Παρασκευή, Ιουνίου 05, 2026

Ξοδεύουμε μόνο για φαγητό και φάρμακα

 
Εκτίναξη ετήσιων δαπα­νών σε βασι­κές ανάγκες και βου­τιά σε ρούχα και μετα­κι­νήσεις κατέγραψε η ΕΛΣΤΑΤ, απο­κα­λύπτο­ντας την οικο­νο­μική καθίζηση που έχουν υπο­στεί τα νοι­κο­κυ­ριά.
Τζώρτζης Ρούσσος
 


Pexels


Αν μη τι άλλο, δεν χρειάζεται κάποιος να περιμένει την ΕΛΣΤΑΤ για να καταλάβει το προφανές. Αρκεί μία βόλτα στα παραδοσιακά στέκια όπου συναθροίζονται άνθρωποι για να καταγράψει τη ραγδαία πτώση των τζίρων της εστίασης. Από την άλλη, η πραγματική ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας, το λιανεμπόριο, «φουσκώνει» λόγω αισχροκέρδειας. Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία για το πρώτο τρίμηνο του 2026 αποτυπώνουν μια ελληνική οικονομία δύο ταχυτήτων, η οποία εμφανίζει μια επιφανειακή καταναλωτική άνθηση, αλλά κρύβει στο εσωτερικό της βαθιές, επικίνδυνες διαρθρωτικές ανισορροπίες.

Πίσω από τους πανηγυρικούς τίτλους περί «σταθερής ανόδου του λιανεμπορίου», η ποιοτική ανάλυση των δεδομένων της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) ξεδιπλώνει ένα μοντέλο ανάπτυξης εξαιρετικά εύθραυστο, χαμηλής εγχώριας προστιθέμενης αξίας και εξαρτημένο σχεδόν αποκλειστικά από την εσωτερική κατανάλωση των νοικοκυριών. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ο γενικός δείκτης όγκου στο λιανεμπόριο κατέγραψε ετήσια αύξηση 4,6% τον Φεβρουάριο του 2026, ενώ σε μηνιαία βάση σημείωσε άλμα 6,5%. Εκ πρώτης όψεως τα μεγέθη αυτά παραπέμπουν σε μια υγιή αγορά. Ωστόσο, αν ξύσει κανείς την επιφάνεια, γίνεται σαφές ότι η άνοδος αυτή δεν τροφοδοτείται από μια εύρωστη και βιώσιμη αγοραστική δύναμη των πολιτών.


Το διαθέσιμο εισόδημα εγκλωβίζεται στις καθημερινές, ανελαστικές ανάγκες, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για διαρκή καταναλωτικά αγαθά, αποταμίευση ή επενδυτική δαπάνη.

Ο πραγματικός πυλώνας

Στην εγχώρια δημόσια συζήτηση έχει εδραιωθεί η αντίληψη ότι ο τουρισμός αποτελεί τη μοναδική «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδας, τον κύριο πυλώνα που συντηρεί τη χώρα όρθια. Τα στοιχεία ωστόσο απομυθοποιούν αυτήν τη θεωρία, αναδεικνύοντας το λιανεμπόριο ως τον απόλυτο ρυθμιστή του οικονομικού κύκλου. Η υπερβολική αυτή εξάρτηση από τις λιανικές πωλήσεις εντός των τειχών φανερώνει μια στρεβλή διάρθρωση. Στις αναπτυγμένες και παραγωγικές οικονομίες της Ευρώπης η ανάπτυξη βασίζεται σε ένα ισορροπημένο τετράπτυχο: στρατηγικές επενδύσεις, στιβαρή βιομηχανική παραγωγή, υψηλή τεχνολογική αναβάθμιση και εξωστρέφεια – εξαγωγές. Στην Ελλάδα το μοντέλο είναι μονοδιάστατο και εσωστρεφές. Η κυριαρχία του λιανεμπορίου έναντι των άλλων κλάδων εκθέτει τη χώρα σε άμεσους κινδύνους, καθώς το ΑΕΠ γίνεται έρμαιο της στιγμιαίας ρευστότητας των νοικοκυριών και των διακυμάνσεων του πληθωρισμού. Οταν η κατανάλωση αποτελεί το κύριο καύσιμο της οικονομίας, οποιοδήποτε εξωτερικό σοκ, όπως μια ενεργειακή κρίση ή μια άνοδος των επιτοκίων δανεισμού, μπορεί να προκαλέσει άμεση ανακοπή της ανάπτυξης.








Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι το λιανεμπόριο στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από μια εξαιρετικά υψηλή εισαγόμενη συνιστώσα. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι όταν ένας Ελληνας καταναλωτής ξοδεύει χρήματα στα καταστήματα, ένα πολύ μεγάλο μέρος αυτής της δαπάνης «φεύγει» άμεσα στο εξωτερικό για την εισαγωγή των προϊόντων, επιδεινώνοντας το εμπορικό ισοζύγιο και αφήνοντας ελάχιστη καθαρή, εγχώρια προστιθέμενη αξία. Παράγουμε ελάχιστα, εισάγουμε μαζικά και καταναλώνουμε με δανεικά: αυτή είναι η ακριβής περιγραφή μιας καταστροφικής πορείας που υπονομεύει το μέλλον της χώρας.

Οι δαπάνες στα τρόφιμα

Οι επιμέρους δείκτες της ΕΛΣΤΑΤ για τις κατηγορίες του λιανεμπορίου είναι αμείλικτοι και σκιαγραφούν μια «οικονομία επιβίωσης» και όχι ευημερίας. Η μεγαλύτερη άνοδος όγκου πωλήσεων καταγράφεται στα τρόφιμα – ποτά – καπνό με ένα εντυπωσιακό 11,4% και στα φαρμακευτικά – καλλυντικά με 10,2%. Η κατακόρυφη αυτή αύξηση στις κατηγορίες των σουπερμάρκετ και των φαρμακείων δεν μεταφράζεται σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Αντιθέτως αντανακλά την απόλυτη πίεση των οικογενειακών προϋπολογισμών. Οταν οι πολίτες αναγκάζονται να διαθέτουν όλο και μεγαλύτερο ποσοστό του μισθού τους για να αγοράσουν τα βασικά είδη διατροφής και τα φάρμακά τους, αυτό σημαίνει ότι η αγοραστική δύναμη τους έχει υποστεί καθίζηση λόγω του πληθωρισμού της αισχροκέρδειας που εγκατέστησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήδη από το καλοκαίρι του 2021.

Η άνοδος του όγκου στα τρόφιμα μαρτυρεί επίσης μια αναγκαστική ανακατανομή των χρημάτων μέσα στο σπίτι. Τα νοικοκυριά κόβουν από παντού για να μπορέσουν να γεμίσουν το καλάθι, εξαντλώντας παράλληλα κάθε δυνατότητα αποταμίευσης.

Στον αντίποδα η κατάρρευση της μεσαίας καταναλωτικής τάξης αποτυπώνεται ανάγλυφα στον κλάδο της ένδυσης και υπόδησης, ο οποίος κατέγραψε πτώση 0,5% σε ετήσια βάση και μια δραματική βουτιά 7,4% σε μηνιαία βάση. Η ένδυση αποτελεί τον κατεξοχήν δείκτη συμπεριφοράς των μικρομεσαίων στρωμάτων. Σε παγκόσμιο επίπεδο, όταν ένα νοικοκυριό αισθάνεται οικονομική ανασφάλεια και πίεση, τα πρώτα έξοδα που περικόπτει άμεσα είναι οι αγορές ρούχων, η ψυχαγωγία, οι υπηρεσίες και τα διαρκή καταναλωτικά αγαθά. Η αρνητική τροχιά του συγκεκριμένου κλάδου επιβεβαιώνει ότι η εγχώρια κατανάλωση συντηρείται τεχνητά και αποκλειστικά από τις ανελαστικές ανάγκες, ενώ οτιδήποτε ξεφεύγει από το πλαίσιο της καθαρής επιβίωσης τίθεται στο περιθώριο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου