
Γράφει οΣωτήρης Χαραλαμπόπουλος
Οι ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ντιουκ, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, όπως έγινε γνωστό την Τετάρτη (25/2), ανέπτυξαν μια μέθοδο για να προβλέπουν εάν ένας ενήλικας μεγαλύτερης ηλικίας θα επιβιώσει τουλάχιστον για δύο ακόμη χρόνια. Η συγκεκριμένη εξέταση αίματος βασίζεται στον εντοπισμό μορίων piRNA στην κυκλοφορία του αίματος και τα ευρήματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στο Aging Cell.
Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ντιουκ, στόχος των επιστημόνων είναι να εντοπίζουν έγκαιρα τους κινδύνους και να καθοδηγούν τις θεραπευτικές στρατηγικές για την προώθηση της υγιούς γήρανσης.
Η Βιρτζίνια Μπάιερς Κράους, καθηγήτρια στις σχολές Ιατρικής, Παθολογίας και Ορθοπεδικής Χειρουργικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ντιουκ και επικεφαλής της μελέτης, δήλωσε τα εξής: «Ο συνδυασμός μερικών μόνο piRNAs ήταν ο ισχυρότερος προγνωστικός δείκτης της διετούς επιβίωσης σε ηλικιωμένους ενήλικες, ισχυρότερος από την ηλικία, τις συνήθειες του τρόπου ζωής ή οποιοδήποτε άλλο μέτρο υγείας που εξετάσαμε. Αυτό που μας εξέπληξε περισσότερο, ήταν ότι αυτό το ισχυρό σήμα προήλθε από μια απλή εξέταση αίματος».
Πώς λειτουργεί η νέα εξέταση αίματος
Η επιστημονική ομάδα ανέλυσε δείγματα αίματος από ενήλικες ηλικίας 71 ετών και άνω και διαπίστωσε ότι τα χαμηλότερα επίπεδα ορισμένων μορίων piRNA συνδέονταν στενά με μεγαλύτερη επιβίωση. Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι αυτά τα μικρά τμήματα RNA ρυθμίζουν την ανάπτυξη, την αναγέννηση και τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Για τη διεξαγωγή της έρευνας χρησιμοποιήθηκαν προηγμένες μέθοδοι αιτιακής τεχνητής νοημοσύνης και μηχανικής μάθησης. Οι επιστήμονες εξέτασαν 187 κλινικούς παράγοντες και 828 διαφορετικά είδη μικρών RNAs σε περισσότερα από 1.200 δείγματα αίματος. Τα δείγματα προήλθαν από μια μεγάλη ομάδα συμμετεχόντων στη Βόρεια Καρολίνα. Τα αποτελέσματα επιβίωσης καθορίστηκαν μέσω της σύνδεσης των συμμετεχόντων με τα εθνικά αρχεία θνησιμότητας των ΗΠΑ.
Η στατιστική μοντελοποίηση αποκάλυψε ότι μια ομάδα έξι συγκεκριμένων piRNAs μπορούσε να προβλέψει τη διετή επιβίωση με ακρίβεια που έφτανε το 86%. Μάλιστα, η επιστημονική ομάδα επιβεβαίωσε τα ευρήματα αυτά και σε μια δεύτερη ανεξάρτητη ομάδα ηλικιωμένων. Οι συμμετέχοντες που έζησαν περισσότερο, είχαν σταθερά χαμηλότερα επίπεδα αυτών των μορίων. Αυτό το μοτίβο εμφανίζεται και σε απλούστερους οργανισμούς, στους οποίους η μείωση αυτών των μορίων μπορεί να παρατείνει τη διάρκεια ζωής.
Ο ρόλος των piRNA στη μακροζωία
Η Βιρτζίνια Μπάιερς Κράους εξήγησε τη σημασία αυτών των μορίων, σημειώνοντας τα εξής: «Γνωρίζουμε πολύ λίγα για τα piRNAs στο αίμα, αλλά αυτό που βλέπουμε είναι ότι τα χαμηλότερα επίπεδα ορισμένων συγκεκριμένων είναι καλύτερα. Όταν αυτά τα μόρια υπάρχουν σε μεγαλύτερες ποσότητες, μπορεί να σηματοδοτούν ότι κάτι στο σώμα είναι εκτός πορείας. Η κατανόηση του γιατί θα μπορούσε να ανοίξει νέες δυνατότητες για θεραπείες που προάγουν την υγιή γήρανση».
Επίσης, η μελέτη συνέκρινε τα piRNAs με γνωστούς δείκτες υγείας. Για την πρόβλεψη της βραχυπρόθεσμης επιβίωσης, τα piRNAs αποδείχθηκαν πιο αποτελεσματικά από την ηλικία, τη χοληστερόλη, τη σωματική δραστηριότητα και περισσότερα από 180 άλλα κλινικά μέτρα. Στην πρόβλεψη της μακροπρόθεσμης επιβίωσης, οι παράγοντες του τρόπου ζωής είχαν μεγαλύτερη επιρροή, ωστόσο τα piRNAs συνέχισαν να παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για την υποκείμενη βιολογία.
Τα επόμενα βήματα της ομάδας περιλαμβάνουν τη μελέτη του κατά πόσο οι αλλαγές στον τρόπο ζωής, οι φαρμακευτικές αγωγές ή οι νέες κατηγορίες φαρμάκων, όπως οι θεραπείες που βασίζονται στο GLP-1, μπορούν να μεταβάλουν τα επίπεδα των piRNA. Επιπλέον, σχεδιάζουν να συγκρίνουν τα επίπεδα piRNA στο αίμα με τα επίπεδα μέσα στους ιστούς.
Η Βιρτζίνια Μπάιερς Κράους κατέληξε λέγοντας τα εξής: «Αυτά τα μικρά RNAs είναι σαν μικροδιαχειριστές στο σώμα, βοηθώντας στον έλεγχο πολλών διαδικασιών που επηρεάζουν την υγεία και τη γήρανση. Μόλις αρχίζουμε να κατανοούμε πόσο ισχυρά είναι. Αυτή η έρευνα υποδηλώνει ότι θα πρέπει να είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε τον βραχυπρόθεσμο κίνδυνο επιβίωσης χρησιμοποιώντας μια πρακτική, ελάχιστα επεμβατική εξέταση αίματος, με τελικό στόχο τη βελτίωση της υγείας καθώς γερνάμε».
Στη μελέτη συμμετείχαν, επίσης, οι Σίσι Μα, Σινέντα Ιφάτ Ναζ, Σιν Ζανγκ, Κρίστοφερ Τζ. Βαν, Μελίσα Σ. Όρενταφ, Γουίλιαμ Ε. Κράους, Στίβεν Σεν, Τζάνετ Λ. Χιούμπνερ, Τσινγκ-Χενγκ Τσου, Έριχ Κάμερφελντ, Χάρβεϊ Τζέι Κόεν και Κωνσταντίνος Φ. Αλιφέρης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου