
Γράφει οΠαναγιώτης Κωνσταντίνου
Ο Ντόναλντ Τραμπ μοιάζει – όλο και περισσότερο – εγκλωβισμένος στον πόλεμο με το Ιράν, μια σύγκρουση με τεράστιο (οικονομικό κα πολιτικό) κόστος, αλλά και χωρίς κάποιο ρεαλιστικό σχέδιο για την επόμενη ημέρα. Όπως εξάλλου είχε προειδοποιηθεί ο Λευκός Οίκος από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, ο στόχος της άμεσης ανατροπής του καθεστώτος αποδείχθηκε αβάσιμος. Οι περισσότεροι στην αμερικανική κοινωνία – αλλά και εξέχουσες φυσιογνωμίες στο εσωτερικό του κινήματος MAGA του Τραμπ – αποδοκιμάζουν τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και οι πιέσεις για αναζήτηση μιας διεξόδου εντείνονται.
Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Παρότι το σενάριο μιας κλιμάκωσης με χερσαία επιχείρηση δεν έχει φύγει από το τραπέζι, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, με μια αιφνιδιαστική κίνηση αποφάσισε να δώσει «χώρο» στη διπλωματία και ανάσα στις αγορές. Λίγο πριν εκπνεύσει το τελεσίγραφο που απηύθυνε στο Ιράν για άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ με την απειλή της ισοπέδωσης των ενεργειακών εγκαταστάσεων, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε το «πάγωμα» των βομβαρδισμών, υποστηρίζοντας ότι Ουάσινγκτον και Τεχεράνη είχαν «πολύ καλές και παραγωγικές» συνομιλίες για τον τερματισμό του πολέμου.
Επίσημα το Ιράν, που απαντώντας στο τελεσίγραφο του Τραμπ είχε προειδοποιήσει για εξίσου σφοδρά χτυπήματα σε ενεργειακές υποδομές «σε ολόκληρη την περιοχή» του Κόλπου και «ανεπανόρθωτη καταστροφή», διέψευσε τις πληροφορίες περί συνομιλιών. Οι βομβαρδισμοί από το Ισραήλ συνεχίζονται, ωστόσο με την κίνησή του ο Ντόναλντ Τραμπ άνοιξε ένα παράθυρο για τερματισμό του πολέμου και το τελευταίο 24ωρο η διπλωματία έχει έρθει στο προσκήνιο, με εκατέρωθεν διαρροές για τους όρους μιας πιθανής ανακωχής.
Ο Τραμπ «κάρφωσε» τον Χέγκσεθ
Λίγο μετά την ανακοίνωσή του για αναβολή των επιθέσεων, ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος εξελέγη δεσμευόμενος να μην εμπλέξει τις ΗΠΑ σε άλλους «ανόητους πολέμους», φάνηκε να επιχειρεί να μεταθέσει την ευθύνη του πολεμικού αδιεξόδου στον υπουργό Πολέμου του, τον Πιτ Χέγκσεθ. Όπως άφησε να εννοηθεί σε δημόσιες δηλώσεις του, αυτός ήταν που τον παρότρυνε να επιτεθεί στο Ιράν, ανοίγοντας το «Κουτί της Πανδώρας» στη Μέση Ανατολή.
Συγκεκριμένα μιλώντας τη Δευτέρα σε συνέδριο στο Τενεσί, ο Τραμπ, αναφερόμενος στις κινήσεις που έκανε λίγο πριν αποφασιστεί η εκστρατεία κατά του Ιράν, δήλωσε: «Κάλεσα πολλούς από τους σπουδαίους ανθρώπους μας… και είπα: “Ας μιλήσουμε. Έχουμε ένα πρόβλημα στη Μέση Ανατολή. Έχουμε μια χώρα γνωστή, το Ιράν που, εδώ και 47 χρόνια, αποτελεί απλώς έναν διακινητή τρομοκρατίας και βρίσκεται κοντά στην απόκτηση πυρηνικού όπλου.”»
Στρέφοντας το βλέμμα του προς τον Χέγκσεθ, που καθόταν στα δεξιά του, πρόσθεσε: «Και Πιτ, νομίζω ότι ήσουν ο πρώτος που μίλησε. Και είπες: “Ας το κάνουμε, γιατί δεν μπορείς να τους αφήσεις να αποκτήσουν πυρηνικό όπλο”». Ο υπουργός Πολέμου, όπως σχολιάζει η Daily Mail, χαμογέλασε αμήχανα, ενώ ο πρόεδρος συνέχισε να μιλά για τις συνεχιζόμενες συνομιλίες με το Ιράν, υποστηρίζοντας ότι «ξεκίνησαν την Κυριακή το βράδυ».
«Νομίζω ότι πάνε πολύ καλά. Θέλουν ειρήνη – έχουν συμφωνήσει ότι δεν θα αποκτήσουν πυρηνικό όπλο, ξέρετε κ.λπ., κ.λπ., αλλά θα δούμε. Πρέπει να ολοκληρωθούν. Αλλά θα έλεγα ότι υπάρχει πολύ καλή πιθανότητα», είπε ο Τραμπ, δίνοντας μια ελπίδα για τερματισμό της σύγκρουσης. Ο Αμερικανός πρόεδρος έσπευσε να προσθέσει ότι το Ισραήλ έχει υπάρξει «εξαιρετικός εταίρος σε αυτή τη μάχη».
Κερδισμένος ο Βανς, χαμένος ο Χέγκσεθ
Οι δηλώσεις του Τραμπ έρχονται καθώς ο διχασμός στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης ενισχύεται και οι διαρροές παρουσιάζουν τον αντιπρόεδρο Τζ. Ντ. Βανς ως το πρόσωπο που εξ αρχής είχε προειδοποιήσει ότι ο πόλεμος στο Ιράν ήταν μια «κακή ιδέα». Οι αποστάσεις που φαίνεται να παίρνει – μέσω δημοσιευμάτων – ενισχύουν το πολιτικό προφίλ του Βανς, ο οποίος παρουσιάζεται και ως πιθανός διάδοχος στην ηγεσία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Αντίθετα ο Πιτ Χέγκσεθ, που επίσης έχει υψηλές πολιτικές φιλοδοξίες, βλέπει τη δημοφιλία του να καταρρέει. Εξάλλου είναι από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του πολέμου με δημόσιες τοποθετήσεις κατά όσων επικρίνουν τη ενέργειες της αμερικανικής κυβέρνησης. Μάλιστα πριν από μερικές ημέρες, σε συνέντευξη Τύπου, κατηγόρησε τα μέσα ενημέρωσης για «Σύνδρομο κατά του Τραμπ».
Ισχυρίστηκε ότι τα αποτελέσματα της εκστρατείας είναι «περίφημα» και δήλωσε πως όσοι εναντιώνονται στον πόλεμο απλώς «θέλουν να αποτύχει ο πρόεδρος Τραμπ». Κατηγόρησε επίσης τους Ευρωπαίους ως «αχάριστους» επειδή δεν στηρίζουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και υποστήριξε ότι «όλος ο κόσμος θα πρέπει να ευχαριστεί τον Τραμπ για τον πόλεμο κατά του Ιράν».
Τον δημοσκοπικό κατήφορο, μαζί με τον Πιτ Χέγκσεθ, έχουν πάρει και άλλα μέλη του υπουργικού συμβουλίου που συνδέονται με τη σύγκρουση. Ο υπουργός Πολέμου, σύμφωνα με δημοσκόπηση των Daily Mail/JL Partners, ο υπουργός Άμυνας είναι πλέον ο πιο αντιδημοφιλής υπουργός, με το ισοζύγιο στην αποδοχή του να κινείται σε υψηλό αρνητικό επίπεδο (-10). Γενικά τα ποσοστά του έχουν πέσει κατά δέκα μονάδες από τις 28 Φεβρουαρίου, ημέρα που ξεκίνησε η επίθεση κατά του Ιράν.
Ο Τραμπ «βομβάρδισε» και τους Αμερικανούς
Οι επιπτώσεις του πολέμου, πληγώνουν ήδη τους πολίτες στις ΗΠΑ, οι οποίοι εκτός των άλλων δυσκολεύονται να κατανοήσουν τους λόγους για τους οποίους η κυβέρνηση Τραμπ ξεκίνησε τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, αλλά κυρίως για τον συνεχίζει, καθώς ο Πρόεδρος εμφανίζεται διαρκώς να δηλώνει πως «οι στόχοι έχουν επιτευχθεί». Τα 2/3 των Αμερικανών, σύμφωνα με τελευταία δημοσκόπηση του CBS News/ΥouGov, βλέπουν τον πόλεμο ως επιλογή και όχι ως αναγκαιότητα. Το 60% αποδοκιμάζει την ανάληψη στρατιωτικής δράσης από τις ΗΠΑ κατά του Ιράν, ενώ το 68% δηλώνει πως η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει εξηγήσει με σαφήνεια τους στόχους της σύγκρουσης. Επίσης, σχεδόν 6/10 δηλώνουν πως ο πόλεμος πηγαίνει άσχημα για τις ΗΠΑ και σχεδόν καθολικά, σε ποσοστό 92%, οι Αμερικανοί συμφωνούν πως η σύγκρουση θα πρέπει να τερματιστεί το συντομότερο δυνατόν.
Και όσο η σύγκρουση συνεχίζεται και τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά, ο λογαριασμός ανεβαίνει, τόσο σε μικροοικονομικό όσο και σε μακροοικονομικό επίπεδο. Η αύξηση στις τιμές των καυσίμων ήδη έχει αρχίσει να πλήττει τον προϋπολογισμό των νοικοκυριών στις ΗΠΑ και οι περισσότεροι εκτιμούν πως η ανοδική τάση θα συνεχιστεί. Σε δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos, περίπου 55% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι η οικογένειά τους έχει δεχτεί «κάποιας μορφής» πλήγμα από τις αυξήσεις στις τιμές της βενζίνης, με το 21% να δηλώνει ότι τα οικονομικά τους επηρεάστηκαν «πολύ». Περίπου 87% θεωρούν πιθανό να αυξηθεί περισσότερο η τιμή της βενζίνης και το 63% διαφωνούν με τους χειρισμούς του Τραμπ ως προς το κόστος διαβίωσης στις ΗΠΑ. Μόνο το 35% των ερωτηθέντων απάντησε ότι ο Τραμπ κάνει καλή δουλειά στον τομέα της οικονομίας.
Το Πεντάγωνο έχει ζητήσει επιπλέον 200 δισ. δολάρια για να υποστηρίξει την εκστρατεία, ενώ η διακοπή των ροών πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω του θαλάσσιου περάσματος στον Περσικό Κόλπο αυξάνει τις τιμές των καυσίμων, ενισχύοντας τον κίνδυνο για ένα τρομακτικό πληθωριστικό κύμα διεθνώς.
Ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, προειδοποίησε ότι η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται υπό «μεγάλη απειλή» λόγω του συνεχιζόμενου κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ και υπογράμμισε ότι «καμία χώρα δεν θα μείνει ανεπηρέαστη». «Αυτή η κρίση, όπως έχουν τα πράγματα, είναι πλέον δύο πετρελαϊκές κρίσεις και μία κατάρρευση στην αγορά φυσικού αερίου μαζί», δήλωσε, συγκρίνοντας την τρέχουσα ενεργειακή κρίση με εκείνες της δεκαετίας του 1970 και τις επιπτώσεις της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022.
«Η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει σήμερα μια πολύ, πολύ μεγάλη απειλή και ελπίζω ειλικρινά ότι το ζήτημα αυτό θα επιλυθεί το συντομότερο δυνατό», είπε ο Μπιρόλ και κατέληξε: «Καμία χώρα δεν θα μείνει ανεπηρέαστη από τις επιπτώσεις αυτής της κρίσης, αν συνεχιστεί προς αυτή την κατεύθυνση. Υπάρχει ανάγκη για παγκόσμιες προσπάθειες», πρόσθεσε, σημειώνοντας ότι «τουλάχιστον 40 ενεργειακές υποδομές στην περιοχή έχουν υποστεί σοβαρές ή πολύ σοβαρές ζημιές σε εννέα χώρες».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου