
Δύο ιδιωτικές κλινικές κλείνουν στη Θεσσαλονίκη, ένα ολόκληρο ογκολογικό τμήμα αποκαλύπτεται ότι λειτουργούσε χωρίς την απαιτούμενη νομιμότητα και οι αρμόδιες αρχές καλούνται τώρα να εξηγήσουν πώς όλα αυτά μπορούσαν να συμβαίνουν επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Και κάπου εδώ τελειώνει η εικόνα της «σύγχρονης» και «ποιοτικής» ιδιωτικής υγείας και αρχίζει η πραγματικότητα.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο τι συνέβαινε μέσα σε μια συγκεκριμένη κλινική. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο καιρό γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί και γιατί δεν έβαλαν εγκαίρως τέλος σε πρακτικές που, σύμφωνα με τις καταγγελίες και τα ευρήματα των ελέγχων, δημιουργούσαν σοβαρούς κινδύνους για ασθενείς.
Η υπόθεση της «Ευαγγελισμός Α.Ε.» είναι χαρακτηριστική. Μια ιδιωτική μονάδα υγείας, σχεδόν δίπλα στο «Θεαγένειο», φέρεται να λειτουργούσε ογκολογικό τμήμα χωρίς την προβλεπόμενη άδεια και χωρίς τις αναγκαίες προϋποθέσεις. Δεν μιλάμε για μια τυπική διοικητική παράβαση. Μιλάμε για έναν χώρο όπου πραγματοποιούνταν θεραπείες σε ανθρώπους που βρίσκονταν στην πιο ευάλωτη στιγμή της ζωής τους.
Κι όμως, χρειάστηκε εισαγγελική παρέμβαση για να κινηθεί αποφασιστικά η διαδικασία. Ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης, Λεωνίδας Νικολόπουλος, παρήγγειλε προκαταρκτική εξέταση ώστε να διερευνηθεί αν υπάρχουν ευθύνες των ελεγκτικών μηχανισμών. Δηλαδή, πλέον δεν εξετάζεται μόνο τι έκανε η συγκεκριμένη κλινική, αλλά και τι έκαναν —ή δεν έκαναν— εκείνοι που είχαν την ευθύνη να την ελέγχουν.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο εξοργιστικό κομμάτι της υπόθεσης. Οι έλεγχοι, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν γίνει γνωστά, είχαν ξεκινήσει ήδη από τον Ιανουάριο του 2025. Υπήρχε χρόνος, υπήρχαν διαδικασίες, υπήρχαν υπηρεσίες και υπήρχαν αρμόδιοι. Παρ’ όλα αυτά, η υπόθεση φαίνεται να παρέμενε σε μια ατελείωτη διοικητική εκκρεμότητα, με παρατάσεις, αποφάσεις και προσωρινές λύσεις, όπως η μείωση των κλινών από 100 σε 50.
Το ερώτημα είναι απλό: πόσο ακόμη έπρεπε να περιμένουν οι ασθενείς μέχρι να θεωρηθεί ότι η κατάσταση ξεπέρασε τα όρια;
Τα ευρήματα της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας κάνουν την υπόθεση ακόμη πιο βαριά. Σύμφωνα με όσα έχουν αποκαλυφθεί, στην κλινική πραγματοποιούνταν χημειοθεραπείες ακόμη και σε ασθενείς χωρίς διάγνωση κακοήθειας. Αν επιβεβαιωθούν πλήρως οι σχετικές διαπιστώσεις, τότε δεν μιλάμε απλώς για κακή διοίκηση ή πλημμελή εποπτεία. Μιλάμε για πρακτικές που αγγίζουν τον πυρήνα της ασφάλειας των ασθενών.
Και πίσω από τους αριθμούς, τα διοικητικά έγγραφα και τις εισαγγελικές παραγγελίες υπάρχουν άνθρωποι. Υπάρχουν οικογένειες που καταγγέλλουν ότι ηλικιωμένοι ασθενείς έμειναν χωρίς την απαιτούμενη φροντίδα. Υπάρχει η περίπτωση μιας 92χρονης που, σύμφωνα με τους συγγενείς της, μεταφέρθηκε για φυσικοθεραπεία και κατέληξε από οξεία αφυδάτωση. Υπάρχουν καταγγελίες για κακομεταχείριση ηλικιωμένων, για ελλείψεις προσωπικού και εκπαίδευσης, για οικονομικές απαιτήσεις και για πρόσθετες χρεώσεις σε ανθρώπους που ήδη βρίσκονταν αντιμέτωποι με σοβαρά προβλήματα υγείας.
Υπάρχουν και καταγγελίες για ασθενείς που φέρονται να πιέστηκαν να καταβάλουν μεγάλα ποσά για θεραπείες και νοσηλεία. Η περίπτωση της καρκινοπαθούς Αθανασίας Ιωαννίδου είναι ενδεικτική του οικονομικού αδιεξόδου στο οποίο μπορεί να βρεθεί ένας άνθρωπος όταν η ανάγκη για θεραπεία μετατρέπεται σε λογαριασμό χιλιάδων ευρώ. Η ίδια έχει καταγγείλει ότι της ζητήθηκαν 12.000 ευρώ για θεραπείες και 300 ευρώ την ημέρα για το δωμάτιο. Τελικά στράφηκε στο «Θεαγένειο», όπου μπόρεσε να λάβει περίθαλψη χωρίς αντίστοιχη οικονομική επιβάρυνση.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, λίγες ώρες αργότερα ανακοινώθηκε η αναστολή λειτουργίας και δεύτερης ιδιωτικής κλινικής στη Θέρμη, λόγω προβλημάτων στη λειτουργία της.
Δύο λουκέτα μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μια απλή διοικητική σύμπτωση. Ούτε μπορεί κάθε φορά που αποκαλύπτεται ένα πρόβλημα να σηκώνουμε τους ώμους και να μιλάμε για «μεμονωμένο περιστατικό». Όταν οι καταγγελίες πολλαπλασιάζονται, όταν οι έλεγχοι καθυστερούν και όταν οι αρχές καλούνται εκ των υστέρων να μαζέψουν τα κομμάτια, τότε υπάρχει ένα ευρύτερο πρόβλημα εποπτείας που απαιτεί απαντήσεις.
Και εδώ μπαίνει αναπόφευκτα η πολιτική διάσταση.
Για χρόνια ακούμε ότι το κράτος πρέπει να λειτουργεί πιο «ευέλικτα», ότι ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να προσφέρει λύσεις και ότι η υγεία χρειάζεται περισσότερη αγορά και λιγότερη γραφειοκρατία. Την ίδια στιγμή, όμως, ένας ασθενής που περιμένει μήνες για εξέταση, χειρουργείο ή θεραπεία δεν ενδιαφέρεται για τις θεωρητικές αντιπαραθέσεις. Θέλει να ξέρει ότι όταν περάσει την πόρτα ενός νοσοκομείου ή μιας κλινικής θα βρει γιατρούς, νοσηλευτές, ασφαλείς υποδομές και στοιχειώδη αξιοπρέπεια.
Η πολιτική της κυβέρνησης στον χώρο της υγείας, με τον Άδωνι Γεωργιάδη να υπερασπίζεται την ενίσχυση της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα και μοντέλα όπως τα απογευματινά χειρουργεία με οικονομική συμμετοχή, έχει προκαλέσει έντονη πολιτική αντιπαράθεση. Οι επικριτές της θεωρούν ότι οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση της περίθαλψης. Οι υποθέσεις που αποκαλύπτονται στη Θεσσαλονίκη επαναφέρουν αυτή τη συζήτηση με πολύ πιο σκληρούς όρους.
Γιατί όταν ένας άνθρωπος με καρκίνο αισθάνεται ότι πρέπει να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη για να εξασφαλίσει τη θεραπεία του, όταν ηλικιωμένοι καταγγέλλεται ότι δεν έτυχαν ούτε της στοιχειώδους φροντίδας και όταν μια ολόκληρη δομή λειτουργεί υπό καθεστώς που ερευνάται από τις αρχές, τότε η συζήτηση για την υγεία παύει να είναι θεωρητική.
Γίνεται ζήτημα ζωής.
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, δεν είναι μόνο όσα αποκαλύφθηκαν. Είναι όσα ενδεχομένως δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί. Αν μια παράνομη δραστηριότητα μπορούσε να λειτουργεί επί χρόνια δίπλα σε ένα μεγάλο δημόσιο αντικαρκινικό νοσοκομείο, τότε κανείς δεν μπορεί να θεωρεί ότι το πρόβλημα εξαντλείται σε μία μόνο κλινική.
Η Δικαιοσύνη καλείται πλέον να ερευνήσει ευθύνες. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί καλούνται να δώσουν εξηγήσεις. Και η πολιτική ηγεσία οφείλει να απαντήσει στο αυτονόητο: ποιος ελέγχει πραγματικά εκείνους που έχουν αναλάβει να προστατεύουν τους ασθενείς;
Γιατί η υγεία δεν είναι αγορά όπου ο ισχυρότερος οικονομικά αγοράζει καλύτερη μεταχείριση. Δεν είναι πεδίο όπου η απουσία ελέγχων μπορεί να βαφτίζεται «ευελιξία». Και ο ασθενής δεν είναι πελάτης που πρέπει να αποδείξει ότι έχει αρκετά χρήματα για να δικαιούται αξιοπρεπή περίθαλψη.
Τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης απαιτούν πλήρη διερεύνηση, διαφάνεια και απαντήσεις. Όχι επικοινωνιακές διαχειρίσεις, όχι διοικητικές δικαιολογίες και όχι την εύκολη λύση του «μεμονωμένου περιστατικού». Γιατί όταν το κράτος αποτυγχάνει να ελέγξει εγκαίρως μια δομή υγείας, το τίμημα δεν καταγράφεται απλώς σε έναν φάκελο ελέγχου.
Το πληρώνουν άνθρωποι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου