Μέλη του ΣΕΠΕ καταγγέλλουν ότι το υπουργείο Ανάπτυξης ψαλιδίζει ακόμα περισσότερο τους ελέγχους στους χώρους εργασίας.
Δημήτρης Κούλαλης
( INTIME)Συναγερμός στην Επιθεώρηση Εργασίας. Μετά τη μετατροπή της σε ανεξάρτητη αρχή (ν. 4808/2021) και τις καταγγελίες των επιθεωρητών ότι έχουν μείνει 200 όλοι κι όλοι στην Ελλάδα, έρχεται τώρα σχέδιο νόμου του υπουργείου Ανάπτυξης να αποτελειώσει το πάλαι ποτέ ΣΕΠΕ, τη στιγμή που στο Κιάτο συνέβη ακόμη ένα –και μάλιστα σοκαριστικό– «εργατικό ατύχημα».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κι ενώ διεξάγονται (στο χαμηλότερο υπηρεσιακό επίπεδο, σύμφωνα με ρεπορτάζ) οι έρευνες για το έγκλημα στη Βιολάντα, ολοκληρώθηκε στα μέσα Μαρτίου η ηλεκτρονική διαβούλευση σχεδίου νόμου του υπουργείου Ανάπτυξης που, όπως καταγγέλλουν επιθεωρητές εργασίας, πλέον μπαίνουν κάτω από ένα ενιαίο πλαίσιο ελεγκτικές υπηρεσίες οι οποίες έχουν εντελώς διαφορετικό αντικείμενο και σκοπό. Μεταξύ αυτών των υπηρεσιών, λένε, συμπεριλαμβάνεται και η Επιθεώρηση Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία. Εκτός αυτού, οι επαγγελματίες του κλάδου καταδεικνύουν ότι η Επιθεώρηση περνά στους ιδιώτες. Σύμφωνα με τον Γιώργο Δούκα, επιθεωρητή εργασίας και μέλος του ΔΣ του Συλλόγου Εργαζομένων Επιθεώρησης Εργασίας: «Στον νόμο ορίζεται ως ελεγκτής κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ανατίθεται […] αρμοδιότητα άσκησης ελέγχων. […] Είναι λοιπόν φανερό ότι επιδιώκουν να περάσει ο έλεγχος των συνθηκών ασφάλειας και υγείας στην εργασία σε ιδιωτικές εταιρείες. Οι συνέπειες για τους εργαζόμενους, αν εφαρμοστούν αυτά τα σχέδια, θα είναι ολέθριες».
«Κοινωνική προστασία»
Στο πλαίσιο αυτό, ο Σύλλογος Επιθεωρητών Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία δηλώνει την πλήρη αντίθεσή του με την υπαγωγή της Επιθεώρησης στην εποπτεία ελέγχων οικονομικών δραστηριοτήτων και αγοράς προϊόντων, με στόχο την απλοποίηση των ελέγχων και τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Σε ανακοίνωσή του ο σύλλογος αναφέρει: «Σύμφωνα με το άρθρο 126 της αιτιολογικής έκθεσης του ν. 4512/2018 εισάγεται νέο γενικό πλαίσιο […] για την προστασία των επιχειρήσεων από φαινόμενα αθέμιτου ανταγωνισμού και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς». Ωστόσο τονίζει: «Η ασφάλεια και υγεία στην εργασία είναι κατεξοχήν κοινωνική προστασία και όχι ρύθμιση της αγοράς».
Τους ισχυρισμούς των επιθεωρητών πιθανά επιβεβαιώνει η ανάλυση συνεπειών της ρύθμισης που συνόδευσε το σχέδιο νόμου. Εκεί αναφέρεται ότι στόχοι της αξιολογούμενης ρύθμισης είναι: «Η στήριξη της ανάπτυξης και η προστασία του δημόσιου συμφέροντος, η μεγαλύτερη διαφάνεια και η αποτελεσματικότητα, η ενίσχυση του ανταγωνισμού και της επιχειρηματικότητας» (σελ. 11). Στην ίδια γραμμή και το άρθρο 129, παρ. ζ΄ του νόμου: «Οι εποπτεύουσες αρχές και οι υπάλληλοι επιβάλλουν […] κυρώσεις […] με τη μικρότερη –οικονομική– δυνατή βλάβη […] λαμβάνοντας υπόψη […] ιδίως τα λειτουργικά κόστη».
«Χειρουργικές παρεμβάσεις»
Σύμφωνα με τον Σέργιο Σερμπέτη, δικηγόρο – εργατολόγο, η σημερινή εικόνα είναι αποτέλεσμα διαδοχικών παρεμβάσεων που ξεκινούν ήδη από τον ν. 4412/2016, με τον οποίο περάσαμε «από το σύστημα της προηγούμενης έγκρισης στη δυνατότητα ελεύθερης έναρξης με γνωστοποίηση». Ο ίδιος σημειώνει ότι αυτή η μετάβαση «αύξησε τους κινδύνους δημιουργώντας την ανάγκη για οργανωμένη και αποτελεσματική εποπτεία». Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται ο ν. 4512/2018, ο οποίος θέσπισε, σε επίπεδο γενικών προβλέψεων, ένα διπλό σύστημα με εποπτεύουσες αρχές και αρχές εφαρμογής, το οποίο όμως «δεν λειτούργησε ποτέ πλήρως», καθώς «δεν εκδόθηκαν οι απαραίτητες κανονιστικές πράξεις». Οπως εξηγεί: «Το σημερινό νομοσχέδιο ουσιαστικά έρχεται να προσδιορίσει ποιες είναι οι αρμόδιες αρχές εποπτείας και ελέγχου σε κρίσιμους τομείς, όπως η υγεία και η ασφάλεια στην εργασία, και έτσι να τις υπαγάγει στις γενικές προβλέψεις του ν. 4512/2018».
Παράλληλα επισημαίνει ότι «ήδη με τον ν. 4635/2019, οπότε –και μέσω “χειρουργικών” παρεμβάσεων (και) στον ν. 4512/2018– υιοθετείται η κατεύθυνση περιστολής του ελεγκτικού ρόλου του κράτους σε όφελος της επιχειρηματικής δραστηριότητας, με αιχμές ευαίσθητα πεδία […] όπως η εργασία ή το περιβάλλον, εισάγονται περιορισμοί στον αποκλειστικά δημόσιο χαρακτήρα των ελεγκτικών μηχανισμών». Ειδική αναφορά κάνει σε διατάξεις του ν. 4512, σημειώνοντας ότι «τίθενται περιορισμοί, όπως η ανάγκη προηγούμενης εντολής για έλεγχο», ενώ, όπως τονίζει, «πλήττεται η δυνατότητα αιφνιδιαστικών ελέγχων». Επιπλέον, επισημαίνει ότι «δίνεται ακόμη και η δυνατότητα στον ελεγχόμενο να αμφισβητεί εκ των προτέρων το εύρος του ελέγχου», κάτι που –όπως λέει– «δεν συνάδει με τη φύση του ελεγκτικού έργου».
Συμμετοχή ιδιωτών
Η αναφορά στον ν. 4635/2019 ήταν εκείνη που, σύμφωνα με επιθεωρητές, έμπασε τους ιδιώτες στο ελεγκτικό έργο στην εργασία και πλέον έρχεται να εφαρμοστεί πλήρως, κατά παράβαση, όπως λένε, της 81 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας. Πώς συμβαίνει αυτό; Ας το πάρουμε βήμα βήμα. Στο άρθρο 125 του σχεδίου νόμου (παρ. 4) αναφέρεται: «Με απόφαση του Διοικητή της Επιθεώρησης Εργασίας καταρτίζεται Μοντέλο Ενεργειών Συμμόρφωσης που περιλαμβάνει τις διαδικασίες και τις οδηγίες για την καθοδήγηση των ενεργειών και των αποφάσεων των Επιθεωρητών που λαμβάνονται σε συνέχεια του ελέγχου κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 149 του ν. 4512/2018».
Ειρήσθω εν παρόδω, σύμφωνα με τον σύλλογο, τα παραπάνω άρθρα αντιβαίνουν στο άρθρο 17, παρ. 2 της 81 ΔΣΕ, βάσει της οποίας: «Επαφίεται εις την ελευθέραν κρίσιν των επιθεωρητών εργασίας όπως προβαίνουν εις ειδοποιήσεις ή εις συμβουλάς, αντί να προβαίνουν ή να συνιστούν διώξεις». Οι επιθεωρητές τονίζουν ακόμη ότι η 81 ΔΣΕ αποτελεί μέρος του εσωτερικού δικαίου και υπερισχύει του κοινού νόμου (αρ. 28, παρ. 1 του συντάγματος). Ο Γ. Δούκας εξηγεί στο Documento ότι πλέον «ο έλεγχος θα μπορεί να διενεργείται μόνο ύστερα από συγκεκριμένη εντολή ελέγχου της εποπτεύουσας αρχής, η οποία θα καθορίζει ποιοι ελεγκτές θα διενεργήσουν τον έλεγχο, πότε θα γίνει αλλά και το ίδιο το αντικείμενό του. Μάλιστα, ο εργοδότης θα μπορεί να αρνηθεί τον έλεγχο αν δεν υπάρχει αυτή η εντολή».
Στο άρθρο 149 του ν. 4512/2018 (παρ. 1) σχετικά με τη διαδικασία ενεργειών συμμόρφωσης τονίζεται: «Κάθε Αρχή οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού –Αρ. 130, παρ. 2– καταρτίζει μοντέλο ενεργειών συμμόρφωσης […] που περιλαμβάνει τις διαδικασίες και τις οδηγίες για την καθοδήγηση των ενεργειών και των αποφάσεων των ελεγκτών που λαμβάνονται σε συνέχεια του ελέγχου». Μέχρι εδώ όλα… καλά.
Ωστόσο, παρότι στο άρθρο 128 (ν. 4512/2018, παρ. 7) αναφέρεται ότι εποπτεύουσα είναι η «δημόσια αρχή –με– αρμοδιότητα άσκησης εποπτείας στους οικονομικούς φορείς και τα προϊόντα», στην παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου –όπως τροποποιήθηκε από την παράγραφο 1 του άρθρου 19 του ν. 4635/2019– ορίζεται ότι ελεγκτής είναι «δημόσιος υπάλληλος […] με αρμοδιότητα την άσκηση εποπτείας –καθώς και– κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ανατίθεται κατά παραχώρηση αρμοδιότητας από την εποπτεύουσα ή άλλη δημόσια αρχή, αρμοδιότητα άσκησης ελέγχων». Επομένως, λένε πηγές της Επιθεώρησης στο Documento, το άρθρο 128, παρ. 10 ισχύει στο σχέδιο νόμου (άρθρο 125), εγείροντας ερωτήματα και για την ανεξαρτησία του επιθεωρητή σε μια τέτοια συνθήκη (άρθρο 17, παρ. 2 της 81 ΔΣΕ).
Τα παραπάνω είναι αντίθετα και με το άρθρο 6 της ΔΣΕ, λένε οι επιθεωρητές, καθώς εκεί προβλέπεται ρητά ότι «το προσωπικό της επιθεωρήσεως αποτελείται από δημόσιους υπαλλήλους».
«Δημόσιες αρχές»
Από την πλευρά του το υπουργείο Ανάπτυξης σχολιάζει στο Documento: «Με τα άρθρα του μέρους Β΄ του σχεδίου νόμου, ορίζονται οι αρμόδιες αρχές για τρία πεδία εποπτείας. Το βασικό νομοθετικό πλαίσιο είναι ο ν. 4512/2018 και εξειδικεύονται οι διατάξεις και τα εργαλεία εποπτείας για: τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων και την ασφάλεια των εγκαταστάσεων εξυπηρέτησης οχημάτων. Και στις τρεις περιπτώσεις, ορίζονται δημόσιες αρχές. Με τις διατάξεις του σχεδίου νόμου επιβεβαιώνεται ότι οι αρχές εφαρμογής […] έχουν τη ρητή αρμοδιότητα να αναθέτουν ελεγκτικά καθήκοντα σε ελεγκτές σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Δυνάμει του άρθρου 152 του ν. 4512/2018, σε κάθε εποπτεύουσα αρχή συντάσσεται μητρώο ελεγκτών. Τα μητρώα αυτά […] που ρυθμίζονται με το παρόν σχέδιο νόμου απαρτίζονται από τους δημόσιους υπαλλήλους των αρχών συντονισμού και των αρχών εποπτείας. Στο –νέο– πλαίσιο […] προβλέπεται η θέσπιση Μοντέλου Ενεργειών Συμμόρφωσης. Το ΜΕΣ είναι το εργαλείο των εκλεκτών/επιθεωρητών για να επιλέξουν τα κατάλληλα μέτρα. Σκοπός δεν είναι η επιβολή προστίμου με την πρώτη παράβαση, αλλά η καθοδήγηση της επιχείρησης ώστε να συμμορφωθεί».
Επιπλέον ρωτήσαμε πώς απαντά το υπουργείο στις επισημάνσεις που αναφέρουν ότι ο ελεγκτής θα μπορεί να διενεργεί ελέγχους μόνο με εντολή ελέγχου και ότι ο ελεγχόμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί τον έλεγχο ελλείψει νόμιμης εντολής ελέγχου, αλλά και ποια η θέση τους έναντι των καταγγελιών ότι οι εργοδότες θα είναι ενήμεροι από πριν για το πότε θα γίνει ο έλεγχος. Απάντησαν μεταξύ άλλων: «Βάσει του άρθρου 153 του ν. 4512/2018, ο ελεγκτής οφείλει να επιδεικνύει την υπηρεσιακή του ταυτότητα και τη γραπτή εντολή ελέγχου. Ο ελεγχόμενος έχει δικαίωμα να ενημερωθεί για το αντικείμενο του ελέγχου. Ωστόσο η άρνηση ελέγχου όταν υπάρχει νόμιμη εντολή συνιστά παράβαση και επισύρει βαρύτατες κυρώσεις (παρεμπόδιση ελέγχου)». Ως προς το δεύτερο σκέλος ανέφεραν: «Κατά το πνεύμα του νόμου (ιδιαίτερα με το εργαλείο της αξιολόγησης κινδύνου – Risk Assessment) οι έλεγχοι διακρίνονται σε: προγραμματισμένους και έκτακτους/απρόοπτους».
Τέλος, ως προς το αν ο νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης ή κάθε άλλο πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον θα μπορεί να διατυπώνει ενστάσεις ακόμη και κατά τη διάρκεια ελέγχου, όπως λένε οι επιθεωρητές, το υπουργείο απορρίπτει έμμεσα την καταγγελία λέγοντας ότι η δυνατότητα διατύπωσης απόψεων/ενστάσεων προβλέπεται –ως δικαίωμα του διοικούμενου– ήδη από τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.
«Θωρακίζονται οι εργοδότες»
Οι επιθεωρητές αντιτείνουν μέσω του Documento ότι μπορεί το υπουργείο να αναφέρει πως «ως εποπτεύουσα αρχή ορίζεται δημόσιος φορέας», όμως «αποφεύγει να πάρει θέση για τη διάταξη που ορίζει ότι ελεγκτής μπορεί να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο». Επιπλέον, ο Γ. Δούκας ξεκαθαρίζει ότι «αναφέρεται ρητά ότι αντίγραφο της εντολής ελέγχου θα κοινοποιείται στον εποπτευόμενο φορέα πριν από τη διενέργεια του ελέγχου». Βέβαια, έτσι «ο αιφνιδιαστικός χαρακτήρας του ελέγχου παύει να ισχύει ή στην καλύτερη περίπτωση θα αποτελεί εξαίρεση», συμπληρώνει. Παράλληλα, ο Γ. Δούκας στέκεται στο γεγονός ότι δίνεται πληθώρα εργαλείων στους εργοδότες «ώστε να παρεμποδίζουν τον έλεγχο, να στρέφονται κατά των ελεγκτών και να ζητούν ακόμα και την εξαίρεσή τους. […] Αντί να θωρακιστούν νομικά οι επιθεωρητές, στην πραγματικότητα θωρακίζονται οι εργοδότες και η κερδοφορία τους». Για να εξηγήσει ότι «για παράδειγμα, με τον νόμο αυτό η άρνηση παροχής στοιχείων απλώς θα επισημαίνεται στις παρατηρήσεις της έκθεσης ελέγχου, ενώ δίνεται η δυνατότητα στον εργοδότη να διατυπώνει απόψεις και ενστάσεις ακόμα και κατά τη διάρκεια του ελέγχου, κάτι που δεν ισχύει σήμερα».
«Μεγαλύτερη παραβατικότητα»
Από την πλευρά του, ο Σ. Σερμπέτης τονίζει ότι για την Επιθεώρηση Εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν «οι ρυθμίσεις των νόμων 3996/2011 και 4808/2021 κατισχύουν ως ειδικότερες (σ.σ. του 4512/2018)». Για να προσθέσει όμως ότι «μένει να φανεί τι θα ισχύσει στην πράξη απέναντι στις πιέσεις επιχειρηματικών συμφερόντων και τη συνεπικουρία αυτών από την κυβέρνηση». Σε μια τέτοια περίπτωση, λέει ο Γ. Δούκας, «οι αλλαγές που θα δυσκολεύουν την επιβολή προστίμων ή θα μειώνουν τα ποσά θα οδηγήσουν σε μεγαλύτερη παραβατικότητα ωθώντας τους εργοδότες να μη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προστασίας για τους εργαζόμενους».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου