Το clawback εισήχθη ως προσωρινό μνημονιακό μέτρο το 2012 και παραμένει μέχρι σήμερα.

Γράφει ηΜαρία Τσιλιμιγκάκη
Ήταν τo …σωτήριο έτος 2012 οπότε στο λεξιλόγιο και την ζωή πολλών επαγγελματιών στην Υγεία και το Φάρμακο, μπήκε ο όρος clawback. Η «λύση» των εν πολλοίς αυθαίρετων, κλειστών προϋπολογισμών και της επιστροφής χρημάτων από ιδιώτες, προς το κράτος, εισήχθη ως …προσωρινό μνημονιακό μέτρο. Έκτοτε πέρασαν 13 χρόνια και παραμένει διογκούμενο!
Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Αρχικά το ύψος του δεν ξεπερνούσε το 25%-30% στα φάρμακα, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε άλλες χώρες στη Γηραιά Ήπειρο, αλλά μέχρι το 2016 είχε κλιμακωθεί, ασκώντας ασφυκτικές πιέσεις στους παρόχους Υγείας της χώρας μας (φαρμακευτικές επιχειρήσεις, εργαστηριακούς γιατρούς και άλλους).
Το 2021, με την είσοδο της χώρας στο Ταμείο Ανάκαμψης, έγιναν προσπάθειες για μείωση και αλλαγή των συντελεστών και των ορίων, αλλά η ανακούφιση στους παρόχους δεν ήταν αυτή που χρειαζόταν.
Σήμερα, ασκούνται πιέσεις από κάθε πλευρά: Εντός κι εκτός Ελλάδος, εντός κι εκτός υπουργείου Υγείας (βλέπε από Μαξίμου και Βουλή, ως το υπουργείο Οικονομικών, Επιμελητήρια και Πρεσβείες) ώστε με νομοθετικές παρεμβάσεις να προχωρήσει τουλάχιστον μία γενναία αναμόρφωση του μέτρου.
Σε ό,τι αφορά στο ταμείο Ανάκαμψης, το 9ο και τελευταίο αίτημα επιχορηγήσεων για τη χώρα μας θα είναι ύψους 4,4 δισ. ευρώ και θα συνοδεύεται από το 8ο αίτημα δανείων 5,2 δισ. ευρώ. Συνολικά δηλαδή, 9,6 δισ. ευρώ εκ των οποίων τα 400 εκατ. ευρώ προορίζονται για να μειωθεί το clawback!
Είχαν προηγηθεί μετά το καλοκαίρι προσπάθειες του ΣΦΕΕ και του Pharma Innovation Forum (PIF) ώστε ο αρμόδιος υπουργός (Υγείας) να σταθεί αρωγός στα αιτήματά τους και να περιοριστεί τόσο το νοσοκομειακό clawback όσο και η ανασφάλεια στους επιχειρηματικούς προγραμματισμούς αλλά και η τάση να βγαίνουν νόμοι με αναδρομική ισχύ (!) που διαλύουν τους προϋπολογισμούς των πολυεθνικών και μη, οι οποίες δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα.
Χαρακτηριστική ήταν η συνάντηση που έλαβε χώρα τη Δευτέρα 3 Νοεμβρίου του υπουργού Υγείας, Αδώνιδος Γεωργιάδη, με πάνω από 45 συμμετέχοντες, μεταξύ των οποίων Διευθύνοντες Σύμβουλοι φαρμακευτικών εταιρειών και εκπρόσωποι από όλους τους Φαρμακευτικούς Συνδέσμους. Το κύριο θέμα που συζητήθηκε ήταν οι συνολικές επιστροφές των νοσοκομείων για το δεύτερο εξάμηνο του 2024 που εκτιμώνται σε πάνω από 75% για ορισμένες κατηγορίες φαρμάκων, με τιμή άνω των 30 ευρώ, ενώ αναμενόταν να κυμανθούν γύρω στο 69%.
Ο υπουργός υποσχέθηκε επιπλέον 15 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που βέβαια δεν επαρκεί, καθώς μειώνει το ποσοστό των επιστροφών από 75% σε μόλις 73%. Αλλά πάντως, εκλήφθηκε ως άλλη μία κίνηση καλής θελήσεως από τον κ. Γεωργιάδη.
Με απλά λόγια για το μέτρο και τις επιπτώσεις του στους πολίτες
Για να καταλάβει και ο πιο άσχετος με το θέμα, τι συμβαίνει με το clawback: Η Πολιτεία στην αρχή κάθε έτους θέτει ένα συγκεκριμένο ποσό, έναν κλειστό προϋπολογισμό (χωρίς πρώτα να συζητήσει με τους άμεσα ενδιαφέρομενους), πχ για την φαρμακευτική δαπάνη. Οτιδήποτε άνω αυτού του ποσού, το πληρώνουν οι ιδιώτες! Αν λοιπόν οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις πρέπει να επιστρέψουν το 60% του κέρδους, τότε αυτό σημαίνει ότι πληρώνουν 6 στα 10 φάρμακα των Ελλήνων πολιτών. Ως μη όφειλαν, καθώς οι πολίτες πληρώνουν τον ΕΟΠΥΥ και όχι ιδιωτικές εταιρίες φαρμάκων για την φαρμακευτική τους περίθαλψη!
Οι εταιρίες, από την πλευρά τους, αντιδρούν μη φέρνοντας τα πλέον καινοτόμα κι άρα τα πλέον ακριβά φάρμακα στη χώρα (για σοβαρές παθήσεις) και το κράτος μπαίνει σε ένα φαύλο κύκλο οικονομικής διαρροής μέσω του ΙΦΕΤ που εισάγει φάρμακα με το …κουτί σε πολύ ακριβότερες τιμές. Ενώ και οι πολίτες που έχουν ανάγκη από αυτά τα φάρμακα αντιλαμβάνονται κάποια στιγμή τη δυστοκία στην προμήθεια της σωτήριας θεραπείας τους με καθυστερήσεις και γραφειοκρατία.
(Δείτε παρακάτω γραφήματα της EFPIA από παρουσίαση του ΙΟΒΕ και του ΣΦΕΕ για το 2024).



Τι δείχνει νέα μελέτη
Σύμφωνα με τη μελέτη της IQVIA του 2025 για τη διαθεσιμότητα των καινοτόμων φαρμάκων στη χώρα μας, μόνο ένα στα πέντε καινοτόμα φάρμακα της τελευταίας τετραετίας είναι διαθέσιμο στην ελληνική αγορά… Κι όχι μόνον αυτό, αλλά προβλέπεται ότι σχεδόν τα μισά (49%) από τα νέα καινοτόμα φάρμακα, δεν θα καταστούν πιθανότατα διαθέσιμα για τους Έλληνες ασθενείς στο άμεσο μέλλον.
Προσπάθειες που δεν επαρκούν
Τροπολογία, που κατατέθηκε στη Βουλή, επεκτείνει το καθεστώς απαλλαγών όχι μόνο στις μητρικές εταιρείες αλλά πλέον και στις θυγατρικές ή συνδεδεμένες επιχειρήσεις παραγωγής φαρμάκων με έδρα την Ελλάδα, εφόσον οι μητρικές τους πληρούν τις προϋποθέσεις συμψηφισμού. Αυτό σημαίνει ότι περισσότερες εταιρείες θα μπορούν να επιστρέφουν μικρότερα ποσά στο Δημόσιο, εφόσον εμφανίζουν δαπάνες που θεωρούνται «επενδύσεις» (επενδυτικό clawback που εισήχθη ως ιδέα από τη νυν υπουργό Υγείας και επωφελούνται αυτού ήδη εταιρείες ελληνικών συμφερόντων).
Τα ποσά του clawback θα συμψηφίζονται με δαπάνες που αφορούν είτε έρευνα και ανάπτυξη (R&D), είτε επενδυτικά σχέδια για νέα προϊόντα, υπηρεσίες ή γραμμές παραγωγής.
Εν τω μεταξύ όμως, η αγορά του φαρμάκου βρέθηκε σε μεγάλη αναταραχή όταν τα σημειώματα του ΕΚΑΠΥ για το clawback πρώτου εξαμήνου του 2024, έφτασαν με το ποσό επιστροφής να ανέρχεται στο 79,8%, όταν το υπουργείο είχε υποσχεθεί να φτάσει οριακά στο 69%.
Όπως ανακοίνωσε το PhARMA Innovation Forum (PIF), τα επίσημα στοιχεία της Εθνικής Κεντρικής Αρχής Προμηθειών Υγείας, τα οποία σημειωτέων κοινοποιήθηκαν με πάνω από 1 έτος καθυστέρηση στις εταιρείες, καταγράφουν νοσοκομειακό clawback για τα φάρμακα άνω των 30 ευρώ στο 79,8% για το πρώτο εξάμηνο του 2024, έναντι του 83% που ήταν την ίδια περίοδο το 2023. Όπως αναφέρουν οι εκπρόσωποι του PIF, πρόκειται για μια οριακή πτώση, πολύ μακριά από την πρόβλεψη για 69% που το ίδιο το υπουργείο Υγείας επαναλάμβανε τους τελευταίους μήνες.
«Κοιτώντας μπροστά: Ένας οδικός χάρτης για τη φαρμακευτική πολιτική στην Ελλάδα»
Ο Γιώργος Κουρέπης, Director στην ομάδα Strategy της Deloitte, παρουσίασε πριν δύο εβδομάδες τη μελέτη «Κοιτώντας μπροστά: Ένας οδικός χάρτης για τη φαρμακευτική πολιτική στην Ελλάδα» που διεξήχθη σε συνεργασία με τον ΣΦΕΕ. H μελέτη αποτελεί τη συνέχεια της αντίστοιχης της Deloitte του 2020 και φιλοδοξεί να προσφέρει έναν ολοκληρωμένο οδικό χάρτη για τον μετασχηματισμό του φαρμακευτικού συστήματος της Ελλάδας, με στόχο τη βελτίωση της βιωσιμότητας, τη διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης των ασθενών στις θεραπείες που έχουν ανάγκη και την ευθυγράμμιση με τα διεθνή πρότυπα.
Όπως αναφέρουν οι υπεύθυνοι διεξαγωγής, η χρηματοδότηση της φαρμακευτικής δαπάνης στην Ελλάδα έχει εγκλωβιστεί σε ένα φαύλο κύκλο που άρχισε από την είσοδό μας στα μνημόνια και που οδηγεί σε μία σειρά από παραδοξότητες. Ο περιορισμένος έλεγχος ζήτησης διαιωνίζει ένα μη-αποδοτικό, από πλευράς κόστους, μείγμα, αυξάνοντας τη συνολική δαπάνη. Παράλληλα, η δημόσια χρηματοδότηση δεν ακολουθεί τον ρυθμό αύξησης της συνολικής δαπάνης, οδηγώντας σε αυξημένες επιστροφές. Με δεδομένο το σταθερό δημοσιονομικό πλαίσιο που παρέχει ο μηχανισμός των επιστροφών, η Πολιτεία δεν έχει ισχυρό κίνητρο να προωθήσει μέτρα για τον έλεγχο της συνολικής δαπάνης.
Ο κ. Κουρέπης, αναλύοντας τα παράδοξα του συστήματος στη χώρα μας, ανέφερε ότι η Ελλάδα παρουσιάζει τα υψηλότερα επίπεδα επιστροφών, ενώ έχει από τις χαμηλότερες τιμές πρωτοτύπων στην Ευρώπη. Παρά τις αυξήσεις στη δημόσια δαπάνη τα τελευταία χρόνια, τα επίπεδα επιστροφών εξακολουθούν να έχουν ανοδική τάση. Ενώ οι κανόνες τιμολόγησης μεταξύ καναλιών διανομής είναι κοινοί, υπάρχουν σημαντικές διακυμάνσεις στα επίπεδα επιστροφών. Τα κόστη κοινωνικών και προνοιακών πολιτικών δημιουργούν αυξημένη δαπάνη που καλύπτεται από τη βιομηχανία. Η πολυπλοκότητα, τέλος, ενισχύεται με την προσθήκη καναλιών και εξαιρέσεων, σε αντίθεση με τις ευρωπαϊκές τάσεις (2 κανάλια διανομής στα περισσότερα κράτη).
Παράλληλα, η Ελλάδα καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει μία σειρά από διεθνείς προκλήσεις, τη στιγμή που η κατά κεφαλήν δημόσια χρηματοδότηση υπολείπεται σημαντικά συγκρίσιμων αγορών. Από το 2020 έως το 2022, η Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση συνολικής δαπάνης (22%) και τη μικρότερη αύξηση δημόσιας δαπάνης (5%) σε κατά κεφαλήν όρους, συγκρινόμενη με τις νότιες και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οι παγκόσμιες πιέσεις στην καινοτομία και οι αλλαγές στις επενδυτικές προτεραιότητες, ο ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας και Ευρώπης, οι πιέσεις τιμών από τις ΗΠΑ κλπ. θέτουν σημαντικές προκλήσεις στη βιωσιμότητα της φαρμακευτικής καινοτομίας που πρέπει να λάβουμε υπόψη.
Για να ισορροπηθεί το σύστημα θα πρέπει να τεθεί ένας διττός στόχος (συγκράτηση συνολικής δαπάνης και αύξηση δημόσιας χρηματοδότησης) με ταυτόχρονη εισαγωγή ενός μηχανισμού συνυπευθυνότητας για τη διαχείριση των αποκλίσεων.
Καταρχήν είναι απαραίτητο να συγκρατηθεί η αύξηση της δαπάνης και το σύστημα να επιστρέψει σε μια πιο ορθολογική χρηματοδότηση, ενώ θα πρέπει να υπάρξουν δράσεις και χρηματοδοτικές ενέσεις για τη διαχείριση του χρηματοδοτικού κενού που προκύπτει. Αν δεν υπάρξει διαχείριση στη δαπάνη, αυτή μπορεί να φτάσει τα €10,5 δισ. έως το 2028. Απαιτείται σταδιακός επαναπροσδιορισμός της δημόσιας επένδυσης στο φάρμακο, στο επίπεδο των χωρών της Νότιας Ευρώπης, καθώς, όπως καταδεικνύει η μελέτη της Deloitte, το χρηματοδοτικό κενό θα ανέλθει σε €1,5 δισ. έως το 2028, εκ των οποίων τα €0,8 δισ. θα μπορούσαν να αφορούν πρόσθετη χρηματοδότηση και τα €0,7 δισ. να προέλθουν από μεταρρυθμίσεις για καλύτερο έλεγχο της δαπάνης.
Ταυτόχρονα θα πρέπει να μειωθούν οι υποχρεωτικές επιστροφές (clawback & rebates). Ένας ρεαλιστικός και εφικτός στόχος είναι να επιστρέψουμε σε ποσοστό ~40% επιστροφές, στα επίπεδα δηλαδή του 2020, που αποτέλεσε τη βάση για το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Τέλος, αν δεν ληφθούν και δεν υλοποιηθούν δομικά μέτρα άμεσα, η φαρμακευτική δαπάνη θα οδηγηθεί σε μη βιώσιμα επίπεδα με ό,τι συνέπειες θα έχει αυτό για τον κλάδο, αλλά και κυρίως για την πρόσβαση των ασθενών στις θεραπείες τους.
Οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις διαρθρώνονται γύρω από τρεις στρατηγικούς άξονες, οι οποίοι συνολικά, συνθέτουν έναν συνεκτικό οδικό χάρτη για την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων αυτών:Κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού.
Έλεγχος της δαπάνης / Εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων.
Ενίσχυση πρωτοβάθμιας φροντίδας και εστίαση στην πρόληψη.
Ο μετασχηματισμός του φαρμακευτικού συστήματος είναι αναγκαίος για τη μετάβαση από μια συνθήκη, κατά την οποία όλοι οι συμμετέχοντες χάνουν, σε ένα σύστημα με βάση την αξία, όπου όλοι οι ενδιαφερόμενοι επωφελούνται.
Γνώμες και προτάσεις από τους άμεσα ενδιαφερόμενους
Το iEidiseis, με αφορμή το νέο έτος, το 13ο συναπτό με το …προσωρινό clawback, ζήτησε τη γνώμη και τις προτάσεις εκπροσώπων της φαρμακοβιομηχανίας αλλά και των γιατρών που έχουν εργαστήρια και υπόκεινται σε εξοντωτικό clawback, για αυτά που πρέπει να συμβούν ώστε να μην δούμε τον πάτο του βαρελιού…
Παύλος Θωμαΐδης, Ιατρός Βιοπαθολόγος, μέλος ΔΣ ΠΟΕΡΓΙ, Γενικός Γραμματέας Συνομοσπονδίας Ιδιωτών Ιατρών Ελλάδας, μέλος της γενικής συνέλευσης του ΠΙΣ, μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Κορινθίας

«Ευχόμαστε ο νέος χρόνος να φέρει δημοκρατία και δικαιοσύνη στην υγεία: να σταματήσει η απλήρωτη εργασία και να αποκατασταθεί η στοιχειώδης ισορροπία στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.
Το υπουργείο Υγείας δεν έχει καταφέρει να λύσει το πρόβλημα του clawback όπως όφειλε, παρότι οι αιτίες του είναι γνωστές. Αντιθέτως, με λογιστικά τεχνάσματα παρουσιάζεται μια «μείωση» του clawback στα χαρτιά, χωρίς αντίστοιχη ελάφρυνση στην πραγματική επιβάρυνση των εργαστηρίων, τα οποία λειτουργούν ήδη στο όριό τους.
Παράλληλα, το υπουργείο Οικονομικών δεν έχει διευθετήσει το τεχνητό και υπέρογκο χρέος που κρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τον κλάδο, επίσης ενώ γνωρίζει το πρόβλημα και τα αίτιά του. Δεν πρόκειται για «δικό μας» χρέος: Αφορά εξετάσεις Ελλήνων ασφαλισμένων και αποτελεί στην πράξη επιστροφή δεδουλευμένων που μετατρέπονται σε ανεξόφλητη υποχρέωση.
Αν συνεχιστεί αυτή η πολιτική, το κόστος θα μετακυλιστεί στον ασθενή: δυσκολότερη πρόσβαση, καθυστερήσεις, συγκέντρωση της αγοράς και μεγαλύτερη ιδιωτική επιβάρυνση. Οι λύσεις είναι γνωστές: ρεαλιστική χρηματοδότηση των εργαστηριακών εξετάσεων και καθολική εφαρμογή πρωτοκόλλων ορθής συνταγογράφησης για πραγματικό έλεγχο της δαπάνης.
Πλέον, το ζήτημα είναι κεντρικό κυβερνητικό. Μόνο στο επίπεδο του Πρωθυπουργού μπορεί να δοθεί οριστική λύση».
Λαμπρίνα Μπαρμπετάκη, Πρόεδρος του Pharma Innovation Forum, A’ αντιπρόεδρος του Ελληνο- Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, πρόεδρος της Επιτροπής Φαρμακευτικών Εταιριών του Ελληνο- Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της AbbVie Ελλάδας, Κύπρου και Μάλτας

«Το clawback παραμένει σήμερα ένας μηχανισμός που, αντί να διορθώνει στρεβλώσεις, περιορίζει την πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες και επιβαρύνει δυσανάλογα τις εταιρείες που επενδύουν στην καινοτομία. Αυτή η υπερβολική πίεση δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα∙ είναι ουσιαστικό εμπόδιο για τη λειτουργία ενός σύγχρονου συστήματος Υγείας στην Ελλάδα. Και οι ασθενείς δεν μπορούν να περιμένουν: κάθε καθυστέρηση σημαίνει μια χαμένη ευκαιρία για θεραπεία που μπορεί να βελτιώσει –ή και να σώσει– ζωές.
Η πραγματικότητα είναι ξεκάθαρη. Η Ευρώπη συνολικά κινείται πιο αργά από τους διεθνείς ανταγωνιστές της στην καινοτομία, και η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη πιο πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό δεν είναι απλώς συγκριτικό μειονέκτημα∙ είναι εμπόδιο για την ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών σε φάρμακα που κάνουν τη διαφορά. Σε μια εποχή που η ιατρική πρόοδος επιταχύνεται, δεν είναι αποδεκτό οι Έλληνες ασθενείς να έχουν πρόσβαση σε λιγότερο από το μισό των νέων θεραπειών που κυκλοφορούν στην Ευρώπη ή να αντιμετωπίζουν υπέρμετρες καθυστερήσεις για εκείνες που τελικά αποζημιώνονται.
Το 2026 πρέπει να είναι χρονιά αποφάσεων. Να σταθεροποιηθεί το οικονομικό πλαίσιο και να διασφαλιστεί η απαραίτητη προβλεψιμότητα για τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις, μέσα από ένα περιβάλλον συνεργασίας με την Πολιτεία—η οποία οφείλει να αναλάβει ουσιαστικές, μετρήσιμες δεσμεύσεις και πρωτοβουλίες. Συνεπώς, είναι κρίσιμη η ολοκλήρωση κομβικών μεταρρυθμίσεων: το Ταμείο Μεταβατικής Αποζημίωσης, η αξιοποίηση των δεδομένων υγείας και η λειτουργία ενός σύγχρονου, δίκαιου συστήματος αξιολόγησης που να αντικατοπτρίζει την πραγματική αξία των θεραπειών.
Η Ελλάδα πρέπει να επιλέξει σε ποια πλευρά της ιστορίας θα βρεθεί: θα απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο από την καινοτομία ή θα κάνει τη στροφή προς μια φαρμακευτική πολιτική που διασφαλίζει ισότιμη πρόσβαση για όλους τους ασθενείς, με την υγεία και την ποιότητα ζωής τους στο επίκεντρο.
Οι αποφάσεις που θα ληφθούν θα καθορίσουν το μέλλον της καινοτομίας στη χώρα».
Σπύρος Φιλιώτης, Αντιπρόεδρος ΣΦΕΕ και αναπληρωματικός υπεύθυνος Αποζημίωσης, ΗΤΑ, Διαπραγμάτευσης και Φαρμακευτικής Δαπάνης- Αντιπρόεδρος & Γενικός Διευθυντής Φαρμασέρβ-Λίλλυ

«Στην καθημερινότητά μας όλοι θεωρούμε ότι η υγεία μας είναι πάνω από όλα. Τι συμβαίνει όμως στην πράξη;
Τα τελευταία χρόνια γίνεται μία αξιοσημείωτη προσπάθεια να υλοποιηθούν στην Ελλάδα για πρώτη φορά προγράμματα πρόληψης και έγκαιρης διάγνωσης σοβαρών ασθενειών, να προχωρήσει ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός του συστήματος υγείας και η αναβάθμιση των υποδομών των νοσοκομείων της χώρας με χρηματοδότηση από το ταμείο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας.
Παρόλα αυτά, η χώρα μας εξακολουθεί να επενδύει λιγότερα για την υγεία ανά κάτοικο και ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, τόσο στη συνολική δαπάνη όσο και στη δημόσια χρηματοδότηση.
Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη παραμένει σχεδόν στάσιμη επί σειρά ετών και σαφώς χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι ανάγκες των πολιτών αυξάνονται με τη γήρανση του πληθυσμού, αλλά το σύστημα χρηματοδοτείται σαν να βρισκόμαστε ακόμη στην περίοδο της κρίσης.
Την ίδια στιγμή, το clawback έχει εκτροχιαστεί σε ποσοστά που ξεπερνούν το 75% στα νοσοκομειακά φάρμακα και το 60% στον ΕΟΠΥΥ. Και αυτό φαίνεται σε πολλούς ως ένα θέμα που αφορά μόνο τη φαρμακευτική βιομηχανία και τη βιωσιμότητά της, που σαφώς διακυβεύεται.
Ωστόσο, μία τέτοια άποψη είναι παντελώς παραπλανητική. Η υποχρηματοδότηση του φαρμάκου αφορά πρωτίστως τους ασθενείς, δηλαδή δυνητικά τον καθένα από εμάς.
Η επιτάχυνση της βιοϊατρικής έρευνας δίνει τη δυνατότητα πρωτοποριακών θεραπειών που μπορούν να αλλάξουν τη ζωή των ασθενών ή να δώσουν ελπίδα εκεί που πριν δεν υπήρχε.
Το περιβάλλον στην Ελλάδα όμως, δεν είναι ούτε προβλέψιμο ούτε φιλικό στην καινοτομία, με αποτέλεσμα οι ασθενείς, πολλές φορές, να λαμβάνουν μια νέα θεραπεία μήνες ή χρόνια αργότερα από τους ασθενείς άλλων χωρών της ΕΕ. Από τις νέες θεραπείες που εγκρίθηκαν ευρωπαϊκά την περίοδο 2020–2023, μόλις το 25% είναι πλήρως διαθέσιμες σήμερα στην Ελλάδα ενώ ένα ποσοστό γύρω στο 55% των νέων φαρμάκων δεν έχουν πάρει έγκριση ενώ 18% διατίθεται υπό περιορισμούς.
Ταυτόχρονα και στις κλινικές μελέτες, τα κίνητρα είναι ελλιπή, οι διαδικασίες που θα άρουν τα εμπόδια κινούνται πολύ αργά και το αποτέλεσμα είναι πάλι σε βάρος των ασθενών που στερούνται τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση σε καινοτόμα φάρμακα, όταν αυτές τελικά δεν πραγματοποιούνται στην Ελλάδα αλλά σε άλλους προορισμούς.
Η βελτίωση της υγείας του πληθυσμού της χώρας μας απαιτεί συνολικό στρατηγικό σχεδιασμό (για την πρόληψη, έγκαιρη διάγνωση, πρόσβαση σε θεραπείες κτλ), την ανεύρεση πόρων για επαρκή χρηματοδότηση και την ενίσχυση όλων εκείνων των θεσμών που θα φροντίσουν ώστε οι πόροι να διατεθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Μα πάνω από όλα χρειάζεται να είναι η υγεία υψηλή προτεραιότητα της Πολιτείας, και μία πραγματική επένδυση στο μέλλον της χώρας».
Χρήστος Σωτηρίου, Ταμίας ΣΦΕΕ, Αντιπρόεδρος Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος, Win Medica

«Το clawback αποτέλεσε σε μια εξαιρετικά δύσκολη δημοσιονομική περίοδο, ένα αναγκαίο εργαλείο για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης πρόσβασης των ασθενών στο φάρμακο και της συνολικής σταθερότητας του Συστήματος Υγείας. Ωστόσο, σήμερα, καθώς οι ανάγκες περίθαλψης αυξάνονται και το περιβάλλον γίνεται ολοένα πιο σύνθετο και απαιτητικό, καθίσταται σαφές ότι απαιτείται μια πιο ισορροπημένη και μακροπρόθεσμα βιώσιμη προσέγγιση.
Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, στρατηγικός στόχος της φαρμακοβιομηχανίας πρέπει να είναι η σταδιακή, προβλέψιμη και θεσμικά κατοχυρωμένη αποκλιμάκωση του clawback, μέσα από ουσιαστική συνεργασία με την Πολιτεία και την υλοποίηση στοχευμένων μεταρρυθμίσεων. Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία έχει αποδείξει στην πράξη ότι μπορεί να λειτουργεί ως σταθερός και αξιόπιστος εταίρος του δημόσιου συστήματος, συμβάλλοντας ουσιαστικά τόσο στη συγκράτηση της φαρμακευτικής δαπάνης όσο και στη διασφάλιση της επάρκειας της αγοράς. Μέσα από ποιοτικές και οικονομικά αποδοτικές θεραπείες, στηρίζουμε καθημερινά την πρόσβαση των ασθενών, ενώ ταυτόχρονα συμβάλλουμε στη δημιουργία του αναγκαίου δημοσιονομικού χώρου για την ένταξη της καινοτομίας. Ωστόσο, η μακροχρόνια και συστηματική μετακύλιση της υπέρβασης της δαπάνης στις επιχειρήσεις περιορίζει την επενδυτική δυνατότητα του κλάδου και αναστέλλει την περαιτέρω ενίσχυση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας.
Η ουσιαστική μείωση του clawback μπορεί να επιτευχθεί μέσα από ρεαλιστικούς και επαρκώς χρηματοδοτημένους προϋπολογισμούς, την ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου της ζήτησης, την πλήρη αξιοποίηση των θεραπευτικών πρωτοκόλλων και την προώθηση οικονομικά αποδοτικών θεραπευτικών επιλογών. Παράλληλα, η διαμόρφωση ενός σταθερού και προβλέψιμου πλαισίου κινήτρων για επενδύσεις στην έρευνα και την παραγωγή μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά, τόσο για το Σύστημα Υγείας όσο και για την εθνική οικονομία.
Με αμοιβαία εμπιστοσύνη, σαφείς κανόνες και κοινό στόχο, μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα βιώσιμο και ανθεκτικό φαρμακευτικό περιβάλλον, προς όφελος των ασθενών και της χώρας».
Δρ Ιουλία Τσέτη, πρόεδρος & CEO του Ομίλου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Τσέτη, φαρμακοποιός MSc

«Σε ένα ανταγωνιστικό παγκόσμιο περιβάλλον διαρκών και απρόβλεπτων προκλήσεων, η φαρμακοβιομηχανία αποτελεί έναν αξιόπιστο και στιβαρό κλάδο που στηρίζει υποδειγματικά εδώ και χρόνια, όχι μόνο την οικονομία, την έρευνα, την αγορά εργασίας αλλά και την κοινωνία.
Τα τελευταία χρόνια ο κλάδος βίωσε τεράστιο όγκο φόρων και υποχρεωτικών επιστροφών, συχνά ανυπέρβλητων, με αποτέλεσμα πολλές επιχειρήσεις να σταματήσουν να επενδύουν και να σχεδιάζουν απρόσκοπτα το αναπτυξιακό τους μέλλον.
Αυτό που χρειαζόμαστε άμεσα, είναι μία δίκαιη χρηματοδότηση – καθώς ο κλάδος βιώνει σοβαρότατο και χρόνιο πρόβλημα υποχρηματοδότησης με τις ανάγκες των πολιτών να μεγαλώνουν, καθώς τόσο το προσδόκιμο επιβίωσης όσο και τα χρόνια νοσήματα αυξάνονται. Το clawback & το rebate- μνημονιακά μέτρα, δυστυχώς εξακολουθούν να ταλανίζουν τις επιχειρήσεις, στερώντας πολλές φορές πολύτιμους πόρους από την ανάπτυξη και την εξωστρέφεια των επιχειρήσεων.
Η φαρμακευτική δαπάνη στη χώρα μας το 2019 ανήλθε σε 5,3 δις ευρώ με υποχρεωτικές επιστροφές κάτω από 40%. Σύμφωνα με μελέτη της Deloitte, η Ελλάδα καταγράφει τα μεγαλύτερα επίπεδα επιστροφών στην Ευρώπη. Το 2023 η φαρμακευτική δαπάνη ανήλθε σε 7, 3 δις ευρώ με τις επιστροφές να έχουν ξεπεράσει το 50%. Η χρηματοδότηση της φαρμακευτικής δαπάνης στην Ελλάδα έχει εγκλωβιστεί σε ένα φαύλο κύκλο που άρχισε από την είσοδό μας στα μνημόνια και που οδηγεί σε μία σειρά από παραδοξότητες, παρά το γεγονός ότι υπάρχει σήμερα στη χώρα ένα σταθερό δημοσιονομικό πλαίσιο. Παράλληλα, η δημόσια χρηματοδότηση δεν ακολουθεί τον ρυθμό αύξησης της συνολικής δαπάνης, οδηγώντας σε αυξημένες επιστροφές.
Πρέπει να υπάρχει ένα όριο στις υποχρεωτικές εισφορές, που είναι το clawback και το rebate, ενώ θα πρέπει να τρέξουν γρήγορα, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που έχουν ανακοινωθεί από την ηγεσία του υπ. Υγείας (όπως κλειδωμένα θεραπευτικά πρωτόκολλα, ψηφιακός φάκελος ασθενούς, μητρώα ασθενών, αύξηση της διείσδυσης των γενοσήμων, καθώς και η υιοθέτηση νέων μοντέλων αξιολόγησης και αποζημίωσης των νέων θεραπειών) μαζί με την επιτάχυνση των διαδικασιών έγκρισης νέων φαρμάκων στα εθνικά συστήματα τιμολόγησης και σύντομες ρυθμιστικές διαδικασίες.
Θα πρέπει να αναφερθούμε και στο θετικό της γενναίας παρέμβασης του επενδυτικού clawback που βοήθησε να αρθεί ένα μεγάλο βάρος από τις επιχειρήσεις, ωστόσο χρειάζονται ακόμη πιο δυναμικές παρεμβάσεις.
Εάν δρομολογηθούν όλα τα παραπάνω, και υπάρξει σταδιακά ελάφρυνση του clawback, τότε το όφελος αυτό θα μετακυληθεί στους ίδιους τους ασθενείς και στους Έλληνες πολίτες.
Το δημόσιο συμφέρον όλων μας είναι να μην στερηθεί κανείς τη θεραπεία του, η οικονομία να συνεχίσει να οικοδομεί την ανταγωνιστικότητά της και αυτό γίνεται μόνο μέσα από συνεχόμενες επενδύσεις στην έρευνα και στην καινοτομία, μέσα από συμμαχίες της βιομηχανίας με την Ακαδημαϊκή κοινότητα και τα πανεπιστήμια- βήματα, που θα μας οδηγήσουν στη νέα εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, της αριστείας και της προόδου».
Κυριάκος Μπερμπεριάν, Μέλος Δ.Σ. ΣΦΕΕ , Γενικός Διευθυντής GENESIS Pharma Ελλάδας, Κύπρου, Μάλτας

«Το clawback αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για τη βιωσιμότητα του φαρμακευτικού συστήματος και την πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες. Τα τελευταία χρόνια, η συνολική φαρμακευτική δαπάνη αυξάνεται με διψήφιο ρυθμό, ενώ οι περιορισμένες ενισχύσεις κρατικής χρηματοδότησης, δεν επαρκούν για να καλύψουν αυτή την αύξηση, με αποτέλεσμα η κρατική συμμετοχή στη δαπάνη να μειώνεται σταθερά. Σε δαπάνη €8,5 δις για το 2024, το κράτος κάλυψε μόλις το 36%, ενώ η βιομηχανία επωμίστηκε πάνω από το 50% μέσω επιστροφών/clawback. Στα νοσοκομειακά φάρμακα η εικόνα είναι ακόμη πιο δυσμενής, καθώς σχεδόν οκτώ στα δέκα φάρμακα να καλύπτονται από τον κλάδο μας.
Σήμερα, η χώρα μας καταγράφει τα υψηλότερα επίπεδα επιστροφών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Για να μεταστραφεί αυτή η κατάσταση, απαιτείται σταδιακή γεφύρωση του χρηματοδοτικού κενού μέσω ενός βιώσιμου μοντέλου χρηματοδότησης, το οποίο θα προβλέπει ρεαλιστική αναπροσαρμογή του κρατικού προϋπολογισμού ώστε να καλύπτει με μεγαλύτερη επάρκεια τις πραγματικές ανάγκες, καθορισμό ανώτατου ποσοστού υποχρεωτικών επιστροφών που δεν θα ξεπερνά το 40% — στα επίπεδα δηλαδή του 2020, που αποτέλεσε τη βάση για το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας — καθώς και συνυπευθυνότητα στη διαχείριση των αποκλίσεων.
Παράλληλα, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ένα αξιόπιστο πλαίσιο ελέγχου και αποδοτικότητας στη συνταγογράφηση, που θα προάγει ορθολογικό μείγμα συνταγογράφησης και βέλτιστη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων, συμβάλλοντας στη συγκράτηση του ρυθμού αύξησης της φαρμακευτικής δαπάνης. Η έναρξη του ηλεκτρονικού φακέλου ασθενούς πριν από λίγους μήνες αποτελεί ένα σημαντικό βήμα. Εξίσου κρίσιμη είναι η εφαρμογή δεσμευτικών θεραπευτικών πρωτοκόλλων, η ενεργοποίηση των φίλτρων SPC στη συνταγογράφηση, η ολοκληρωμένη θέσπιση μητρώων ασθενών και η ηλεκτρονική συνταγογράφηση στα νοσοκομεία, μέτρα που πρέπει να προχωρήσουν με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Σε μια προσπάθεια εξορθολογισμού, μεγιστοποίησης της αποτελεσματικότητας και ενίσχυσης της διαφάνειας του συστήματος, είναι απαραίτητη η συνδυαστική αξιοποίηση πραγματικών δεδομένων και ψηφιακών εργαλείων καθολικά».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου