Η αναβάθμισή τους δεν δείχνει τη ευρωστία της ελληνικής οικονομίας, αλλά το ξεζούμισμα των νοικοκυριών.
Τζώρτζης Ρούσσος
EUROKINISSIΗ πρόσφατη αναβάθμιση των ελληνικών τραπεζών από τον οίκο Fitch γιορτάστηκε στα κυβερνητικά κλιμάκια ως ένα ακόμη «οικονομικό θαύμα». Η έκθεση της Fitch αξιολογεί αποκλειστικά την πιστοληπτική ικανότητα και την κερδοφορία των μετόχων, όχι το αν τα ιδρύματα αυτά υπηρετούν την κοινωνία. Στην πραγματικότητα, η χρηματοοικονομική ισχύς των τραπεζών αποτελεί το επιστέγασμα μιας ανέλεγκτης αισχροκέρδειας που έχει αποτέλεσμα τη συστηματική, βίαιη μεταφορά εισοδήματος από την πραγματική οικονομία προς τους τραπεζικούς ισολογισμούς.
Το διπλό σκάνδαλο επιτοκίων και οι ληστρικές προμήθειες
Η εκρηκτική κερδοφορία της περιόδου 2023-2026, με τα καθαρά κέρδη των τεσσάρων συστημικών ιδρυμάτων να αγγίζουν το ιστορικό ρεκόρ των 4,63 δισ. ευρώ το 2025, δεν προήλθε από κάποιον παραγωγικό μετασχηματισμό. Αντιθέτως, βασίστηκε στο μεγαλύτερο επιτοκιακό περιθώριο στην ευρωζώνη. Οι τράπεζες διατήρησαν το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο του συνόλου των υφιστάμενων καταθέσεων στο εξευτελιστικό 0,34%, την ώρα που το αντίστοιχο επιτόκιο των δανείων παρέμενε καθηλωμένο στο υψηλό 4,63%.
Αυτή η προκλητική «ψαλίδα» των 4,29 ποσοστιαίων μονάδων στερεί πολύτιμους πόρους από την αγορά. Την ίδια στιγμή που τα νοικοκυριά πιέζονται από τον πληθωρισμό οι τράπεζες αισχροκερδούν επιβάλλοντας ληστρικές, καταχρηστικές προμήθειες για κάθε απλή συναλλαγή. Μόνο το 2025 τα καθαρά έσοδα των συστημικών τραπεζών αποκλειστικά από αμοιβές και προμήθειες (χρεώσεις POS, εμβάσματα, τήρηση λογαριασμών) εκτινάχθηκαν στο αδιανόητο ποσό των 2,44 δισ. ευρώ. Παράλληλα, οι καταθέσεις μετατρέπονται με το ζόρι σε περίπλοκα επενδυτικά προϊόντα και αμοιβαία κεφάλαια, με μόνο σκοπό την περαιτέρω είσπραξη τραπεζικών τελών από ανυποψίαστους καταναλωτές.
Ο πιστωτικός αποκλεισμός των ΜμΕ και οι servicers
Η περιβόητη πιστωτική επέκταση για την οποία θριαμβολογεί η Fitch συνιστά μια βαθιά άνιση διαδικασία. Η νέα χρηματοδότηση κατευθύνεται επιλεκτικά σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, ενέργεια, real estate, τουρισμό και έργα του Ταμείου Ανάκαμψης, όπου υπάρχουν κρατικές εγγυήσεις και ευρωπαϊκά κονδύλια μηδενικού ρίσκου. Στον αντίποδα, χιλιάδες μικρομεσαίες και νεοφυείς επιχειρήσεις αποκλείονται πλήρως από τον δανεισμό, γεγονός που καθιστά την Ελλάδα ουραγό στην πρόσβαση των μικρών επιχειρήσεων σε ρευστότητα.
Την ίδια στιγμή η στεγαστική πίστη παραμένει απρόσιτη για τη νέα γενιά, ενώ τοξικά «κόκκινα δάνεια» στο 30% του ΑΕΠ δεν εξαφανίστηκαν, αλλά μεταφέρθηκαν από τις τράπεζες στα funds αντί ευτελούς αξίας (στο 3% έως 15% της αξίας τους) και μέσω των servicers απειλούν τους «κόκκινους» δανειολήπτες με επιθετικούς πλειστηριασμούς στο 100% της αξίας των δανείων. Με δεδομένο ότι τα funds και οι servicers αρνούνται να δώσουν ακόμη και στα δικαστήρια το ύψος που αγόρασαν το κάθε δάνειο, πρόκειται για μια άκυρη έως καταχρηστική δικαιοπραξία που απαγορεύει ο Αστικός Κώδικας στο άρθρο 179 (καταπλεοναστική η αισχροκερδής δικαιοπραξία). Το σύστημα κοινωνικοποίησε τις ζημιές του μέσω των αλλεπάλληλων ανακεφαλαιοποιήσεων και του σχεδίου «Ηρακλής», αλλά σήμερα ιδιωτικοποιεί πλήρως τα κέρδη του, ρουφώντας χρήμα που δεν του αναλογεί και μάλιστα με την εγγύηση του επιτελικού κράτους της «Μαξίμου ΑΕ».
Η πολιτική κάλυψη από Μητσοτάκη και Στουρνάρα
Αυτή η παρασιτική λειτουργία δεν θα ήταν εφικτή χωρίς την προκλητική πολιτική κάλυψη της κυβέρνησης και των ελεγκτικών αρχών. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης περιορίζεται σε επικοινωνιακές, νερόβραστες συστάσεις προς τους τραπεζίτες, αρνούμενος πεισματικά να επιβάλει έκτακτη φορολόγηση στα ουρανοκατέβατα υπερκέρδη τους ή να θέσει πλαφόν στις καταχρηστικές χρεώσεις, όπως έγινε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας λειτουργεί περισσότερο ως συνήγορος των συστημικών ιδρυμάτων παρά ως ανεξάρτητος ρυθμιστής. Αρνείται να παρέμβει για να σπάσει το ιδιότυπο ολιγοπώλιο, την ώρα που ο Ελληνας φορολογούμενος παραμένει ο τελικός εγγυητής του συστήματος μέσω των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTCs) που βαραίνουν τα δημόσια οικονομικά. Η βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας των τραπεζών δεν πρέπει να συγχέεται με την ευημερία των πολιτών. Το ζητούμενο δεν είναι οι εύρωστοι τραπεζικοί ισολογισμοί που τρέφονται από τις σάρκες της κοινωνίας, αλλά ένα δίκαιο χρηματοπιστωτικό σύστημα που θα επιστρέφει αξία στην πραγματική οικονομία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου