
Οι εικόνες κοινωνικής έκρηξης από το Παρίσι αλλάζουν τα δεδομένα ενόψει των ελληνικών εκλογών. Η ακρίβεια, η στεγαστική ασφυξία και η οργή των νέων δημιουργούν ένα επικίνδυνο μείγμα, την ώρα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη καλείται να αντιμετωπίσει μια δυσαρέσκεια που δεν περιορίζεται πλέον στις δημοσκοπήσεις. Το ερώτημα που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα είναι αν η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια περίοδο γενικευμένων κοινωνικών κινητοποιήσεων
Οι εικόνες που έρχονται από τη Γαλλία είναι αρκετές για να προκαλέσουν βαθύ προβληματισμό σε κάθε ευρωπαϊκή κυβέρνηση. Εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές, συγκρούσεις με την αστυνομία, πυρπολημένα δημόσια κτίρια και μια κυβέρνηση που επιστρατεύει έκτακτα μέτρα ασφαλείας, προσπαθώντας να ανακτήσει τον έλεγχο. Η κοινωνική οργή που ξέσπασε στους γαλλικούς δρόμους ξεπέρασε μέσα σε λίγες εβδομάδες τα όρια μιας συνηθισμένης κινητοποίησης, μετατρέποντας την ακρίβεια, την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και το αδιέξοδο των νέων σε εκρηκτικό πολιτικό ζήτημα.
Στην Αθήνα, οι εξελίξεις παρακολουθούνται σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη συγκυρία. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκεται ήδη σε προεκλογική τροχιά, με την οικονομική πίεση στα νοικοκυριά να κυριαρχεί στην κοινωνική ατζέντα και τις δημοσκοπήσεις να καταγράφουν εκτεταμένη δυσαρέσκεια. Το ενδεχόμενο να αποκτήσει αυτή η δυσαρέσκεια μαζική παρουσία στους δρόμους προσθέτει μια νέα, απρόβλεπτη παράμετρο στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Γιατί μια κοινωνική έκρηξη δεν ακολουθεί απαραίτητα τις κομματικές γραμμές, ούτε αντιμετωπίζεται με τις συμβατικές μεθόδους πολιτικής επικοινωνίας.
Η Γαλλία στις φλόγες και η κοινωνική οργή που ξέφυγε από κάθε πρόβλεψη
Η μεγάλη αναταραχή στη Γαλλία δεν γεννήθηκε μέσα σε ένα βράδυ. Ξεκίνησε από τη διαμαρτυρία μαθητών για τις συνθήκες στα σχολεία, την έλλειψη εκπαιδευτικών και την υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης. Μέσα σε εβδομάδες, το κίνημα διευρύνθηκε, συναντώντας την αγανάκτηση εργαζομένων, συνδικαλιστικών οργανώσεων και τμημάτων της κοινωνίας που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στο κόστος ζωής.
Η μαζική κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου, με περισσότερους από μισό εκατομμύριο συμμετέχοντες, σημαδεύτηκε από σοβαρά επεισόδια, καταστροφές και χιλιάδες προσαγωγές και συλλήψεις. Η πλειονότητα των διαδηλωτών κινητοποιήθηκε ειρηνικά, όμως η έκταση των συγκρούσεων έφερε την κυβέρνηση αντιμέτωπη με μια από τις σοβαρότερες κρίσεις δημόσιας τάξης των τελευταίων ετών.
Ο Εμανουέλ Μακρόν καταδίκασε τη βία, ενώ ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί προχώρησε σε τοπικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας και έκτακτα μέτρα. Η καταστολή των επεισοδίων, ωστόσο, δεν απαντά αυτομάτως στις κοινωνικές αιτίες των κινητοποιήσεων. Εκεί βρίσκεται και το πολιτικό δίδαγμα της γαλλικής κρίσης. Ένα αρχικά περιορισμένο κίνημα μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη δυναμική όταν διαφορετικές κοινωνικές ομάδες αναγνωρίσουν κοινά προβλήματα και επιλέξουν να διαμαρτυρηθούν ταυτόχρονα.
Η Αθήνα μυρίζει μπαρούτι – Οι πρώτες ενδείξεις βρίσκονται ήδη στους δρόμους
Η Ελλάδα απέχει από τη γαλλική πραγματικότητα ως προς την έκταση και την ένταση των επεισοδίων. Ωστόσο, ορισμένες κοινωνικές πιέσεις που τροφοδοτούν τις ευρωπαϊκές κινητοποιήσεις είναι ήδη ορατές και στην Αθήνα.
Στις 13 Οκτωβρίου, φοιτητές έστησαν σκηνές στην πλατεία Συντάγματος, απέναντι από τη Βουλή, διαμαρτυρόμενοι για τα δυσβάσταχτα ενοίκια και το κόστος σπουδών. Μια εβδομάδα αργότερα, νέες συγκεντρώσεις φοιτητών και μαθητών και η προγραμματισμένη απεργιακή κινητοποίηση των εκπαιδευτικών για τις 21 Οκτωβρίου επιβεβαιώνουν ότι τα ζητήματα της στέγασης, των μισθών και της δημόσιας εκπαίδευσης αποκτούν αυξημένη κινηματική παρουσία.
Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η οικονομική δυσαρέσκεια αρχίζει να αποκτά οργανωμένη δημόσια έκφραση, ενώ η διεθνής ενεργειακή κρίση επιβαρύνει περαιτέρω τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Η συζήτηση για το ενοίκιο, το ηλεκτρικό ρεύμα, τη βενζίνη και το σούπερ μάρκετ έχει μετατραπεί σε καθημερινή πηγή πίεσης για σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας.
Η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει νέες επιδοτήσεις στα καύσιμα και ενίσχυση του επιδόματος θέρμανσης, επιχειρώντας να περιορίσει τις συνέπειες της ενεργειακής αναταραχής. Το κρίσιμο πολιτικό ζήτημα, όμως, είναι κατά πόσον αυτές οι παρεμβάσεις επαρκούν για να ανακόψουν τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια.
Οι αριθμοί που αλλάζουν την προεκλογική εξίσωση για το Μαξίμου
Το μέγεθος της κοινωνικής πίεσης αποτυπώνεται ήδη στις μετρήσεις της κοινής γνώμης. Στη δημοσκόπηση της Opinion Poll που παρουσιάστηκε στις 13 Οκτωβρίου, το 58,5% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι το βιοτικό του επίπεδο επιδεινώθηκε τον τελευταίο χρόνο, ενώ το 76,2% έκρινε ότι η κυβέρνηση αντιδρά με καθυστέρηση και χωρίς την απαιτούμενη ταχύτητα απέναντι στην ακρίβεια.
Πρόκειται για ευρήματα που φωτίζουν μια δυσκολία της κυβερνητικής στρατηγικής. Το Μέγαρο Μαξίμου επικαλείται την ανάπτυξη, τα δημοσιονομικά πλεονάσματα και τις εισοδηματικές παρεμβάσεις, όμως ένα σημαντικό μέρος των πολιτών αξιολογεί την κατάσταση μέσα από την αγοραστική του δύναμη και τα πάγια έξοδα του νοικοκυριού.
Η πίεση αποτυπώνεται και στις κομματικές μετρήσεις, με πρόσφατες έρευνες της Alco και της Marc να καταγράφουν κάμψη της Νέας Δημοκρατίας έναντι των προηγούμενων μετρήσεών τους. Η κυβέρνηση διατηρεί το προβάδισμά της, αλλά η δυσαρέσκεια για την ακρίβεια δυσκολεύει την προσπάθεια πολιτικής επανασυσπείρωσης.
Η νέα συνθήκη ενόψει των εκλογών είναι ότι η κυβέρνηση δεν έχει να διαχειριστεί μόνο την εκλογική φθορά, αλλά και το ενδεχόμενο μιας παράλληλης κοινωνικής κινητοποίησης. Πρόκειται για δύο διαφορετικές διαδικασίες που μπορούν να αλληλεπιδράσουν, χωρίς ωστόσο η μία να οδηγεί αναγκαστικά στην άλλη.
Το πολιτικό ρίσκο μιας κοινωνικής έκρηξης και το ερώτημα της εξέγερσης
Η γαλλική εμπειρία επαναφέρει ένα ερώτημα που μέχρι πρόσφατα δεν κυριαρχούσε στην ελληνική πολιτική συζήτηση. Μπορεί η κοινωνική δυσαρέσκεια να ξεπεράσει τα όρια των οργανωμένων διαδηλώσεων και να εξελιχθεί σε ένα ευρύτερο κύμα αμφισβήτησης;
Η απάντηση δεν προκύπτει αυτομάτως από τις δημοσκοπήσεις. Η Ελλάδα διαθέτει διαφορετική πολιτική παράδοση, διαφορετικές συνδικαλιστικές δομές και διαφορετικούς κοινωνικούς συσχετισμούς από τη Γαλλία. Οι σημερινές κινητοποιήσεις δεν συνιστούν από μόνες τους ένδειξη επικείμενης εξέγερσης.
Εκείνο που έχει ενδιαφέρον είναι η πιθανότητα να συναντηθούν σε κοινές κινητοποιήσεις ομάδες με διαφορετικές αφετηρίες, αλλά παρόμοια οικονομικά αιτήματα. Εργαζόμενοι που ζητούν αυξήσεις, φοιτητές που αδυνατούν να πληρώσουν ενοίκιο, εκπαιδευτικοί που διαμαρτύρονται για τις συνθήκες εργασίας και οικογένειες που πιέζονται από τις ανατιμήσεις αποτελούν κοινωνικές κατηγορίες με υπαρκτά, καταγεγραμμένα προβλήματα.
Στο κυβερνητικό στρατόπεδο, η προεκλογική εξίσωση περιλαμβάνει πλέον και αυτή τη διάσταση. Η διαχείριση των κοινωνικών αιτημάτων, η αποτελεσματικότητα των οικονομικών παρεμβάσεων και η στάση απέναντι στις κινητοποιήσεις αποκτούν πρόσθετο πολιτικό βάρος.
Η Γαλλία προσφέρει ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό παράδειγμα για το πόσο γρήγορα μπορεί να μεταβληθεί το κοινωνικό κλίμα. Στην Αθήνα, το ερώτημα δεν είναι αν θα επαναληφθούν αναγκαστικά οι γαλλικές εικόνες, αλλά πόση ακόμη πίεση μπορούν να απορροφήσουν τα ελληνικά νοικοκυριά πριν η δυσαρέσκεια αποκτήσει μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια στους δρόμους. Και αυτό είναι ένα ζήτημα που ούτε οι δημοσκοπήσεις ούτε οι κυβερνητικές εξαγγελίες μπορούν να απαντήσουν από μόνες τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου