Μόλις στο 64% του μέσου όρου καθώς, επιδοτούν τα ξενοδοχεία και θάβουν τη βιομηχανία.
Τζώρτζης Ρούσσος
EurokinissiΑν διακρίνεται σε κάτι το ετήσιο πανηγυράκι που διεξήχθη για το 2026 την περασμένη εβδομάδα στους Δελφούς υπό τον τίτλο «Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών», αυτό είναι το lobbying. Πολλοί και διάφοροι, μέσα από κύκλους συζητήσεων, παρέλασαν και φέτος στο διάστημα από 22 έως 25 Απριλίου ώστε να καλυφθούν οι παρασκηνιακές διεργασίες σε διάφορα επίπεδα.
Ας μείνουμε όμως στις συζητήσεις επί του προσκηνίου και δη σε αυτή μεταξύ του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη και του γενικού γραμματέα του ΟΟΣΑ Ματίας Κόρμαν που αφορούσε την παραγωγικότητα της εργασίας. Πρόκειται για την αχίλλειο πτέρνα της ελληνικής οικονομίας, για την τρωτότητα της οποίας ευθύνεται τα μέγιστα ο Κ. Χατζηδάκης με το ελαστικό οκτάωρο που έδωσε τζάμπα υπερωρίες και μία ευκαιρία στους βιομηχάνους να μην επενδύσουν σε μέσα παραγωγής.
Οι ευθύνες Μητσοτάκη
Όπως ανακοινώθηκε μέσω της μεταξύ τους συζήτησης η κυβέρνηση και ο ΟΟΣΑ συμφώνησαν σε νέο πακέτο μεταρρυθμίσεων για την οικονομία της επόμενης δεκαετίας, με έμφαση σε παραγωγικότητα, μισθούς και επενδύσεις που θα υλοποιηθεί από το 2028. Για να μην ξεχνιόμαστε, πρόκειται για την κυβέρνηση που, σύμφωνα με τον αρμόδιο υπουργό της Τάκη Θεοδωρικάκο, έστρεψε από το 2019 το 80% των πόρων μέσω των αναπτυξιακών νόμων στον ξενοδοχειακό κλάδο και όχι στη μεταποίηση. Όπως παραδέχτηκαν, η Ελλάδα παραμένει χαμηλά σε σχέση με την Ευρώπη, με την παραγωγικότητα της εργασίας να διαμορφώνεται περίπου στο 64% του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ.
Η απόσταση της ελληνικής οικονομίας από την ευρωπαϊκή κανονικότητα είναι μετρήσιμη και αποκαλυπτική. Η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα διαμορφώνεται μόλις στο 64% του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ, όταν σε χώρες όπως η Πορτογαλία ξεπερνά το 75% και στην Ισπανία προσεγγίζει το 85%. Με απλά λόγια, ένας Έλληνας εργαζόμενος παράγει σχεδόν ένα τρίτο λιγότερο από τον μέσο εργαζόμενο στον ανεπτυγμένο κόσμο. Και αυτή η υστέρηση έχει συγκεκριμένη πολιτική υπογραφή.
Απαρχαιωμένος εξοπλισμός
Από το 2019 μέχρι σήμερα η κυβέρνηση Μητσοτάκη διαχειρίστηκε μια οικονομία που αναπτυσσόταν με ρυθμούς άνω του 2% ετησίως (με εξαίρεση την πανδημία), αλλά απέτυχε να μετατρέψει αυτή την ανάπτυξη σε πραγματική σύγκλιση. Τα στοιχεία είναι αμείλικτα: η παραγωγικότητα παραμένει 14% έως 18% χαμηλότερη από τα επίπεδα του 2009, ενώ σε όρους δεκαετίας καταγράφεται πρακτικά μηδενική μεταβολή. Την ίδια στιγμή ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ αυξήθηκε σωρευτικά πάνω από 10%.
Το πρόβλημα ξεκινά από τις επενδύσεις. Το ακαθάριστο πάγιο κεφάλαιο στην Ελλάδα κινείται γύρω στο 13-14% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος της ευρωζώνης υπερβαίνει το 21%. Αυτό μεταφράζεται σε λιγότερα μηχανήματα, λιγότερη τεχνολογία, χαμηλότερη παραγωγική ένταση. Ακόμη και τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης δεν κατάφεραν να αλλάξουν τη δομή: σημαντικό μέρος κατευθύνθηκε σε κατασκευές και ενεργειακά έργα, όχι σε βιομηχανική αναβάθμιση.
Παράλληλα, το παραγωγικό μοντέλο παραμένει εγκλωβισμένο σε χαμηλής αξίας δραστηριότητες. Ο τουρισμός αντιστοιχεί άμεσα και έμμεσα σε πάνω από 20% του ΑΕΠ, αλλά με παραγωγικότητα σημαντικά χαμηλότερη της μεταποίησης. Στο εμπόριο και στην εστίαση η παραγωγικότητα παραμένει έως και 30-40% χαμηλότερη από τα προ κρίσης επίπεδα. Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη που καταγράφεται βασίζεται σε τομείς που δεν μπορούν να στηρίξουν υψηλούς μισθούς.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται στους μισθούς. Ο μέσος καθαρός μισθός παραμένει κοντά στα 1.100-1.200 ευρώ, όταν ο μέσος όρος της ευρωζώνης υπερβαίνει τα 2.000 ευρώ. Δεν πρόκειται για «στρέβλωση της αγοράς», αλλά για άμεση συνέπεια της χαμηλής παραγωγικότητας.
Μια οικονομία που παράγει λιγότερη αξία ανά εργαζόμενο δεν μπορεί να πληρώνει περισσότερα. Ύστερα από έξι χρόνια διακυβέρνησης, η ευθύνη είναι σαφής. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν άλλαξε το παραγωγικό υπόδειγμα, δεν αύξησε επαρκώς τις παραγωγικές επενδύσεις και δεν αντιμετώπισε τις δομικές αδυναμίες της αγοράς εργασίας. Αντίθετα, αναπαρήγαγε ένα μοντέλο ανάπτυξης που ευνοεί τους αριθμούς του ΑΕΠ, αλλά αφήνει στάσιμη την πραγματική οικονομία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου