υπόψη τους όσοι θα διαμορφώσουν τους κανόνες της επόμενης προεκλογικής περιόδου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου