Τρίτη, Φεβρουαρίου 24, 2026

Διαρκές σκάνδαλο: Το «αόρατο χρέος» των 12 δισ. από την αναβαλλόμενη φορολογία για τις τράπεζες Ενώ οι τέσσερις τράπεζες μοιράζουν κέρδη και μερίσματα συνεχίζουν να «χρωστούν» 12 δισ. από κρατική στήριξη.


 


Γιάννης Κέυνς 


Πανηγυρικές ανακοινώσεις ετοιμάζονται να κάνουν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες στο τέλος της εβδομάδα για να παρουσιάσουν τα κέρδη του 2025, τα οποία θα κυμανθούν περίπου στα 5 δισ. Ευρώ.
Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.

Η Εθνική, η Πειραιώς, η Eurobank και η Alpha Bank έχουν ήδη ανεπίσημα προαναγγείλλει τα μεγέθη της κερδοφορίας αλλά και τη διανομή περίπου των μισών κερδών στους μετόχους με μερίσματα γύρω στα 2,3 δισ. ευρώ, -τα οποία διαφεύγουν κατά 85% στο εξωτερικό.


Οι τράπεζες διαφημίζουν την εικόνα αυτή ως απόδειξη της επαναφοράς του τραπεζικού συστήματος στην «κανονικότητα» αλλά και των επιτυχημένων χειρισμών των χρυσοπληρωμένων διοικήσεών τους.

Η υπόθεση όμως μοιάζει με σουρεαλιστικό πίνακα, αφού σε πρώτο πλάνο εμφανίζονται κέρδη και μερίσματα, αλλά αυτά έχουν προέλθει από πρακτικές καρτέλ, ενώ η ίδια η λειτουργία των τεσσάρων τραπεζών βασίζεται σε κρατική στήριξη και ευνοϊκές έως χαριστικές ρυθμίσεις από την Πολιτεία η οποία καλύπτει κενά δισεκατομμυρίων ευρώ στους ισολογισμούς.

Με όρους οικονομικής λογικής και προστασίας του Δημοσίου, αλλά και με καθαρά καπιταλιστικούς όρους, είναι βαθιά προβληματικό ότι οι συστημικές τράπεζες διανέμουν μέρισμα και μάλιστα ετοιμάζονται να αυξήσουν τα ποσοστά χρηματικών διανομών, από τη στιγμή που το 40-50% από τα εποπτικά κεφάλαια τα οποία υποχρεούνται να κατέχουν είναι «αέρας». Ακόμη κι αν αυτό τυπικά επιτρέπεται από τους ευρωπαϊκούς κανόνες και εγκρίνεται από τις εποπτικές αρχές.

Ακόμη και το έγκυρο και συνήθως συντηρητικό ΚΕΠΕ γράφει σχετικά ότι: «Είναι σαφές ότι απαιτείται ισορροπία ανάμεσα στη μερισματική πολιτική (ιδίως όταν αυτή είναι γαλαντόμος) και στην απόσβεση των DTCs».


Πρόκειται για την αναβαλλόμενη φορολογία (DTC), δηλαδή φόρους από μελλοντικά κέρδη, τα οποία οι συστημικές τράπεζες μπορούν να λογίζουν ως εποπτικό κεφάλαιο. Είναι μια χαριστική ρύθμιση, καθαρή κρατική στήριξη, η οποία αιτιολογήθηκε από την ανάγκη να ανασυγκροτηθεί το τραπεζικό σύστημα επειδή χτυπήθηκε από την κρίση και το κούρεμα (PSI) των ελληνικών κρατικών ομολόγων που είχαν οι τράπεζες στην κατοχή τους το 2012.

Είναι ένα «αόρατο» χρέος των τραπεζών, το οποίο «αναγνωρίζεται» λογιστικά (αποσβέννυται ή εξοφλείται σταδιακά, κατά κάποιον τρόπο), κάθε φορά που πληρώνουν τον φόρο επί των κερδών.

Στην πραγματικότητα, ακόμα κι αν οι συστημικές τράπεζες δεν έχουν κέρδη προς φορολόγηση , για να συμψηφίσουν τον αναβαλλόμενο φόρο στο μέλλον, η απαίτηση είναι εγγυημένη από το Δημόσιο και για το λόγο αυτό υπολογίζεται ως εποπτικό κεφάλαιο.

Η αναβαλλόμενη φορολογία χρησιμοποιήθηκε για τις συστημικές τράπεζες προκειμένου να καταφέρουν να παρουσιάσουν εποπτικά κεφάλαια τα οποία θα καλύπτουν τα όρια και τις προδιαγραφές που έχει θεσπίσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τη λειτουργία των τραπεζών της ευρωζώνης.

Οι κανόνες για τα εποπτικά κεφάλαια έγιναν αυστηρότεροι μετά την κρίση του 2008-2010 ώστε οι τράπεζες να έχουν αποθέματα με τα οποία θα μπορούν να αντιμετωπίσουν κλυδωνισμούς χωρίς να χρειαστεί ξανά κρατική στήριξη, όπως έγινε την περίοδο εκείνη.

 


Στην ουσία, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν από μια «τρύπα» στον ισολογισμό τους από τα εποπτικά κεφάλαια που οφείλουν να διατηρούν για λόγους ασφαλείας και ευστάθειας, η οποία καλύπτεται με τη λογιστική αλχημεία της αναβαλλόμενης φορολογίας και της εγγύησης του ελληνικού Κράτους.

Ο προβληματισμός είναι διπλός: αφενός η ποιότητα των κεφαλαίων των συστημικών τραπεζών είναι φτωχή, αφετέρου είναι αντι-οικονομικό και αντιανταγωνιστικό οι συστημικές τράπεζες να αποζυμούν καταναλωτές και δανειολήπτες για να παράγουν κέρδη που φεύγουν στο εξωτερικό, τη στιγμή που βασίζονται στις εγγυήσεις του Κράτους, δηλαδή των φορολογουμένων.

Σήμερα η αναβαλλόμενη φορολογία συνολικά υπολογίζεται σε περίπου 12 δισ. ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν περίπου σε 40-50% των εποπτικών κεφαλαίων των τεσσάρων συστημικών τραπεζών.

Αρχικά, είχε προβλεφθεί ότι σε περίπτωση που οι τράπεζες κάποια χρονιά δεν εμφάνιζαν κέρδη για να πληρώσουν φόρο ώστε να να διαγράψουν λογιστικά την αναβαλλόμενη φορολογία, τότε το Δημόσιο θα αποκτούσε ισόποσες μετοχές. Η ρύθμιση αυτή όμως τροποποιήθηκε το 2021, με αλλαγή μάλιστα του ελληνικού φορολογικού κώδικα και στην ουσία από τη στιγμή εκείνη το ελληνικό Δημόσιο εγγυάται τα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών ακόμα και σε περίπτωση ζημιών χωρίς να αποκτά μετοχές.

Επιπλέον, η αναβαλλόμενη φορολογία αρχικά επρόκειτο να διαγραφεί μέχρι το 2042, αλλά όταν οι τράπεζες αποφάσισαν το 2024 να διανείμουν μέρισμα από τα κέρδη του 2023, για πρώτη φορά μετά από 16 χρόνια, ασκήθηκαν πιέσεις για να επιταχυνθεί η «εξόφληση» των DTC και να μετριαστεί η αρνητική εντύπωση από την προκλητική διανομή μερισμάτων για τον κλάδο.


Έτσι, από το 2024, που οι τράπεζες άρχισαν τις χρηματικές διανομές στους μετόχους, κάθε χρόνο διαγράφεται λογιστικά ένα πρόσθετο ποσό DTC ίσο με το 29% των μερισμάτων.

Η κρατική στήριξη με την αναβαλλόμενη φορολογία, είναι άλλο ένα στοιχείο της προβληματικής λειτουργίας των τεσσάρων συστημικών τραπεζών για την οποία κανείς δεν μιλάει.

Οι συστημικές τράπεζες μοιράζουν πλέον γενναιόδωρα μερίσματα, από τα οποία το 85% διοχετεύεται στο εξωτερικό (όπως έχει ήδη καταγράψει το iEidiseis – ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ), παρόλο που η ίδια η ύπαρξη και η λειτουργία τους βασίζεται στην κρατική στήριξη και σε ειδικές χαριστικές διευκολύνσεις.

Χώρια που τα παραγόμενα κέρδη προκύπτουν από την ζημία των Ελλήνων καταθετών που εισπράττουν ένα από τα χαμηλότερα επιτόκια στην ευρωζώνη αλλά και των Ελλήνων δανειοληπτών που πληρώνουν ένα από τα υψηλότερα επιτόκια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου