
Η νέα πλατφόρμα σύγκρισης τιμών του υπουργείου Ανάπτυξης δεν αποτελεί εργαλείο διαφάνειας, αλλά μια έμμεση παραδοχή αποτυχίας και μια προσπάθεια μετατροπής των πολιτών σε απλήρωτους ελεγκτές της αγοράς
Αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό μήνυμα πίσω από τη νέα πλατφόρμα σύγκρισης τιμών στα σούπερ μάρκετ. Όχι επειδή η τεχνολογία είναι κακή, ούτε επειδή η διαφάνεια δεν είναι χρήσιμη, αλλά επειδή πίσω από τη βιτρίνα της ψηφιακής καινοτομίας κρύβεται μια σιωπηρή παραδοχή. Η ακρίβεια παραμένει εδώ και η ευθύνη για την αντιμετώπισή της, από την κυβέρνηση μεταφέρεται στον ίδιο τον πολίτη. Οι κυβερνώντες δεν αφήνουν απλά τα ολιγοπώλια να «ασελγούν» σε βάρος των πολιτών, αλλά τους καλούν προκλητικά να ψάχνουν «ευκαιρίες», χάνοντας τη μισή επαγγελματική τους ημέρα για πιθανά έσοδα 2-3 ευρώ στο καλάθι.
Η ζωή όμως δεν λειτουργεί όπως τα κυβερνητικά δελτία Τύπου ή τα φανταιζί TikTok του πρωθυπουργού, ο οποίος προφανώς έχει κάποιους άλλους να του κάνουν αυτές τις δουλειές. Ο καταναλωτής δεν αγοράζει έναν καφέ, αλλά ένα ολόκληρο καλάθι για να περάσει η οικογένειά του την εβδομάδα. Με τη νέα αυτή μεθόδευση, το κράτος δεν συγκρίνει τιμές, δεν εξετάζει συσκευασίες, δεν ελέγχει προσφορές και δεν καταπολεμά την ακρίβεια, αλλά ζητά από τον πολίτη να γίνει κυνηγός προσφορών. Κάποτε οι κυβερνήσεις είχαν την υποχρέωση να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα, ενώ σήμερα αρκεί να δημιουργούν μια πλατφόρμα για να τα βλέπει ο κόσμος ως «παρατηρητήριο τιμών», φορτώνοντας στους πολίτες τον επιπλέον χρόνο που θα μπορούσαν να εργάζονται, ακριβώς όπως κάνει με τις τράπεζες και τον ΕΦΚΑ.
Τα τέσσερα παραδείγματα που εκθέτουν το υπουργείο Ανάπτυξης: Πώς το κυνήγι των προσφορών μετατρέπεται σε καθαρή οικονομική ζημία
Μια προσεκτική εξέταση της καθημερινότητας αποδεικνύει ότι η κυβερνητική αυτή μεθόδευση εξαναγκάζει τον καταναλωτή να αναζητήσει εννέα βασικά προϊόντα ξεχωριστά, οργανώνοντας μια εξαντλητική διαδρομή σε τρία διαφορετικά σούπερ μάρκετ, καθώς το φθηνότερο αγαθό δεν βρίσκεται ποτέ στο ίδιο κατάστημα. Οι αριθμοί αποδεικνύονται αμείλικτοι και αποκαλύπτουν μια καθαρή οικονομική ζημία λόγω σπατάλης προσωπικού χρόνου: ένας εργαζόμενος στην Κυψέλη με μισθό 1.000 ευρώ αφιερώνει 132 λεπτά για να εξοικονομήσει μόλις 4 ευρώ, όταν η αξία του χαμένου χρόνου του αγγίζει τα 13,75 ευρώ, με αποτέλεσμα να χάνει σχεδόν 10 ευρώ σε πραγματική αξία. Αντίστοιχα στον Πειραιά, για τα ίδια προϊόντα, μια διαδικασία δυόμισι ωρών αποφέρει όφελος 5,25 ευρώ, αλλά κοστίζει πάνω από 15 ευρώ σε χρόνο, αφήνοντας ένα αρνητικό ισοζύγιο. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο εξοργιστική για τα μεσαία εισοδήματα, καθώς ένας καταναλωτής με εισόδημα 2.000 ευρώ σπαταλά χρόνο που αντιστοιχεί σε 27,5 ευρώ εργασίας για να κερδίσει 4 ευρώ, χάνοντας τελικά περισσότερα από 23 ευρώ, ενώ στο Πέραμα η ίδια ακριβώς διαδικασία οδηγεί σε πραγματική ζημία περίπου 25 ευρώ, αφού η αξία του χρόνου της εργαζόμενης ξεπερνά τα 30 ευρώ.
Αυτή η προσέγγιση μετατρέπει τον πολίτη σε «συνεργό της ακρίβειας» και διαχειριστή τιμοκαταλόγων, τη στιγμή που η πλατφόρμα δεν μειώνει τον ΦΠΑ, δεν μειώνει το κόστος ενέργειας, δεν αυξάνει τους μισθούς και δεν σπάει ολιγοπωλιακές πρακτικές. Το διπλό πολιτικό ερώτημα για την κυβέρνηση και τον υπουργό Ανάπτυξης παραμένει αμείλικτο: Γιατί η καταπολέμηση του πληθωρισμού μετατρέπεται σε προσωπικό project του καταναλωτή και γιατί το κράτος θεωρεί λύση την εξαντλητική ενασχόληση με οθόνες και άσκοπες μετακινήσεις; Όταν για να γλιτώσεις ψίχουλα πρέπει να θυσιάσεις τη ζωή σου, η ακρίβεια δεν έχει εξαφανιστεί· απλά γίνεται ακριβότερη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου