.

Ο Μουσολίνι είχε συμμετάσχει στην εκπόνηση του σχεδίου «Emergenza G» για την κατάληψη της Ελλάδας. Θέλησε να παρακολουθήσει προσωπικά την επιχείρηση «Primavera» (9-20 Μαρτίου 1941). Η αποτυχία ήταν παταγώδης και σε λίγο θα αναλάμβαναν οι Γερμανοί
Γιάννης Μπαζός
Για τους Έλληνες, τον Οκτώβριο του 1940, η ιταλική επίθεση μπορεί να ήταν «κεραυνός εν αιθρία», όμως από την πλευρά των Ιταλών ήταν καλά προετοιμασμένη. Το ιταλικό σχέδιο πολέμου έφερε την ονομασία «Emergenza G» («Επείγον/γουσα Ελλάς») και προέβλεπε την κατάληψη της χώρας σε τρεις φάσεις. Η πρώτη φάση ήταν η κατάληψη των Ιονίων Νήσων –απαραίτητο προγεφύρωμα– και της Ηπείρου. Στη δεύτερη φάση θα καταλαμβάνονταν η δυτική Μακεδονία με την ενίσχυση νέων μονάδων που θα αποβιβάζονταν στα νησιά και στην Ήπειρο. Τρίτη φάση, η προέλαση προς τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα με σκοπό την κατάκτηση της χώρας. Το σχέδιο είχε εκπονηθεί συνυπολογίζοντας την ουδετερότητα της Γιουγκοσλαβίας. [ΓΕΣ/ΔΙΣ (1960) 6, 278, Παράτημα 2, Κατευθύνσεις διά την επιχείρησιν «EMMERGENZA G»]
Το μέτωπο είχε μήκος περίπου 150 χιλιομέτρων, σε μια εξ ολοκλήρου ορεινή και εξαιρετικά δύσβατη περιοχή. Η οροσειρά της Πίνδου χώριζε το θέατρο επιχειρήσεων στα δύο: αυτό της Ηπείρου (δυτικά) και εκείνο της δυτικής Μακεδονίας (ανατολικά).

Ο Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα, πρώτος επικεφαλής των δυνάμεων που επιτέθηκαν στην Ελλάδα, και ο Κάρλο Ρόσι, διοικητής του XXV Σώματος Στρατού «Τσαμουριά», είχαν πολεμήσει στον ιταλοτουρκικό πόλεμο, όπως άλλωστε όλοι οι ανώτεροι Ιταλοί στρατιωτικοί. Ο Ουμπάλντο Σοντού ηγήθηκε του ιταλικού στρατού από τις 8 Νοεμβρίου έως τις 29 Δεκεμβρίου. Ο Μουσολίνι τον αντικατέστησε όταν έμαθε ότι συνέχιζε τα βράδια το αγαπημένο του χόμπι, να συνθέτει κινηματογραφική μουσική (!)
Ιταλικές δυνάμεις. Το σχέδιο του Πράσκα
Την παραμονή της επίθεσης στην Ελλάδα, στην Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση Αλβανίας, υπό τον στρατηγό Βισκόντι Πράσκα, υπάγονταν οι εξής ιταλικές δυνάμεις:
Στην Ήπειρο, το XXV Σώμα Στρατού «Τσαμουριά» υπό τον στρατηγό Κάρλο Ρόσι που περιλάμβανε:
* Την 23η Μεραρχία Πεζικού «Φεράρα» υπό τον στρατηγό Τζανίνι, ανεπτυγμένη στις περιοχές Μέρτζανη – Πρεμετή και Γεωργουτσάδες – Αργυρόκαστρο και με δύναμη 21.000 ανδρών.
* Την 51η Μεραρχία Πεζικού «Σιένα» υπό τον στρατηγό Γκαμπούτι, ανεπτυγμένη στις περιοχές Κονίσπολη – Δέλβινο – Άγιοι Σαράντα και με δύναμη 12.500 ανδρών.
* Την 131 Τεθωρακισμένη Μεραρχία «Κένταυρος» υπό τον στρατηγό Μάλι ανεπτυγμένη στις περιοχές Τεπελένι – Αργυρόκαστρο με δύναμη 2.200 ανδρών και 40 αρμάτων.
– Τη Μεραρχία Ιππικού, ενισχυμένη με μονάδες πυροβολικού και πεζικού, υπό τον στρατηγό Ριβόλτα.
Η συνολική δύναμη του XXV Σώματος έφτανε τους 42.000 άνδρες και περιλάμβανε 22 τάγματα πεζικού, 61 πυροβολαρχίες (18 βαριές), 90 άρματα, τρία συντάγματα και μία επιλαρχία ιππικού και δύο τάγματα όλμων.
Ανατολικότερα, στη βορειοδυτική Μακεδονία και τη γιουγκοσλαβική μεθόριο, είχε παραταχθεί το XXVI Σώμα Στρατού «Κορυτσά» υπό τον στρατηγό Γκαμπριέλε Νάσι που περιλάμβανε:
* Την 29η Μεραρχία Πεζικού «Πιεμόντε» υπό τον στρατηγό Γκρατορόλα ανατολικά της Κορυτσάς και δύναμης 12.500 ανδρών.
* Την 49η Μεραρχία Πεζικού «Πάρμα» υπό τον στρατηγό Νάλντι δυτικά της Κορυτσάς και με δύναμη 9.300 ανδρών.
* Τη 19η Μεραρχία Πεζικού «Βενέτσια» υπό τον στρατηγό Μπονίνι από την Πρέσπα ως το Ελμπασάν και είχε δύναμη 10.000 ανδρών.
* Την 53η Μεραρχία Πεζικού «Αρέτζο» υπό τον στρατηγό Φερόνε στην περιοχή της Σκόδρας, με δύναμη 12.000 ανδρών.
* Ως εφεδρεία του σώματος υπήρχε ένα Τάγμα Βερσαλιέρων της 131ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας (50 άρματα) στην περιοχή της Ερσέκας.
Συνολικά το XXVI Σώμα διέθετε 44.000 άνδρες και περιλάμβανε 32 τάγματα, 47 πυροβολαρχίες (οι πέντε βαριές), 60 άρματα, ένα σύνταγμα ιππικού, μία ίλη και τέσσερα τάγματα όλμων.
Ανάμεσα στα δύο Σώματα Στρατού, στην περιοχή Ερσέκα – Λεσκοβίκι, την επίλεκτη 3η Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» υπό τον στρατηγό Τζιρότι, η οποία με δύναμη 10.800 ανδρών και σύνθεση πέντε τάγματα, έξι ορειβατικές πυροβολαρχίες και μια ίλη ιππικού.
Τις παραπάνω δυνάμεις κάλυπτε η ιταλική αεροπορία, η οποία διέθεσε στο μέτωπο της Αλβανίας 179 καταδιωκτικά, 225 βομβαρδιστικά και 59 αναγνωριστικά, συνολικά δηλαδή 463 αεροσκάφη. [Ελληνικό ΓΕΕΘΑ, 1940: Έτος Πολεμικής Προετοιμασίας]

Ιταλοί στρατιώτες και μουλάρια διασχίζουν ένα χείμαρρο στην Πίνδο (Ιταλικά Κεντρικά Αρχεία του Κράτους)
Ελληνικές δυνάμεις. Το στρατήγημα Κατσιμήτρου
Οι κύριες ελληνικές δυνάμεις στην περιοχή αριθμούσαν συνολικά περίπου 35.000 άνδρες και ήταν:
Στην Ήπειρο, η VIIIη Μεραρχία Πεζικού, υπό τον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, που είχε ενισχυθεί με το στρατηγείο της III Ταξιαρχίας, υπό τον συνταγματάρχη Δημήτριο Γιατζή και μερικές ακόμη μονάδες πεζικού και πυροβολικού. Συνολικά διέθετε τέσσερις διοικήσεις συνταγμάτων πεζικού, 15 τάγματα πεζικού, 16 πυροβολαρχίες, πέντε ουλαμούς πυροβολικού συνοδείας, δύο τάγματα πολυβόλων κινήσεως, μία πολυβολαρχία βαρέων πολυβόλων και μία μεραρχιακή μονάδα αναγνωρίσεως. Επιπλέον το 39ο Σύνταγμα Ευζώνων της III Μεραρχίας είχε επιστρατευθεί και στις 27 Οκτωβρίου κινούνταν προς την Ήπειρο.
Ανατολικότερα, στην περιοχή της δυτικής Μακεδονίας, το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ), υπό τον αντιστράτηγο Ιωάννη Πιτσίκα, στο οποίο υπάγονταν:
* Το Β΄ Σώμα Στρατού, υπό τον αντιστράτηγο Δημήτριο Παπαδόπουλο, που αποτελούνταν από τις I (υποστράτηγος Βασίλειος Βραχνός) και IX (υποστράτηγος Χρήστος Ζυγούρης) Μεραρχίες Πεζικού, την V Ταξιαρχία Πεζικού και τον ΙΧα Συνοριακό Τομέα.
* Το Γ΄ Σώμα Στρατού, υπό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου, που αποτελούνταν από τις X (υποστράτηγος Χρήστος Κίτσος) και XI (συνταγματάρχης ΠΒ Γεώργιος Κώτσαλος) Μεραρχίες Πεζικού, την IV Ταξιαρχία Πεζικού και τους IX, X και XI Συνοριακούς Τομείς.
Το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων τις X Μεραρχίας ήταν στη Βέροια, την Έδεσσα και στα Γιαννιτσά, ενώ της XI Μεραρχίας στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Την παραμονή της ιταλικής επίθεσης το ΤΣΔΜ ανέπτυξε στα αλβανικά σύνορα 22 τάγματα πεζικού και 22 και μισή πυροβολαρχίες.
Στην περιοχή της Πίνδου, ανάμεσα στο ΤΣΔΜ και την VIII Μεραρχία, το «Απόσπασμα Πίνδου», υπό τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη, διέθετε το 51ο Σύνταγμα Πεζικού (δύο τάγματα), μια ορειβατική πυροβολαρχία των 75 χλστ., έναν ουλαμό Πυροβολικού Συνοδείας των 65 χλστ. και έναν ουλαμό ιππικού.

Η 3η Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» του στρατηγού Τζιρότι διέθετε δύναμη 10.800 ανδρών
Εμπειροπόλεμοι και οι δύο. Μικρασία και ιταλοτουρκικός
Ποιοι ήταν όμως οι άνθρωποι πίσω από τα νούμερα και τα στατιστικά στοιχεία; Τόσο οι Ιταλοί όσο και οι Έλληνες αξιωματικοί ήταν εμπειροπόλεμοι. Οι περισσότεροι Ιταλοί είχαν πολεμήσει στον Ιταλοτουρκικό πόλεμο (1911-1912) και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ οι Έλληνες ομόλογοί τους είχαν δοκιμαστεί στους Βαλκανικούς πολέμους 1912-13, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην Εκστρατεία της Μικράς Ασίας.
Το γενικό πρόσταγμα είχε ο στρατηγός Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα, στρατιωτικός διοικητής της προσαρτημένης Αλβανίας, ο οποίος ήταν εμπνευστής του σχεδίου επίθεσης και πίστευε ότι εύκολα θα μπορούσε να διασπάσει την άμυνα των Ελλήνων. Πιθανότατα ο Πράσκα ήθελε όλη τη δόξα του εγχειρήματος για τον εαυτό του, και αρνήθηκε σθεναρά τη συνδρομή άλλων συναδέλφων του, υποστηρίζοντας ότι δεν χρειαζόταν τη βοήθεια άλλων μονάδων και πως αρκούσαν επτά μεραρχίες –όσες μπορούσε αυτός να διοικήσει– ενώ ο αρχικός σχεδιασμός που είχε γίνει το 1939 προέβλεπε σχεδόν τριπλάσιες δυνάμεις (22 μεραρχίες). Έτσι, στις 15 Οκτωβρίου 1940, στο Παλάτσο Βενέτσια της Ρώμης, παρουσία του ίδιου του Ντούτσε και των Τσιάνο, Μπαντόλιο και Τζιακομόνι, ο Πράσκα υποστήριξε με θέρμη: «Θα μπορέσουμε να καταλάβουμε την Ήπειρο σε σύντομο χρόνο, 10-15 ημέρες. Η επιχείρηση, η οποία θα μας επιτρέψει να εκμηδενίσουμε τις ελληνικές δυνάμεις, έχει προετοιμαστεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια».
Στην εισβολή θα συμμετείχε το XXV Σώμα Στρατού «Τσαμουριάς», δύναμη 42.000 ανδρών, τη διοίκηση του οποίου είχε ο διακεκριμένος στρατηγός Κάρλο Ρόσι (1880-1967), που υπηρέτησε στο 8ο Σύνταγμα Αλπινιστών στον πόλεμο κατά των Τούρκων στην Κυρηναϊκή το 1912 και ως λοχαγός στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αξιωματικός με πολλές διακρίσεις, που όμως αποστασιοποιήθηκε από τον σκληρό πυρήνα του φασιστικού καθεστώτος και δεν προσχώρησε στην κυβέρνηση του Σαλό.
Ο στρατηγός Λικούργκο Τζανίνι (1883-1961) διοικούσε την 23η Μεραρχία Πεζικού «Φεράρα», δύναμης 12.800 ανδρών και 3.500 Αλβανών.
Ο στρατηγός Γκουαλτιέρο Γκαμπούτι διοικούσε την 51η Μεραρχία Πυροβολικού «Σιένα», με 9.200 άνδρες, η οποία την εποχή εκείνη αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από Ναπολιτάνους.
Ο στρατηγός Μάλι διοικούσε την 131 Τεθωρακισμένη Μεραρχία «Κένταυροι» δύναμης 4.050 ανδρών. Ο Τζιοβάνι Μάλι, δύο φορές παρασημοφορημένος το 1915, διακρίθηκε στον ελληνοϊταλικό πόλεμο με το παράσημο των ιπποτών της Σαβοΐας, ενώ το διάστημα 1941-1943 έγινε διοικητής του VII Σώματος Στρατού της Κορσικής και του XIII Σώματος Στρατού της Σαρδηνίας. Από το 1944 και ύστερα αποσπάστηκε στο υπουργείο Αμύνης της χώρας του.
Ο στρατηγός Ριβόλτα διοικούσε τη Μεραρχία Ιππικού, δύναμης 4.823 ανδρών.
Το XXVI Σώμα Στρατού της δυτικής Μακεδονίας, με δύναμη 44.000 άνδρες, διοικούσε ο στρατηγός Νάσι.
Ο στρατηγός Ατίλιο Γκραταρόλα διοικούσε την 49η Μεραρχία Πεζικού «Πάρμα», με 12.000 άνδρες.
Ο στρατηγός Νάλντι ήταν διοικητής της 29ης Μεραρχίας Πεζικού «Πιεμόντε», με 9.300 άνδρες.
Ο στρατηγός Μπονίνι διοικούσε τη 19η Μεραρχία Πεζικού «Βενέτσια», με 10.000 άνδρες.
Ο στρατηγός Φερόνε την 53η Μεραρχία Πεζικού «Αρέτσο», με 12.000 άνδρες.

Από αριστερά: Ο αντιστράτηγος Ιωάννης Πιτσίκας, διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας. Ο υποστράτηγος Βασίλειος Βραχνός, διοικητής της Ι Μεραρχίας Πεζικού. Παν. Δεμέστιχας, βασιλόφρων, αντίπαλος του Παπάγου, υπέγραψε τη συνθηκολόγηση, ανέλαβε υπουργείο επί Κατοχής και καταδικάστηκε για δωσιλογισμό
Η πορεία των Ελλήνων αξιωματικών
Αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων ήταν ο αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, που διοικούσε 56 συντάγματα, δηλαδή 35.000 άνδρες.
Ο Ιωάννης Πιτσίκας ήταν επικεφαλής του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας, στο οποίο υπάγονταν:
Το Β΄ Σώμα Στρατού υπό τον αντιστράτηγο Δημήτριο Παπαδόπουλο και το Γ΄ Σώμα Στρατού (δυτική Μακεδονία) υπό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου.
Ο Ιωάννης Πιτσίκας ευνόησε τη συνθηκολόγηση, ωστόσο αργότερα, το 1943, συνελήφθη από τις αρχές κατοχής μαζί με τον Αλέξανδρο Παπάγο και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία ως το 1945. Διετέλεσε δήμαρχος Αθηναίων, υπουργός Αμύνης και υπουργός Βορείου Ελλάδος.
Το Α΄ Σώμα Στρατού μεταφέρθηκε στην Ήπειρο και ήταν υπό τη διοίκηση του αντιστράτηγου Παναγιώτη Δεμέστιχα. Λίγο πριν από τη συνθηκολόγηση αντικαταστάθηκε από τον Τσολάκογλου. Ο Δεμέστιχας ήταν βασιλόφρων, αλλά αποστρεφόταν τον Παπάγο, τον οποίο θεωρούσε ανεπαρκή και απόλεμο. Συνελήφθη το 1938 για συνωμοσία. Υπέγραψε τη συνθηκολόγηση μαζί με τους Τσολάκογλου και Μπάκο και καταγγέλθηκε από τον Παπάγο, ο οποίος παραιτήθηκε του στρατεύματος για να μην υπογράψει. Μετά την απελευθέρωση καταδικάστηκε για την ανάληψη του υπουργείου Εσωτερικών στην κυβέρνηση Τσολάκογλου.
Ο Χαράλαμπος Κατσιμήτρος διοικούσε την VIII Μεραρχία, με 15 τάγματα πεζικού, 16 πυροβολαρχίες (30.000 άνδρες και το 39 ο Σύνταγμα Ευζώνων της ΙΙΙ Μεραρχίας Πεζικού Πατρών).
Ο Κατσιμήτρος «παραβίασε» το αμυντικό σχέδιο (ΙΒβ) που προέβλεπε παραχώρηση ολόκληρης της Ηπείρου μέχρι τον Άραχθο στον εχθρό. Ήξερε ότι το ηθικό των Ηπειρωτών στρατιωτών του θα έσπαγε. Το ΓΕΣ παραχώρησε στον Κατσιμήτρο το δικαίωμα επιλογής της αμυντικής γραμμής κι αυτός επέλεξε το Καλπάκι, πίσω από το φυσικό οχυρό του ποταμού Καλαμά. Δυστυχώς ο Κατσιμήτρος κηλίδωσε το άξιο –όπως αποδείχθηκε– αυτό στρατήγημά του αποδεχόμενος τη θέση του υπουργού Εργασίας στην πρώτη κατοχική κυβέρνηση. Μετά την απελευθέρωση δικάστηκε ως δωσίλογος και καταδικάστηκε σε πεντέμισι χρόνια φυλάκισης. Το 1949, με βασιλικό διάταγμα του χαρίστηκε το υπόλοιπο της ποινής του και το 1953 αποκαταστάθηκε στο βαθμό του αντιστρατήγου «εν αποστρατεία» και επιστροφή των παρασήμων του.
Ο Γεώργιος Λάβδας διοικούσε τη ΙΙ Μεραρχία. Αργότερα υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ομάδας «Άγνωστος Μεραρχία», μιας αμιγώς στρατιωτικής οργάνωσης που στάθηκε προπομπός της δωσιλογικής «Οργάνωσης Χ» και διαφώνησε με τον Γρίβα ο οποίος ήθελε να στρατολογηθούν και πολίτες.

Αριστερά: Ο διοικητής του «Αποσπάσματος Πίνδου» συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης. Η πρώτη νίκη θεωρείται πολύ σημαντική για την εξέλιξη του πολέμου. Πνίγηκε σε ιταλικό πλοίο το 1943. Δεξιά: Αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων, αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, στο αλβανικό μέτωπο
Το Β΄ Σώμα Στρατού ήταν υπό τη διοίκηση του Γεωργίου Μπάκου. Ο Μπάκος ήταν φανατικός γερμανόφιλος και προσπάθησε ανεπιτυχώς να οργανώσει την «Κυανόλευκη Μεραρχία» συγκεντρώνοντας Έλληνες εθελοντές για να πολεμήσουν στο ρωσικό μέτωπο. Κατά την περίοδο των Δεκεμβριανών συνελήφθη από τον ΕΛΑΣ και εκτελέστηκε.
Ο Βασίλειος Βραχνός διοικούσε την Ι Μεραρχία. Στην Κατοχή συμμετείχε στην «Άγνωστον Μεραρχία» που ήταν προπομπός της «Χ». Φυλακίστηκε στη Γερμανία ως το 1945. Πολέμησε στον Εμφύλιο και έγινε υφυπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Παπάγου το 1954.
Ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης υπήρξε πρωτοπόρος της ιδέας της μηχανοκίνησης του πεζικού και της αξιοποίησης αρμάτων. Διοικούσε το «Απόσπασμα Πίνδου» που βρέθηκε απέναντι στην 3η Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» του στρατηγού Τζιρότι με 10.800 άνδρες. Τραυματίστηκε σοβαρά στις πρώτες μάχες και έτσι δεν συμμετείχε στην υπόλοιπη εκστρατεία. Παρόλα αυτά εκείνη η πρώτη μάχη και νίκη θεωρείται πολύ σημαντική για την εξέλιξη του πολέμου. Ενώ ακόμη νοσηλευόταν (Δεκέμβριος του 1942) συνελήφθη από τους Ιταλούς μαζί με άλλους διακεκριμένους αξιωματικούς ως όμηρος. Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην Πάτρα και επιβιβάστηκαν στο ιταλικό πλοίο «Τσιτά ντι Τζένοβα» για να μεταφερθούν σε στρατόπεδο κρατουμένων στην Ιταλία. Το πλοίο βυθίστηκε από συμμαχικό υποβρύχιο στην Αδριατική τον Ιανουάριο του 1943 και όλοι οι επιβαίνοντες πνίγηκαν.
Ο υποστράτηγος Γεώργιος Στανωτάς διοικούσε τη Μεραρχία Ιππικού η οποία έκλεισε το πέρασμα Βωβούσας – Μετσόβου. Διέφυγε στη Μέση Ανατολή το 1943, όπου διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στον Ελληνικό Στρατό Μέσης Ανατολής και επέστρεψε το 1945. Στη διάρκεια του ελληνικού Εμφυλίου, κατά την περίοδο Μάιος – Δεκέμβριος του 1947, διετέλεσε ανώτερος στρατιωτικός διοικητής Πελοποννήσου. Παρότι στενός φίλος του Αλ. Παπάγου, απείχε από την πολιτική, μένοντας πιστός στις στρατιωτικές αρετές.
Ο συνταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόγγονας διοικούσε την V Μεραρχία. Ο Παπαδόγγονας στην Κατοχή υπήρξε «διακεκριμένος» δωσίλογος και συνεργάστηκε τόσο με τους Ιταλούς όσο και με τους Γερμανούς. Έγινε διοικητής των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου με έδρα την Τρίπολη. Διεξήγε επιχειρήσεις για την καταστολή της Εθνικής Αντίστασης και ήταν υπεύθυνος για μαζικές εκτελέσεις Ελλήνων πατριωτών.
Ο Νικόλαος Κουρκουλάκος ήταν διοικητής του 66ου Συντάγματος. Αργότερα έγινε δωσίλογος και διετέλεσε διοικητής των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πάτρα. Στάθηκε μέντορας του μετέπειτα δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου και ανταμείφθηκε από τη χούντα διοριζόμενος διοικητής της Αγροτικής Τράπεζας.
Ο Χρήστος Γερακίνης διοικούσε το 90ό Σύνταγμα. Στην Κατοχή έγινε δωσίλογος και διετέλεσε επικεφαλής των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Εύβοια. Αργότερα έγινε διοικητής της Σχολής Ευελπίδων. Το 1952 εξελέγη βουλευτής με το κόμμα του Παπάγου και το 1954 υφυπουργός Συγκοινωνιών. Αντικαταστάθηκε από τον νεαρό τότε Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Ο Βασίλειος Αβδελλάς διοικούσε το XV Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού. Στην Κατοχή έγινε δωσίλογος και διετέλεσε πρωτοπαλίκαρο στη συμμορία του Τσαούς Αντών.
Ο υποστράτηγος Αναστάσιος Ρουσσόπουλος διοικούσε την XVII Μεραρχία.
Εδώ έχουμε μια αντίθετη περίπτωση. Ο Ιωάννης Μουστεράκης ήταν διοικητής του 67ου Συντάγματος. Ο Μουστεράκης πέρασε ένα διάστημα από τη δωσιλογική οργάνωση ΠΑΟ (Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση) που έδρασε στη Μακεδονία. Ύστερα πέρασε στις τάξεις του ΕΛΑΣ, όπου πολέμησε με συνέπεια κατά των κατακτητών. Η προηγούμενη θητεία του δημιουργούσε ερωτήματα, κι έτσι σε κάποια σύσκεψη των καπεταναίων ο Άρης Βελουχιώτης ρώτησε –μάλλον ειρωνικά– τον Καλλίνο (Αμάρμπεη): «Πιστεύεις πως ο Μουστεράκης θα μείνει μαζί μας;». Ο Μουστεράκης όχι μόνο έμεινε μέχρι τέλους, αλλά αργότερα ως εξόριστος άντεξε και στο κολαστήριο της Μακρονήσου. Ήταν ένας από τους 1.500 μόνιμους αξιωματικούς που εντάχθηκαν στις τάξεις του ΕΛΑΣ.

Αριστερά: Ο διοικητής της VIII Μεραρχίας Χαράλαμπος Κατσιμήτρος (δεύτερος από αριστερά) αρνήθηκε να εγκαταλείψει την Ήπειρο και οχυρώθηκε στο Καλπάκι. Δυστυχώς κηλίδωσε το στρατήγημά του αναλαμβάνοντας υπουργός στην Κατοχή. Καταδικάστηκε για δωσιλογισμό
Οι φάσεις των πολεμικών επιχειρήσεων
Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου άρχισε η επίθεση των Ιταλών. Οι μεραρχίες «Φεράρα» και «Κένταυρος» κινήθηκαν προς το Καλπάκι (θέση Ελαία), το «Παραλιακό Συγκρότημα» προωθήθηκε κατά μήκος της ακτής και η Μεραρχία «Σιένα» κινήθηκε στα νοτιοανατολικά του Καλπακίου, για να διαβεί τον ποταμό Καλαμά. Οι Ιταλοί συνάντησαν σημαντικές δυσκολίες στην προώθησή τους λόγω των καταστροφών στο οδικό δίκτυο.
Η σύμπτυξη των τμημάτων προκάλυψης ολοκληρώθηκε τη νύκτα της 29ης προς 30ή Οκτωβρίου και στις 31 Οκτωβρίου οι Μεραρχίες «Φεράρα» και «Κένταυρος» άρχισαν να συγκεντρώνονται στην περιοχή της κύριας αμυντικής τοποθεσίας στο Καλπάκι. Οι αντίξοες καιρικές συνθήκες στη θάλασσα δεν επέτρεψαν την προσχεδιασμένη απόβαση στην Κέρκυρα.
Στο χρονικό διάστημα από 2 μέχρι 9 Νοεμβρίου, επανειλημμένες προσπάθειες να διασπαστεί η κύρια αμυντική τοποθεσία συνετρίβησαν από τις δυνάμεις της VIII Μεραρχίας του Κατσιμήτρου, οπότε στις 9 Νοεμβρίου οι επιθέσεις διακόπηκαν και οι ιταλικές δυνάμεις στην Ήπειρο υποχώρησαν και έλαβαν θέσεις άμυνας, απειλούμενες από την αντεπίθεση των ελληνικών δυνάμεων από την περιοχή της Πίνδου.
Η μεγαλύτερη απειλή για τις ελληνικές θέσεις διαγράφηκε από τη διείσδυση της Μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια» στην Πίνδο με κατεύθυνση το Μέτσοβο και τη διάβαση της Κατάρας, η οποία απειλούσε να διασπάσει τις ελληνικές δυνάμεις της Ηπείρου από εκείνες της δυτικής Μακεδονίας.
Η «Τζούλια» αρχικά σημείωσε επιτυχίες, καθώς οι ολιγομελείς φρουρές των φυλακίων κατά μήκος των συνόρων γρήγορα ανατράπηκαν και το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου, και την επόμενη μέρα, το σύνολο των δυνάμεων του Δαβάκη αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν, αφού οι άνδρες του «Αποσπάσματος Πίνδου» είχαν προωθηθεί στην πρώτη γραμμή.
Το ελληνικό επιτελείο διέγνωσε την απειλή και κατηύθυνε αμέσως όλες τις μονάδες στην απειλούμενη περιοχή. Οι Ιταλοί κατόρθωσαν στις 3 Νοεμβρίου να καταλάβουν τη Βωβούσα (20 χιλιόμετρα βόρεια του Μετσόβου), αλλά δεν μπόρεσαν να κρατήσουν το αριστερό άκρο τους.
Οι ελληνικές δυνάμεις περικύκλωσαν την «Τζούλια» που εγκατέλειψε τη Βωβούσα στις 4 Νοεμβρίου. Μέχρι την 7η Νοεμβρίου διεξήχθησαν ανηλεείς μάχες στην περιοχή μέσα σε αντίξοες καιρικές συνθήκες και οι αλπινιστές της «Τζούλια» που είχαν αποκοπεί πολέμησαν σκληρά για την επιβίωσή τους. Στις 8 Νοεμβρίου ο διοικητής της «Τζούλια», στρατηγός Μάριο Τζιρότι, διέταξε να υποχωρήσουν νότια του όρους Σμόλικα κατά μήκος της βόρειας όχθης του Αώου προς την Κόνιτσα, όπου είχε προωθηθεί η 47η Μεραρχία «Μπάρι», η οποία αρχικά προοριζόταν για την απόβαση στην Κέρκυρα. Στις 13 Νοεμβρίου οι ελληνικές δυνάμεις είχαν ανακαταλάβει τις συνοριακές διαβάσεις της Πίνδου, με εξαίρεση την περιοχή της Κόνιτσας, που κατείχε η μεραρχία «Μπάρι» μέχρι τη 16η Νοεμβρίου. Αυτό ήταν και το τέλος της «Μάχης της Πίνδου».
Για να ανακουφιστεί το μέτωπο της Πίνδου, το ελληνικό Επιτελείο στις 31 Οκτωβρίου προώθησε στην περιοχή το Γ΄ Σώμα Στρατού (10η και 11η Μεραρχία Πεζικού και Ταξιαρχία Ιππικού) υπό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου με την εντολή να επιτεθεί στην Αλβανία, επίθεση που λόγω έλλειψης ανεφοδιασμού αναβλήθηκε για τις 14 Νοεμβρίου.
Η απροσδόκητη ελληνική αντίσταση κατέλαβε εξαπίνης το ιταλικό επιτελείο. Νέες μονάδες στάλθηκαν εσπευσμένα στην Αλβανία, ενώ οι επιθέσεις στα ελληνικά νησιά ματαιώθηκαν. Εξοργισμένος από την αποτυχία της επιχείρησης, ο Μουσολίνι στις 9 Νοεμβρίου ανασχημάτισε τη διοίκηση Αλβανίας, αντικαθιστώντας τον Πράσκα με τον Ουμπάλντο Σόντου, τέως υφυπουργό Πολέμου. Ο νέος διοικητής διέταξε αμέσως τις δυνάμεις του να διακόψουν κάθε επιθετική ενέργεια και να λάβουν θέσεις άμυνας. Ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι η ιταλική εισβολή είχε αποτύχει.

Έλληνες στρατηγοί της Αλβανίας, κρατούμενοι στο Νταχάου το 1944. Γ. Κοσμάς, Κ. Μπακόπουλος, Αλ. Παπάγος, Ιω. Πιτσίκας, Π. Δέδες
Ελληνική αντεπίθεση (14 Νοεμβρίου 1940 – 8 Μαρτίου 1941)
Στις αρχές Νοεμβρίου έφτασαν ελληνικές ενισχύσεις, αφού η ουδετερότητα της Βουλγαρίας επέτρεψε στο ελληνικό επιτελείο να μεταφέρει μονάδες από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και να τις αναπτύξει στο αλβανικό μέτωπο. Έτσι, ο αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος κατόρθωσε να πετύχει αριθμητική υπεροχή έναντι των Ιταλών ως τα μέσα Νοεμβρίου, προτού εξαπολύσει αντεπίθεση. Έντεκα μεραρχίες πεζικού, δύο Ταξιαρχίες Πεζικού και η Μεραρχία Ιππικού υπό τον υποστράτηγο Γεώργιο Στανωτά αντιμετώπιζαν δεκαπέντε ιταλικές μεραρχίες πεζικού και μια τεθωρακισμένη μεραρχία.
Το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας και το Γ΄ Σώμα Στρατού, ενισχυμένα με μονάδες της βορείου Ελλάδας, εξαπέλυσαν επίθεση στις 14 Νοεμβρίου. Έπειτα από σκληρή μάχη οι Έλληνες έσπασαν την οχυρωμένη μεθόριο, στις 17 Νοεμβρίου, και μπήκαν στην Κορυτσά στις 22 Νοεμβρίου. Η αναποφασιστικότητα του ελληνικού Γενικού Επιτελείου έδωσε χρόνο στους Ιταλούς να αναδιοργανωθούν και να μην καταρρεύσουν ολοκληρωτικά παρόλο που στο στράτευμά τους είχε ήδη ξεσπάσει κρίση με παραιτήσεις υψηλόβαθμων στρατιωτικών. [«Η Ελλάδα & ο κόσμος» (1915-2005), Εκδόσεις Ντέτσικα, τόμος δεύτερος, σελ. 105]
Η επίθεση από τη δυτική Μακεδονία εξελίχθηκε σε γενική αντεπίθεση. Το Α΄ και Β΄ Σώμα Στρατού προέλασαν στην Ήπειρο και με σκληρές μάχες κατόρθωσαν να καταλάβουν τους Αγίους Σαράντα, το Πόγραδετς, το Αργυρόκαστρο και τη Χιμάρα, την παραμονή των Χριστουγέννων. Ουσιαστικά καταλήφθηκε ολόκληρη η βόρεια Ήπειρος. Στις 10 Ιανουαρίου 1941, καταλήφθηκε και το πέρασμα της Κλεισούρας. Οι Έλληνες δεν κατόρθωσαν να προωθηθούν προς το Μπεράτι και απέτυχε η επίθεση στον Αυλώνα, παρότι οι ιταλικές μεραρχίες «Λύκοι της Τοσκάνης», «Τζούλια», «Πινερόλο» και «Πουστέρια» υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Έτσι, στα τέλη Ιανουαρίου η ελληνική προέλαση σταμάτησε λόγω αριθμητικής υπεροχής πλέον των Ιταλών και λόγω της απομάκρυνσης από τα κέντρα ανεφοδιασμού.
Στο μεταξύ, ο Μουσολίνι εξοργίστηκε όταν έμαθε ότι ο στρατηγός Σοντού συνέχιζε ατάραχος να ασκεί το χόμπι του συνθέτοντας τα βράδια κινηματογραφική μουσική. Έτσι, ο Σοντού αντικαταστάθηκε στα τέλη Δεκεμβρίου από τον ανταγωνιστή του, «τεχνοκράτη» Ούγκο Καβαλέρο. Στις 4 Μαρτίου, με την απειλή της γερμανικής επέμβασης έκδηλη, οι Βρετανοί έστειλαν τις πρώτες ενισχύσεις τους και πολεμοφόδια στους Έλληνες. Συγκεκριμένα, έστειλαν τέσσερις μεραρχίες –οι δύο τεθωρακισμένες– με 60.000 στρατιώτες υπό τις διαταγές του στρατηγού Χένρι Ουίλσον. [Buell Hal, «World War II Album & Chronicle», σελ. 75]
Ιταλική εαρινή επίθεση (9 Μαρτίου 1941 – 23 Απριλίου 1941)
Οι δύο αντίπαλοι ήταν πολύ αδύναμοι για να ξεκινήσουν νέα μεγάλη έφοδο. Οι Έλληνες, έχοντας απογυμνώσει τα βόρεια σύνορά τους από όπλα και άνδρες για να κρατήσουν το αλβανικό μέτωπο, ήταν υπερβολικά ευάλωτοι σε μια πιθανή γερμανική επίθεση μέσω Βουλγαρίας.
Οι Ιταλοί, θέλοντας να πετύχουν μια νίκη πριν από τη διαφαινόμενη πλέον γερμανική εμπλοκή, συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους για μια νέα αντεπίθεση με την κωδική ονομασία «Primavera» (Άνοιξη). Συγκέντρωσαν 17 μεραρχίες έναντι 13 ελληνικών και υπό την επίβλεψη του Μουσολίνι προσωπικά επιτέθηκαν στο στενό της Κλεισούρας. Η επίθεση διήρκεσε από τις 9 ως τις 20 Μαρτίου, αλλά απέτυχε να απωθήσει τους Έλληνες, και απλώς κατακτήθηκαν κάποια εδάφη βόρεια της Χιμάρας και γύρω στο Μπεράτι. Από τότε και μέχρι τη γερμανική επίθεση στις 6 Απριλίου οι επιχειρήσεις αποκλιμακώθηκαν. Η σημαντικότερη μάχη της «εαρινής επίθεσης» ήταν η φονικότατη μάχη του υψώματος «731».

Ο Ούγκο Καβαλέρο, «τεχνοκράτης» και οργανωτικός, ηγήθηκε της «εαρινής επίθεσης»
Το αξιόμαχο και τα πλεονεκτήματα
Γιατί όμως απέτυχε το σχέδιο των Ιταλών; Η επιτυχής εφαρμογή του σχεδίου των Ιταλών στηρίζονταν στην αιφνιδιαστική εισβολή με ταχυκίνητα μέσα, με σκοπό να προλάβει την επιστράτευση και συγκέντρωση του ελληνικού στρατού. Ο υφυπουργός των Στρατιωτικών στρατηγός Σοντού διαβεβαίωνε τον Μουσολίνι ότι σε μια βδομάδα ο ιταλικός στρατός θα ήταν στα Ιωάννινα και σε 15 με 20 μέρες θα ήταν στην Πρέβεζα. [ΓΕΣ/ΔΙΣ (1985) 35]
Σύμφωνα λοιπόν με το σχέδιο των Ιταλών, από τις εννέα Μεραρχίες που διέθεταν στην Αλβανία δύο διατέθηκαν για προκάλυψη προς τη Γιουγκοσλαβία, δύο στην περιοχή της Κορυτσάς για ενεργητική άμυνα, τρεις για την κύρια ενέργεια κατά της Ηπείρου και δύο για την κάλυψη της «κύριας ενέργειας». Οι δυνάμεις της κύριας ενέργειας ήταν ισχυρότερες έναντι των ελληνικών σε πυροβολικό, πεζικό και τεθωρακισμένα, όμως το ορεινό έδαφος της Ηπείρου οι αντιαρματικές οχυρώσεις και οι στενοί δρόμοι μείωσαν την ιταλική υπεροχή. Ενώ λοιπόν οι κατευθύνσεις ενέργειας του ιταλικού στρατού, και ιδιαίτερα προς τον τομέα Ηπείρου, ήταν ορθές, οι δυνάμεις που διατέθηκαν για αυτό τον σκοπό ήταν ανεπαρκείς. Πιθανόν σε αυτό συνέβαλε η υποτίμηση του αντιπάλου και η υπερτίμηση της ικανότητας της αεροπορίας και των αρμάτων μάχης της επίλεκτης μεραρχίας των «Κενταύρων» που αντιμετωπίστηκαν με αυτοσχέδια ναρκοπέδια στο έλος του ποταμού Καλαμά –ελλείψει ναρκών η περιοχή υπονομεύτηκε με βλήματα πυροβολικού– ενώ πολλά από αυτά ακινητοποιήθηκαν από τους Έλληνες στρατιώτες με γυλιούς και κουβέρτες.
Μετά την εύκολη κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς (7-12 Απριλίου 1939), το ελληνικό επιτελείο είχε καταρτίσει το σχέδιο «ΙΒ» («Ιταλία-Βουλγαρία») για να αντιμετωπίσει μια πιθανή ταυτόχρονη επίθεση από Ιταλία και Βουλγαρία. Το σχέδιο προέβλεπε επιβραδυντικές αμυντικές ενέργειες στην περιοχή της Ηπείρου, με βαθμιαία υποχώρηση στη φυσικά οχυρή γραμμή Άραχθος – Μέτσοβο – Αλιάκμονας – Βέρμιο, διατηρώντας την πιθανότητα μιας περιορισμένης επίθεσης στη δυτική Μακεδονία. Το σχέδιο αναθεωρήθηκε δύο φορές και στη συνέχεια υπήρξαν δύο εναλλακτικά σχέδια: το σχέδιο «ΙΒα», που προέβλεπε την άμεση άμυνα στη γραμμή των συνόρων, και το σχέδιο «ΙΒβ», το οποίο προέβλεπε άμυνα κάπου ενδιάμεσα, μεταξύ συνόρων και γραμμής υποχώρησης.
Στον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο που διοικούσε την VIII Μεραρχία παραχωρήθηκε ελευθερία κινήσεων και αποφάσεων ανάλογα με την κατάσταση που θα διαμορφωνόταν στο πεδίο της μάχης.
Τελικά ο Κατσιμήτρος αποφάσισε ότι δεν θα παραχωρούσε αμαχητί εθνικό έδαφος και οργάνωσε την κύρια αμυντική τοποθεσία βόρεια των Ιωαννίνων στην περιοχή Ελαίας – Καλπακίου και κατά μήκος του ποταμού Καλαμά, παρά τις διαταγές του Γενικού Επιτελείου που υπογράμμιζαν ότι κύρια αποστολή των δυνάμεών του ήταν η κάλυψη της δυτικής Μακεδονίας και η φρούρηση της διάβασης του Μετσόβου και των οδών προς Αιτωλοακαρνανία.

Χάρτης της μάχης της Ελαίας-Καλπακίου (2-8 Νοεμβρίου 1940) κατά μήκος του ποταμού Καλαμά (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού)
Οι Έλληνες είχαν μικρό πλεονέκτημα στο ότι οι μεγάλες μονάδες τους (μεραρχίες) περιλάμβαναν 30% περισσότερο πεζικό (τρεις σχηματισμούς συνταγμάτων έναντι δύο ιταλικών) και ελαφρώς περισσότερο πυροβολικό και τουφέκια έναντι των ιταλικών, αλλά δεν είχαν καθόλου άρματα μάχης, ενώ οι Ιταλοί μπορούσαν να βασιστούν και στην απόλυτη υπεροπλία τους στον αέρα έναντι της μικρής τότε Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας. [Buell, Hal, «World War II, Album & Chronicle» σελ. 37]
Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος του οπλισμού του ελληνικού στρατού αναγόταν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή προερχόταν από χώρες όπως η Γερμανία (σύμμαχος της Ιταλίας) αλλά και το Βέλγιο, την Αυστρία ή τη Γαλλία, οι οποίες βρίσκονταν υπό κατοχή, πράγμα το οποίο είχε αρνητικές επιπτώσεις στην προμήθεια ανταλλακτικών και πολεμοφοδίων. Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν το τουφέκι Μάνλιχερ (Mannlicher schoenauer). Ένας αναπάντεχος προμηθευτής φυσιγγίων στάθηκε για τους Έλληνες η Τουρκία, που μας έδωσε 5.000.000 φυσίγγια Μάνλιχερ, ελληνικά λάφυρα από το 1922!
Οι περισσότεροι Έλληνες αξιωματικοί ήταν βετεράνοι μιας δεκαετίας συνεχών, πολεμικών συγκρούσεων (Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-22) και ο ελληνικός στρατός, παρά τα περιορισμένα μέσα του, είχε αναδιοργανωθεί σε μεγάλο βαθμό κατά τη δεκαετία του 1930. Τέλος, το ηθικό του στρατεύματος, αντίθετα με τις προσδοκίες των Ιταλών, ήταν υψηλότατο, με τους άνδρες έτοιμους να αντιμετωπίσουν τους Ιταλούς και να «πάρουν εκδίκηση για την Έλλη».
Μετά τον πόλεμο, πολλοί Ιταλοί αξιωματικοί παρομοίαζαν την ελληνική αντίσταση στην Ήπειρο με αυτή των Τούρκων στα Δαρδανέλια στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και κάποιοι μάλιστα έφτασαν στο σημείο να την αποδώσουν και στη συμμετοχή Μικρασιατών προσφύγων (περίπου 25%) από την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923. [Mack Smith, Dennis, «Mussolini’s Roman Empire» σελ. 79]
Όσο για το αξιόμαχο του ιταλικού στρατού, δεν πρέπει να δίνουμε τόσο βάση στην πολεμική προπαγάνδα και των θεατρικών επιθεωρήσεων που παρουσίαζε τους Ιταλούς στρατιώτες «φαιδρούς» και «δειλούς». Οι φονικότατες μάχες στα υψώματα της Γκραμπάλας, όπου έγινε πρώτη φορά μάχη σώμα με σώμα με ξιφολόγχες και χειροβομβίδες, και η μάχη στο ύψωμα «731» που βάφτηκε στο αίμα αλλάζοντας πολλές φορές χέρια κάτω από ανηλεείς βομβαρδισμούς, τα πτώματα των Ιταλών στρατιωτών που έφεραν στον λαιμό ταυτότητες με τη γραφή «Fanti della Morte» (στρατιώτες του θανάτου) δείχνουν άνδρες που πολέμησαν γενναία, αλλά ηττήθηκαν από έναν πιο ορμητικό αντίπαλο. Κι αυτό δίνει ακόμη μεγαλύτερη αξία στη νίκη των προγόνων μας στην Αλβανία.
* Ο Γιάννης Μπαζός είναι συγγραφέας
** Αναδημοσιεύεται από το τεύχος #24 του HotDoc.History που κυκλοφόρησε στις 29 Οκτωβρίου 2017. Διατηρούνται οι ιδιότητες των προσώπων όπως είχαν την εποχή της δημοσίευσης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου