
Επτά χρόνια μετά την υπογραφή του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου, η Αθήνα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εξαιρετικά δυσμενή εξέλιξη. Η Βουλή της Ανατολικής Λιβύης, που αποτελούσε το βασικό πολιτικό ανάχωμα απέναντι στους σχεδιασμούς της Άγκυρας, ενέκρινε τη συμφωνία, ανατρέποντας τις προηγούμενες αποφάσεις της. Οι ευθύνες της κυβέρνησης Μητσοτάκη, οι λανθασμένοι υπολογισμοί για τον Χαλίφα Χαφτάρ και η τουρκική διείσδυση στη Βεγγάζη θέτουν πλέον σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής
Μια από τις σοβαρότερες ανατροπές των τελευταίων ετών στην Ανατολική Μεσόγειο συντελέστηκε στις 20 Οκτωβρίου, με την απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019. Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή προέρχεται από το πολιτικό στρατόπεδο του Χαλίφα Χαφτάρ, το οποίο είχε αντιταχθεί στη συμφωνία με την Τουρκία και αντιμετωπιζόταν επί σειρά ετών από την Αθήνα ως σημαντικός παράγοντας για την αναχαίτιση των τουρκικών επιδιώξεων.
Η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται πλέον ενώπιον μιας πραγματικότητας που δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί μόνο με ανακοινώσεις περί διεθνούς νομιμότητας. Η Άγκυρα κατάφερε να εξασφαλίσει τη θετική στάση και των δύο ανταγωνιστικών κέντρων εξουσίας της Λιβύης, την ώρα που η ελληνική διπλωματία, παρά τις επανειλημμένες επαφές και τις δημόσιες διαβεβαιώσεις, δεν μπόρεσε να αποτρέψει την ανατροπή της στάσης της Βεγγάζης.
Το πρόβλημα είναι βαθύ και πρωτίστως πολιτικό. Το παράνομο μνημόνιο δεν απέκτησε ξαφνικά νομιμότητα επειδή υπερψηφίστηκε από ένα λιβυκό κοινοβούλιο. Απέκτησε, όμως, πρόσθετη πολιτική στήριξη στο εσωτερικό της Λιβύης, στερώντας από την Ελλάδα ένα από τα σημαντικότερα διπλωματικά επιχειρήματα που αξιοποιούσε από το 2019. Και αυτή η εξέλιξη καταγράφεται επί πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη, επτά χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία.
Η απόφαση της Βεγγάζης και το τέλος ενός ελληνικού διπλωματικού υπολογισμού
Η απόφαση της λιβυκής Βουλής δεν περιορίστηκε στην έγκριση του μνημονίου οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών που είχαν υπογράψει στις 27 Νοεμβρίου 2019 η Τουρκία και η τότε κυβέρνηση της Τρίπολης. Οι βουλευτές προχώρησαν ομόφωνα και στην κατάργηση δύο αποφάσεων του 2020, με τις οποίες είχαν απορρίψει τα μνημόνια συνεργασίας με την Άγκυρα και είχαν διακόψει τις πολιτικές σχέσεις με την Τουρκία.
Πρόκειται για μια ουσιαστική μεταστροφή. Η Ανατολική Λιβύη, υπό την ισχυρή επιρροή της οικογένειας Χαφτάρ, αποτελούσε μέχρι πρότινος το σημείο στο οποίο η ελληνική διπλωματία μπορούσε να στηριχθεί για να αμφισβητήσει την εσωτερική πολιτική αποδοχή του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Η σημασία αυτής της εκκρεμότητας είχε αναδειχθεί επανειλημμένως από την ίδια την κυβέρνηση. Τον Ιούλιο του 2025, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, αποτιμώντας τις επαφές του στη Λιβύη, υπογράμμιζε ότι το μνημόνιο δεν είχε κυρωθεί από τη Βουλή της Ανατολικής Λιβύης. Το παρουσίαζε ως ένα από τα θετικά δεδομένα της ελληνικής διπλωματικής προσπάθειας.
Δεκαπέντε μήνες αργότερα, το δεδομένο αυτό έχει ανατραπεί ολοκληρωτικά. Η κυβέρνηση καλείται επομένως να εξηγήσει πώς μια κατάσταση την οποία αξιολογούσε ως θετική εξελίχθηκε σε μια τόσο σοβαρή διπλωματική ανατροπή, παρότι οι κινήσεις προσέγγισης της Βεγγάζης με την Άγκυρα ήταν γνωστές εδώ και πολλούς μήνες.
Η Τουρκία κέρδιζε έδαφος στη Λιβύη και η Αθήνα επένδυε στις επαφές με τον Χαφτάρ
Η μεταστροφή της Ανατολικής Λιβύης δεν προέκυψε αιφνιδιαστικά. Η Τουρκία ακολούθησε μια μακροχρόνια στρατηγική διείσδυσης, εγκαταλείποντας σταδιακά τη μονοδιάστατη στήριξη στην κυβέρνηση της Τρίπολης και αναπτύσσοντας σχέσεις με το στρατόπεδο του Χαλίφα Χαφτάρ. Η συνεργασία επεκτάθηκε σε στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, με την Άγκυρα να επιδιώκει πλέον παρουσία σε ολόκληρη τη λιβυκή επικράτεια.
Τον Ιούλιο του 2026 καταγράφονταν ήδη σημαντικές εξελίξεις στη στρατιωτική συνεργασία Τουρκίας και Ανατολικής Λιβύης. Τον Αύγουστο ακολούθησε η επίσκεψη του Χακάν Φιντάν στην Τρίπολη και στη Βεγγάζη. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών συναντήθηκε με τον Χαλίφα Χαφτάρ, τον γιο του Σαντάμ, αλλά και τον πρόεδρο της λιβυκής Βουλής Αγκίλα Σάλεχ, ο οποίος διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες.
Η ελληνική πλευρά δεν είχε μείνει αδρανής. Ο Γεραπετρίτης είχε επισκεφθεί τη Βεγγάζη και την Τρίπολη τον Ιούλιο του 2025, ενώ στις 15 Ιουνίου 2026 είχε υποδεχθεί στην Αθήνα τον Σαντάμ Χαφτάρ. Παράλληλα, είχαν πραγματοποιηθεί τεχνικές συνομιλίες για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Λιβύη.
Το αποτέλεσμα, ωστόσο, είναι εκείνο που καθορίζει την πολιτική αποτίμηση των χειρισμών. Παρά την κινητικότητα της Αθήνας, η Άγκυρα κατάφερε να μετατρέψει τους παλαιούς αντιπάλους της σε συνομιλητές και τελικά σε υποστηρικτές της συμφωνίας του 2019. Η ελληνική διπλωματία διατήρησε διαύλους επικοινωνίας, αλλά δεν εξασφάλισε το ζητούμενο, δηλαδή τη συνέχιση της αντίθεσης της Βεγγάζης στο μνημόνιο.
Οι προειδοποιήσεις του 2025 και οι χαμένες δυνατότητες
Η σημερινή εξέλιξη αποκτά μεγαλύτερη σημασία εάν εξεταστεί η αλληλουχία των γεγονότων. Ήδη από το καλοκαίρι του 2025 είχαν εμφανιστεί σαφείς ενδείξεις ότι η λιβυκή στάση μεταβαλλόταν.
Η κυβέρνηση της Τρίπολης είχε υποβάλει στον ΟΗΕ νέες διπλωματικές διακοινώσεις, αμφισβητώντας ελληνικές θαλάσσιες διεκδικήσεις νοτίως της Κρήτης και παρουσιάζοντας χάρτες που στηρίζονταν στις θέσεις του τουρκολιβυκού μνημονίου. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους είχε επίσης ανακοινωθεί συνεργασία της λιβυκής Εθνικής Εταιρείας Πετρελαίου με την τουρκική TPAO για έρευνες σε θαλάσσιες περιοχές.
Ακολούθησε, τον Ιούλιο, το επεισόδιο με την ευρωπαϊκή αντιπροσωπεία στη Βεγγάζη, όταν ο Ευρωπαίος επίτροπος Μετανάστευσης και υπουργοί από τέσσερις χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, κηρύχθηκαν ανεπιθύμητα πρόσωπα από τις αρχές της Ανατολικής Λιβύης.
Τα γεγονότα αυτά είχαν ήδη αναδείξει πόσο εύθραυστες ήταν οι ισορροπίες. Η ελληνική πλευρά επιχείρησε να αποκαταστήσει τους διαύλους επικοινωνίας, αλλά η Τουρκία συνέχισε να διευρύνει την πολιτική και στρατιωτική επιρροή της.
Το βασικό ερώτημα για το Μέγαρο Μαξίμου είναι γιατί δεν κατέστη δυνατό να αποτραπεί μια εξέλιξη που είχε προαναγγελθεί από τη σταδιακή προσέγγιση της Άγκυρας με την οικογένεια Χαφτάρ. Η επίκληση της ιδιαιτερότητας της λιβυκής πολιτικής κατάστασης εξηγεί τις δυσκολίες, δεν απαντά όμως από μόνη της στο ζήτημα της αποτελεσματικότητας των ελληνικών επιλογών.
Η συμφωνία με την Αίγυπτο, η Κρήτη και τα όρια της ελληνικής στρατηγικής
Το 2020, η κυβέρνηση Μητσοτάκη πέτυχε μια ουσιαστική διπλωματική κίνηση με την υπογραφή της συμφωνίας μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο. Η συμφωνία αμφισβήτησε στην πράξη την τουρκική προσπάθεια δημιουργίας μιας ενιαίας θαλάσσιας ζώνης με τη Λιβύη, αναγνωρίζοντας την επίδραση ελληνικών νησιών στην οριοθέτηση.
Ωστόσο, η οριοθέτηση ήταν μερική. Δεν κάλυψε το σύνολο των περιοχών στις οποίες διατυπώνονται ανταγωνιστικές θαλάσσιες διεκδικήσεις, αφήνοντας ανοιχτές σημαντικές εκκρεμότητες τόσο προς τα ανατολικά όσο και προς τα δυτικά.
Η Τουρκία αξιοποίησε αυτές τις εκκρεμότητες για να συντηρήσει την παρουσία του μνημονίου στην περιφερειακή διπλωματική ατζέντα. Οι διαφωνίες επεκτάθηκαν στις ενεργειακές έρευνες, στις θαλάσσιες διασυνδέσεις και στους χάρτες που κατατίθενται στον ΟΗΕ.
Η Αθήνα απάντησε με την προώθηση ερευνών υδρογονανθράκων και την παρουσία μεγάλων αμερικανικών εταιρειών. Τον Φεβρουάριο του 2026 υπογράφηκαν συμφωνίες με τη Chevron και τη HELLENiQ ENERGY για τέσσερις θαλάσσιες περιοχές, μεταξύ των οποίων δύο νοτίως της Κρήτης. Η εξέλιξη έχει οικονομική και γεωπολιτική σημασία, αλλά δεν υποκαθιστά την ανάγκη αποτελεσματικής διπλωματικής αντιμετώπισης των ανταγωνιστικών διεκδικήσεων.
Η ελληνική θέση παραμένει ισχυρά θεμελιωμένη στο Δίκαιο της Θάλασσας. Το άρθρο 121 της Σύμβασης του ΟΗΕ αναγνωρίζει, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, δικαιώματα υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στα νησιά. Η τουρκολιβυκή οριοθέτηση παρακάμπτει την επίδραση της Κρήτης και άλλων ελληνικών νησιών, με αποτέλεσμα να αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επίσης ξεκαθαρίσει από τον Δεκέμβριο του 2019 ότι το μνημόνιο παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, αντιβαίνει στο Δίκαιο της Θάλασσας και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τους.
Το πρόβλημα συνεπώς δεν είναι η ανεπάρκεια της ελληνικής νομικής επιχειρηματολογίας. Είναι η αδυναμία της κυβέρνησης να μετατρέψει αυτή τη νομική θέση σε αποτελεσματική πολιτική επιρροή μέσα στη Λιβύη.
Το πολιτικό κόστος για τον Μητσοτάκη και τα ερωτήματα που απαιτούν απαντήσεις
Η ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών μετά την απόφαση της λιβυκής Βουλής υπήρξε κατηγορηματική. Η Αθήνα απέρριψε τη συμφωνία ως παράνομη και άκυρη, τονίζοντας ότι η γεωγραφία και το Δίκαιο της Θάλασσας δεν μεταβάλλονται με μονομερείς κοινοβουλευτικές αποφάσεις.
Η τοποθέτηση ανταποκρίνεται στην πάγια ελληνική νομική θέση. Δεν αναιρεί, όμως, τις πολιτικές συνέπειες της εξέλιξης. Η Τουρκία διαθέτει πλέον ένα επιπλέον διπλωματικό επιχείρημα, καθώς η συμφωνία υποστηρίζεται και από τη λιβυκή Βουλή που προηγουμένως την απέρριπτε.
Το ΠΑΣΟΚ, με κοινή παρέμβαση των Δημήτρη Μάντζου και Γιάννη Μανιάτη, χαρακτήρισε την εξέλιξη ιδιαίτερα αρνητική για τα ελληνικά συμφέροντα, καταλογίζοντας στην κυβέρνηση έλλειψη συνεκτικής πολιτικής από το 2019 και ζητώντας ενημέρωση των πολιτικών δυνάμεων. Η κριτική αυτή αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα που αφορά τον συνολικό απολογισμό της ελληνικής διπλωματίας στη Βόρεια Αφρική.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλείται πλέον να απαντήσει γιατί, παρά τις διαδοχικές πρωτοβουλίες, τις επισκέψεις και τις επαφές με τις αντίπαλες λιβυκές πλευρές, η Ελλάδα δεν κατάφερε να διατηρήσει ούτε το προηγούμενο καθεστώς μη αποδοχής του μνημονίου από την Ανατολική Λιβύη.
Η απόφαση της Βεγγάζης δεν μεταβάλλει τα ελληνικά δικαιώματα στη θάλασσα, μεταβάλλει όμως δυσμενώς το διπλωματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η χώρα καλείται να τα υπερασπιστεί. Και εκεί ακριβώς εντοπίζεται η ευθύνη μιας κυβέρνησης που είχε επτά χρόνια στη διάθεσή της για να οικοδομήσει μια αποτελεσματικότερη πολιτική απέναντι στους τουρκικούς σχεδιασμούς.
Η Άγκυρα διαμόρφωσε σταδιακά σχέσεις με ολόκληρο το λιβυκό πολιτικό και στρατιωτικό σύστημα. Η Αθήνα διατήρησε τις νομικές της θέσεις και ανέπτυξε διπλωματικές πρωτοβουλίες, χωρίς όμως να αποτρέψει την κρίσιμη μεταβολή των συσχετισμών. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στις ελληνικές επιδιώξεις και στο τελικό πολιτικό αποτέλεσμα αποτελεί πλέον το ουσιαστικό αντικείμενο της συζήτησης για τους χειρισμούς της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου