
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI
Την ανάγκη συγκράτησης των αυξήσεων στα ενοίκια, σε συνδυασμό με δέσμη παρεμβάσεων για την ενίσχυση της προσφοράς και την προστασία των νοικοκυριών, αναδεικνύει μελέτη του ΙΟΒΕ για τη στεγαστική κρίση στην Ελλάδα.
Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Τονίζεται ότι η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν εκδηλώθηκε αιφνιδιαστικά ούτε οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα.
Αντίθετα, αποτελεί το αποτέλεσμα μακροχρόνιων στρεβλώσεων, οι οποίες σήμερα αποτυπώνονται στο κόστος κατοικίας και στην ποιότητα της στέγης.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της διαΝΕΟσις, που εκπονήθηκε σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ και με συντονιστή τον γενικό διευθυντή του Ιδρύματος και καθηγητή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Νίκο Βέττα, η σημερινή εικόνα της ελληνικής αγοράς κατοικίας διαμορφώνεται από ένα πλέγμα παραγόντων που λειτουργούν σωρευτικά.
Η αυξημένη διεθνής ζήτηση, η δραστική υποχώρηση της στεγαστικής πίστης σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο, ο μεγάλος αριθμός κενών κατοικιών, οι αλλαγές στη σύνθεση των νοικοκυριών, καθώς και το αυξημένο κόστος κατασκευής, ενέργειας και φορολογίας, συνθέτουν ένα περιβάλλον περιορισμένης προσιτότητας, ιδιαίτερα για ενοικιαστές και νεότερες ηλικιακές ομάδες.
Τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν πλέον εξαιρετικά υψηλό ποσοστό του εισοδήματός τους για τη στέγη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το κόστος στέγασης –που περιλαμβάνει ενοίκια, δόσεις στεγαστικών δανείων, φόρους ακίνητης περιουσίας και έξοδα ενέργειας– υπερβαίνει διαχρονικά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 2024, τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεσαν το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, έναντι 19,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η εξέλιξη της προσιτότητας, καθώς από το 2019 έως το 2024 η Ελλάδα κινήθηκε αντίθετα από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, καταγράφοντας περαιτέρω επιδείνωση.
Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και ο δείκτης υπέρμετρης επιβάρυνσης, που αφορά νοικοκυριά τα οποία δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση. Στις πόλεις, το ποσοστό φτάνει το 29,1%, ενώ στην ύπαιθρο διαμορφώνεται στο 27,7%.
Παράλληλα, το 2024 σχεδόν το 43% των ατόμων στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά με οφειλές, ποσοστό πολλαπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Περίπου ένα στα δέκα νοικοκυριά εμφάνιζε καθυστερήσεις στην πληρωμή ενοικίων ή στεγαστικών δανείων, ενώ η ποιότητα της στέγασης παραμένει ζητούμενο, καθώς σημαντικό τμήμα του πληθυσμού ζει σε υπερπλήρεις κατοικίες.
Ποιοι πλήττονται περισσότερο
Η στεγαστική κρίση δεν επηρεάζει όλες τις κοινωνικές ομάδες με τον ίδιο τρόπο. Οι ενοικιαστές δέχονται τη μεγαλύτερη πίεση, καθώς έξι στα δέκα νοικοκυριά που νοικιάζουν δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση.
Σημαντική επιβάρυνση καταγράφεται και στα νοικοκυριά με στεγαστικό δάνειο, περίπου τα μισά από τα οποία ξεπερνούν το ίδιο όριο.
Το πρόβλημα είναι εντονότερο στους νεότερους ηλικιακά, που διαθέτουν χαμηλότερα εισοδήματα και περιορισμένη περιουσία, αλλά και στα μονοπρόσωπα και μονογονεϊκά νοικοκυριά. Σχεδόν δύο στα τρία μονογονεϊκά νοικοκυριά δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για τη στέγη.
Κομβικό ρόλο παίζουν οι ανισορροπίες στη χρηματοδότηση. Οι εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων παραμένουν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο, περιορίζοντας τη δυνατότητα αγοράς κατοικίας. Το 2024 οι εκταμιεύσεις ανήλθαν σε περίπου 1,4 δισ. ευρώ, όταν το 2006 ξεπερνούσαν τα 15,5 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, η ύπαρξη μεγάλου αριθμού κενών κατοικιών –πάνω από 2,2 εκατ., σύμφωνα με την απογραφή του 2021– επηρεάζει την αγορά, αν και μεγάλο μέρος αυτών αφορά εξοχικές ή δευτερεύουσες κατοικίες, κυρίως εκτός Αττικής. Σημαντικό ρόλο παίζει και η αλλαγή στη δομή των νοικοκυριών, με τη ζήτηση να μετατοπίζεται προς μικρότερες κατοικίες, στις οποίες η προσφορά δεν προσαρμόζεται εύκολα.
Σε αυτό το πλαίσιο προστίθενται δομικοί παράγοντες, όπως η φορολογία, η νομοθεσία και η γραφειοκρατία, που επηρεάζουν το κόστος ιδιοκτησίας και ενοικίασης. Οι δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές, από την άλλη, ενισχύουν την αξία των ακινήτων και προσελκύουν ζήτηση.
Η μελέτη εξετάζει διεθνή παραδείγματα, κυρίως από την Ευρώπη, επισημαίνοντας τόσο τις δυνατότητες όσο και τα όρια μεταφοράς τους στο ελληνικό πλαίσιο. Χώρες όπως η Αυστρία και η Γαλλία διαθέτουν μακρά παράδοση κοινωνικής στέγασης, ενώ άλλες, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, υιοθέτησαν τα τελευταία χρόνια πιο ενεργές πολιτικές, με περιορισμούς στις αυξήσεις ενοικίων και αξιοποίηση κενών ακινήτων.
Για την Ελλάδα, η μελέτη προτείνει τη δημιουργία ενός κεντρικού κρατικού φορέα για την εφαρμογή Εθνικής Στρατηγικής Στέγασης, τη βελτίωση των μέτρων στήριξης ενοικιαστών, παρεμβάσεις για τη συγκράτηση των αυξήσεων στα ενοίκια, καθώς και την αναβάθμιση προγραμμάτων αξιοποίησης κενών κατοικιών.
Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη για μείωση της γραφειοκρατίας, ενίσχυση της ρευστότητας στην αγορά ακινήτων και στοχευμένες επενδύσεις σε υποδομές, ως μέρος μιας συνολικής απάντησης στη στεγαστική κρίση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου