Η έρευνα δείχνει μειωμένο κίνδυνο για ορισμένους τύπους καρκίνου, ωστόσο υπάρχουν και αποτελέσματα τα οποία είναι ανησυχητικά - Ποια είναι τα αποτελέσματα για τους κρεατοφάγους

Μια εκτεταμένη διεθνής μελέτη για τη σχέση διατροφής και καρκίνου δείχνει ότι οι χορτοφάγοι εμφανίζουν σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο για πέντε διαφορετικούς τύπους καρκίνου, σε σύγκριση με όσους καταναλώνουν κρέας. Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο British Journal of Cancer, βασίζονται σε δεδομένα περισσότερων από 1,8 εκατομμυρίων ανθρώπων που παρακολουθήθηκαν για πολλά χρόνια.
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι χορτοφάγοι είχαν 21% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παγκρέατος, 12% χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου του προστάτη και 9% χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου του μαστού σε σύγκριση με όσους καταναλώνουν κρέας. Οι συγκεκριμένες μορφές καρκίνου αντιστοιχούν περίπου στο ένα πέμπτο των θανάτων από καρκίνο στο Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με τον Guardian.
Επιπλέον, οι χορτοφάγοι εμφάνισαν 28% χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου του νεφρού και 31% χαμηλότερο κίνδυνο πολλαπλού μυελώματος. Όπως δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια της μελέτης, δρ Aurora Pérez-Cornago, η οποία πραγματοποίησε την έρευνα όταν βρισκόταν στο University of Oxford, «η μελέτη αποτελεί πολύ καλά νέα για όσους ακολουθούν χορτοφαγική διατροφή, καθώς έχουν χαμηλότερο κίνδυνο για πέντε τύπους καρκίνου, ορισμένοι από τους οποίους είναι ιδιαίτερα συχνοί στον πληθυσμό».
Αυξημένος ο κίνδυνος σε ορισμένες περιπτώσειςΩστόσο, τα αποτελέσματα δεν ήταν ομοιόμορφα για όλους τους τύπους καρκίνου. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι χορτοφάγοι είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο εμφάνισης του πιο συχνού τύπου καρκίνου του οισοφάγου, γνωστού ως ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα. Η πιθανή εξήγηση που δόθηκε αφορά ενδεχόμενη έλλειψη βασικών θρεπτικών συστατικών, όπως βιταμίνες του συμπλέγματος Β.
Ακόμη πιο έντονο ήταν το εύρημα για τους vegan, οι οποίοι εμφάνισαν 40% υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου του εντέρου σε σύγκριση με όσους καταναλώνουν κρέας. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μέση ημερήσια πρόσληψη ασβεστίου στους vegan ήταν 590 mg, χαμηλότερη από τη σύσταση των 700 mg ημερησίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ παρατηρούνται και χαμηλότερα επίπεδα άλλων θρεπτικών συστατικών.
Η μελέτη εξέτασε συνολικά 17 διαφορετικούς τύπους καρκίνου, περιλαμβάνοντας καρκίνους του γαστρεντερικού, του πνεύμονα, του αναπαραγωγικού και του ουροποιητικού συστήματος, καθώς και αιματολογικές κακοήθειες. Χρηματοδοτήθηκε από το World Cancer Research Fund.
Για να ξεπεραστεί το πρόβλημα του μικρού αριθμού χορτοφάγων και vegan που συνήθως περιλαμβάνονται σε τέτοιες έρευνες, οι επιστήμονες συνέλεξαν δεδομένα από πολλές μελέτες διατροφής και υγείας παγκοσμίως. Το τελικό δείγμα περιλάμβανε περίπου 1,64 εκατομμύρια κρεατοφάγους, 57.016 άτομα που κατανάλωναν μόνο πουλερικά, 42.910 ψαροφάγους (pescatarians), 63.147 χορτοφάγους και 8.849 vegan. Οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν κατά μέσο όρο για 16 χρόνια, ενώ ελήφθησαν υπόψη παράγοντες που επηρεάζουν τον κίνδυνο καρκίνου, όπως ο δείκτης μάζας σώματος και το κάπνισμα.
Δεν βρέθηκαν ενδείξεις ότι οι χορτοφάγοι είχαν χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου του εντέρου σε σχέση με όσους καταναλώνουν κρέας. Ο ομότιμος καθηγητής επιδημιολογίας στο University of Oxford και συν-ερευνητής της μελέτης, Tim Key, σημείωσε ότι η σχετικά χαμηλή κατανάλωση κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος στο δείγμα ίσως εξηγεί το αποτέλεσμα και ότι τα ευρήματα δεν έρχονται σε αντίθεση με προηγούμενες μελέτες που συνδέουν το κόκκινο και επεξεργασμένο κρέας με τον καρκίνο του εντέρου. «Εάν είχαμε περισσότερα άτομα με πολύ υψηλή κατανάλωση κρέατος στην ομάδα των κρεατοφάγων, τα αποτελέσματα ενδέχεται να ήταν διαφορετικά», ανέφερε.
Οι ψαροφάγοι εμφάνισαν χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου του μαστού, του νεφρού και του εντέρου, ενώ όσοι κατανάλωναν μόνο πουλερικά είχαν χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου του προστάτη.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι διατροφικές συνήθειες έχουν αλλάξει σημαντικά από τη δεκαετία του 1990 και του 2000, όταν πολλοί από τους συμμετέχοντες εντάχθηκαν στις μελέτες. Σήμερα, η κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων είναι ευρύτερη, ενώ πολλά φυτικά προϊόντα — όπως το γάλα βρώμης — είναι πλέον εμπλουτισμένα με ασβέστιο και άλλα θρεπτικά συστατικά.
Ο καθηγητής Jules Griffin, διευθυντής του Rowett Institute στο University of Aberdeen, ο οποίος δεν συμμετείχε στην έρευνα, χαρακτήρισε τη μελέτη εντυπωσιακή, σημειώνοντας ωστόσο ότι απουσιάζει σύγκριση με μια ομάδα που ακολουθεί τις διατροφικές οδηγίες του NHS, όπου η κατανάλωση κρέατος και ψαριού γίνεται με μέτρο αλλά εξασφαλίζεται ταυτόχρονα επάρκεια βασικών θρεπτικών συστατικών. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό ενδέχεται να αποτελεί το βέλτιστο διατροφικό μοντέλο για τη μείωση του κινδύνου καρκίνου που σχετίζεται με τη διατροφή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου