Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εγκλωβίζει την πολιτική σκηνή στα δικά του μέτρα και σταθμά αλλά και μπαζώνει θεσμικά τον νεοφιλελευθερισμό.
Παναγιώτα Μπίτσικα
(ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSIΥπάρχουν διαφορετικές οπτικές για τους πολιτικούς λόγους που οδήγησαν την κυβέρνηση της ΝΔ να ανοίξει το ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης. Η στροφή στην ψευδεπίγραφη θεσμικότητα αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο της διακυβέρνησης Μητσοτάκη που η επταετία της έχει στιγματιστεί από αντιλαϊκά μέτρα, από «επιτελικό» γκρέμισμα θεσμών του «κράτους δικαίου», καταστολή και εκτεταμένη διαφθορά. Μάλιστα η μάσκα του μεταρρυθμισμού φοριέται ευσχήμως επιχειρώντας να συγκρατήσει η ΝΔ την κυβερνητική φθορά. Πασπαλίζουν και με συνταγματική άχνη ακροκεντρώους, μην τους χάσουν κι αυτούς στη φθίνουσα πορεία που ακολουθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Κυρίως όμως είναι η φαρδιά πλατιά υπογραφή μιας ταξικά προσανατολισμένης υπέρ των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων παρέμβασης. Επιδιώκεται να υπάρξει συνταγματική κατοχύρωση αντιδραστικών επιλογών, από την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και την ιδιωτικοποίηση της ανώτατης παιδείας (άρθρο 16) μέχρι και τη δημοσιονομική πειθαρχία για τα ελλείμματα και το χρέος.
Παράθυρο ευκαιρίας δεν είναι μόνο ο κατακερματισμός των κεντροαριστερών δυνάμεων που κάνει την κυβέρνηση να εμφανίζεται ως επισπεύδουσα συνταγματικών αλλαγών και τον πρωθυπουργό σαν οικοδεσπότη συνταγματικού διαλόγου. Είναι και το ότι ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και όχι μόνο πίνουν νερό στο όνομα της αστικής θεσμικότητας και έχουν χτίσει αφηγήματα επί αφηγημάτων για τη σωτήρια ΕΕ (μια άλλη ΕΕ) και τον εξανθρωπισμό του καπιταλισμού. Κι έτσι αυτό που κάνουν είναι να κερδίζουν χρόνο με προτάσεις, προσπερνώντας την παρούσα προτείνουσα Βουλή για συναίνεση ώστε στη δεύτερη Βουλή, την αναθεωρητική που θα προκύψει από τις εκλογές, να απαιτούνται μεγάλες πλειοψηφίες 180 ψήφων.
Ομως οι παλιοί φουρναραίοι της αστικής νομιμότητας ξέρουν να επιλέγουν τον χρόνο για να κάνουν «μπεγλέρι» και το σύνταγμα. Βλέπουν μπροστά, με την πολεμική οικονομία να συνοδεύει τις επιλογές τους και να εξασφαλίζει πελάτες χωρίς να διακυβεύεται ο προσανατολισμός των πόρων προς κοινωνικές ανάγκες ακόμη κι αν οι κρίσεις επιβάλλουν να δοθεί «ψωμί», «παιδεία», «υγεία».
Με τον λεγόμενο «χρυσό δημοσιονομικό κανόνα» στο σύνταγμα τίθενται εν αμφιβόλω κοινωνικά δικαιώματα αλλά και περιορίζεται η ελευθερία εκλεγμένης κυβέρνησης με διαφορετικό προσανατολισμό ως προς το μείγμα της οικονομικής πολιτικής. Το βέβαιο είναι ότι ο χρυσός δημοσιονομικός κανόνας περιλαμβάνεται στην «κανονικότητα» των συνθηκών της ΕΕ (όριο δημοσιονομικών δαπανών είτε με νόμο είτε μέσα στο σύνταγμα) και η συνταγματική κατοχύρωσή του νεοφιλελευθερισμού και του αυταρχισμού υπό τις νέες συνθήκες κρίσεων έχει βρει και στην Ελλάδα τους πρόθυμους.
Για τη συνταγματική αναθεώρηση τοποθετούνται στο Documento ο Ακρίτας Καϊδατζής, αναπληρωτής καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ, ο Δημήτρης Καλτσώνης, καθηγητής Θεωρίας Κράτους και Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ο Ξενοφών Κοντιάδης, συνταγματολόγος, καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Δημοκρατία άδειο κέλυφος
Του Δημήτρη Καλτσώνη
Οι προτάσεις της κυβέρνησης για τη συνταγματική αναθεώρηση συνιστούν μνημείο υποκρισίας και αντιδημοκρατικού αναχρονισμού και οπισθοδρόμησης. Η κυβέρνηση έχει δείξει ότι δεν τρέφει κανένα σεβασμό στο σύνταγμα. Το ποδοπατά οποτεδήποτε την εμποδίζει στην προώθηση των άνομων συμφερόντων της ολιγαρχίας. Ετσι έπραξε με το άρθρο 16 (ιδιωτικά «πανεπιστήμια»), με το άρθρο 19 (απόρρητο των επικοινωνιών), με την ψήφιση των μνημονίων τα οποία έχουν σαρώσει κυριολεκτικά τα συνταγματικά δικαιώματα.
Τι επιδιώκει τώρα με την αναθεώρηση; Να περιορίσει ακόμη περισσότερο τη δημοκρατία, να την καταστήσει απολύτως προσχηματική. Η πρόθεσή της να εντάξει στο σύνταγμα τον λεγόμενο «χρυσό δημοσιονομικό κανόνα» το αποδεικνύει. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το σύνταγμα θα απαγορεύει στην όποια κοινοβουλευτική πλειοψηφία να νομοθετήσει με τρόπο που θα αυξάνει τις κοινωνικές δαπάνες, που θα αμφισβητεί έστω και στοιχειωδώς τις πολιτικές που φτωχοποιούν τον λαό και ευνοούν την πλουτοκρατική ολιγαρχία. Αν βρεθεί στο μέλλον μια τέτοια πλειοψηφία, τότε οι συντηρητικές δυνάμεις στη Βουλή και τη Δικαιοσύνη θα θυμηθούν το σύνταγμα και θα υποστηρίζουν ότι δεν επιτρέπει να διαταραχτεί η λιτότητα. Μια τέτοια Βουλή, που δεν θα έχει τη στοιχειώδη αυτή δυνατότητα να νομοθετεί όπως θέλει, δεν θα είναι Βουλή, θα είναι απλούστατα κοροϊδία, φύλλο συκής της ολιγαρχίας.
Σε αυτό πρέπει να προστεθούν δύο στοιχεία. Η πρόθεση κατάργησης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων που, αν προχωρήσει, θα σημάνει τη δημιουργία ενός ακραία πελατειακού κράτους. Κάθε κυβέρνηση θα ξηλώνει τους υπαλλήλους για να βάλει τους δικούς της, όπως ακριβώς γινόταν μέχρι το 1911, όταν ο Βενιζέλος κατοχύρωσε συνταγματικά τη μονιμότητα. Κι αυτό η κυβέρνηση το ονομάζει εκσυγχρονιστική, όχι αναχρονιστική παρέμβαση.
Επιπλέον, με το νομοσχέδιο για την επέκταση της επιστολικής ψήφου θα πληγεί περαιτέρω η μυστικότητα της ψηφοφορίας. Αρα ακόμη και η στοιχειώδης προϋπόθεση της όποιας δημοκρατικής διαδικασίας θα υπονομευτεί. Τι μένει από τη δημοκρατία αν η ψήφος δεν είναι απολύτως μυστική, αν οι πελατειακές σχέσεις την καθορίζουν και αν η Βουλή δεν μπορεί να ψηφίσει παρά μόνο πολιτικές λιτότητας για τον λαό; Ενα άδειο κέλυφος.
Η πρόκληση είναι μεγάλη. Κανένα κόμμα που θέλει να αυτοπροσδιορίζεται ως δημοκρατικό δεν πρέπει να τη δεχτεί. Η αντιπολίτευση πρέπει απολύτως να απονομιμοποιήσει τη διαδικασία αυτή, να την καταγγείλει και να αποχωρήσει. Μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για μια Βουλή που λειτουργεί αντισυνταγματικά, με 297 βουλευτές.
Προοπτικά απαιτείται, νομίζω, η ριζική αλλαγή του συσχετισμού των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων για μια νέου τύπου δημοκρατία που θα είναι πλήρως απαλλαγμένη από τις παθογένειες του παρόντος και του παρελθόντος και που θα θέτει στο επίκεντρο τις λαϊκές τάξεις: με κατοχύρωση της ανεξαρτησίας (χωρίς δηλαδή τις δεσμεύσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ), εμβάθυνση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, εισαγωγή θεσμών άμεσης δημοκρατίας, αποκατάσταση και διεύρυνση των ελευθεριών αλλά κυρίως με ένα εθνικό δημοκρατικό σχέδιο ανεξάρτητης οικονομικής ανάπτυξης, ριζικής αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου προς όφελος των λαϊκών τάξεων, εξάλειψης των κοινωνικών ανισοτήτων, που σήμερα διευρύνονται. Είναι ώρα να ανοίξει στην κοινωνία μια συζήτηση για ένα τέτοιο δημοκρατικό, μοντέρνο σχέδιο του 21ου αιώνα.
Η συνταγματική κατοχύρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας εγείρει ζητήματα δημοκρατίας
Του Ξενοφώντα Κοντιάδη
Στην επιστολή που έστειλε ο πρωθυπουργός στους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, ανοίγοντας τον διάλογο για τη συνταγματική αναθεώρηση, αναφέρεται μεταξύ άλλων και σε «επαρκή εχέγγυα» για τη δημοσιονομική ισορροπία και βιωσιμότητα, αναφερόμενος προφανώς στον λεγόμενο χρυσό δημοσιονομικό κανόνα.
Η υποχρέωση των κρατών-μελών να αποφεύγουν τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα, ως προϋπόθεση για τη σταθερότητα του ενιαίου νομίσματος, προβλέπεται στο άρθρο 126 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, στο οποίο κατοχυρώνονται επίσης οι αρμοδιότητες της Επιτροπής και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την άσκηση ελέγχου στη δημοσιονομική κατάσταση των κρατών-μελών και οι σχετικές διαδικασίες υπερβολικού ελλείμματος σε περίπτωση απόκλισης των δημοσιονομικών μεγεθών.
Ηδη η Γερμανία, η οποία ανέλαβε την πρωτοβουλία για τις προηγούμενες ενωσιακές ρυθμίσεις και αποφάσεις, είχε θεσπίσει τη συνταγματική ρήτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας στην αναθεώρηση του συντάγματός της το 2009, με έναρξη ισχύος από το 2016. Η νέα ρήτρα αυστηροποίησε την προηγούμενη συνταγματική ρύθμιση, η οποία απαγόρευε ετήσιο κρατικό δανεισμό μεγαλύτερο από το ύψος των δαπανών του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού που αφορούσε δημόσιες επενδύσεις. Αυτό τον «χρυσό δημοσιονομικό κανόνα» σε διάφορες μορφές είχαν ήδη ενσωματώσει ή περιέλαβαν αργότερα στα συντάγματά τους και άλλα ευρωπαϊκά κράτη όπως η Ελβετία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πολωνία.
Η συνταγματοποίηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας συνεπάγεται περιορισμούς της δημοσιονομικής πολιτικής, οι οποίοι δεν θα επέτρεπαν στην κυβέρνηση και τη νομοθετική εξουσία να αντιμετωπίσουν εκείνους τους οικονομικούς κύκλους που επιτάσσουν την αύξηση των κρατικών δαπανών προκειμένου να ενισχυθεί η ζήτηση, να επιτευχθεί ώθηση στην ανάπτυξη και παράλληλα να διασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή. Η δέσμευση για «τυφλή» τήρηση των δημοσιονομικών δεικτών ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις της οικονομίας, στερώντας από την κυβέρνηση εργαλεία αντιμετώπισης απρόβλεπτων εξελίξεων, δεν συνιστά μόνο επιβολή και παγίωση μιας συγκεκριμένης αντίληψης για την οικονομική πολιτική, αλλά παρουσιάζει επίσης ζητήματα συμβατότητας με τη δημοκρατική αρχή, αφού περιορίζει υπέρμετρα τις επιλογές του νομοθέτη και της νομιμοποιημένης κυβέρνησης.
Οι αλλοιώσεις που έχει υποστεί η εθνική συνταγματική τάξη από τον εναγκαλισμό της με την ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση είναι σημαντικές. Η Συνθήκη για τη Σταθερότητα, τον Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση στην ΟΝΕ έχει επικυρωθεί με νόμο από το 2012 και συνεπώς απολαμβάνει υπερνομοθετικής ισχύος σύμφωνα με το άρθρο 28 του συντάγματος. Από αυτή την άποψη, η συνταγματική κατοχύρωση του χρυσού δημοσιονομικού κανόνα φαίνεται εκ πρώτης όψεως περιττή. Ωστόσο, με τη ρητή κατοχύρωσή του στο σύνταγμα θα επέφερε απρόβλεπτες άτυπες μεταβολές στο περιεχόμενο πολλών συνταγματικών διατάξεων, καθώς και στον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.
Προϊόν αμηχανίας, εκθέτει πολλαπλά
Του Ακρίτα Καϊδατζή
Η πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός υπό την ιδιότητά του ως προέδρου της ΚΟ της Νέας Δημοκρατίας είναι, εμφανώς, προϊόν θεσμικής και πολιτικής αμηχανίας. Συρραφή τετριμμένων ιδεών χωρίς κεντρικό άξονα και ειρμό, με μοναδικό «προσόν» τη δυνατότητα επικοινωνιακής –και δευτερευόντως συμβολικής– αξιοποίησής τους. Και επίσης δουλική απομίμηση της αναθεώρησης του 2001, χωρίς ωστόσο τον συναινετικό δικομματισμό που υπήρξε προϋπόθεσή της. Μάλλον ανασφάλεια και άγχος υποδηλώνει παρά αυτοπεποίθηση για τη δημιουργία θεσμικού γεγονότος με την κίνηση της αναθεωρητικής διαδικασίας.
Μεγάλα αλλά κούφια συνθήματα – δεν λείπουν φυσικά οι, πανταχού παρούσες εσχάτως, τεχνητή νοημοσύνη και κλιματική κρίση. Ανιστόρητος, απερίσκεπτος και εμμονικός μεταρρυθμισμός. Αδυναμία κατανόησης του θεσμικού περιβάλλοντος –εθνικού, ευρωπαϊκού και διεθνούς– και των μεγάλων τάσεων και ροών της εποχής μας. Η ποιότητα της εξαγγελθείσας πρότασης είναι τόσο χαμηλή που εκθέτει πολλούς και πολλαπλά.
Εκθέτει, καταρχάς, το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Που σε καμία από τις προηγούμενες προτάσεις της –η τελευταία μόλις το 2018– δεν είχε φτάσει να αμφισβητήσει τα θεμέλια της φιλελεύθερης δημοκρατίας γενικά και ειδικότερα του συντάγματος του 1975, θεσμικού τέκνου του ιδρυτή της. Η αμφισβήτηση της μονιμότητας βάλλει ευθέως κατά του θεσμού της δημοσιοϋπαλληλίας, χωρίς την οποία δεν νοείται δημόσια διοίκηση. Μας γυρίζει στο κομματικό κράτος-λάφυρο, που πιστεύαμε ότι έχουμε αφήσει προ πολλού πίσω μας. Είναι ειρωνικό και τραγικό ταυτόχρονα ότι ο πρωθυπουργός αρέσκεται να εμφανίζει εαυτόν ως συνεχιστή της κληρονομιάς του Ελευθερίου Βενιζέλου, η σημαντικότερη συμβολή του οποίου στην οικοδόμηση κράτους υπήρξε η κατοχύρωση της μονιμότητας στο σύνταγμα του 1911.
Εκθέτει, περαιτέρω, όσους συμβουλεύουν τον πρωθυπουργό περί τα συνταγματικά – ο γενικός γραμματέας του είναι από τους καλύτερους συνταγματολόγους που έχουμε. Αγγίζει τα όρια της γελοιότητας να προβάλλεται ως σκοπός της συνταγματικής αναθεώρησης η πρόκληση της «αναζήτησης προσιτής στέγης», τη στιγμή που το κοινωνικό δικαίωμα στη στέγαση κατοχυρώνεται στο σύνταγμα (άρθρο 21 παρ. 4) ήδη από το 1975, αλλά ουδέποτε αξιοποιήθηκε από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας για την αντιμετώπιση της πρωτοφανούς στεγαστικής κρίσης, που εν πολλοίς οφείλεται σε δικές της πολιτικές.
Εκθέτει επίσης όσους –καλόπιστα κάποιοι, ας το δεχτούμε– εξάντλησαν κάθε επιείκεια και ανοχή στις συνταγματικές παρεκτροπές κυβέρνησης και πλειοψηφίας, με αποκορύφωμα τη συγκάλυψη του μεγα-σκανδάλου των παρακολουθήσεων και του εγκλήματος των
Τεμπών, που οδήγησαν σε πλήρη ευτελισμό τις συνταγματικές διατάξεις για το απόρρητο των επικοινωνιών (άρθρο 19) και την ευθύνη υπουργών (άρθρο 86). Και φυσικά η πρόταση είναι κόλαφος για το Συμβούλιο της Επικρατείας, που, ενώ έσπευσε να επικυρώσει τη νομοθετική άρση της απαγόρευσης ιδιωτικών πανεπιστημίων (άρθρο 16), βλέπει τώρα τον πρωθυπουργό να χαρακτηρίζει την απαγόρευση «σκληρή» και να ομολογεί την ανάγκη αναθεώρησής της.
Πολιτικά, τέλος, η πρόταση εκθέτει –ακριβέστερα, επιδιώκει να εκθέσει– το ΠΑΣΟΚ, στο οποίο είναι μάλλον προφανές ότι απευθύνεται προνομιακά προκειμένου να το εγκλωβίσει σε ένα «δίλημμα του φυλακισμένου», αν εκμαιεύσει τη συναίνεσή του έστω και σε μικρό μέρος των προταθέντων.
Η πολιτική κοινή λογική υποδεικνύει πως τα κόμματα της –δημοκρατικής, τουλάχιστον– αντιπολίτευσης θα αρνηθούν οποιαδήποτε σύμπραξη ή συζήτηση καν μιας πρότασης αναθεώρησης με μάλλον εμφανή τον χαρακτήρα της θεσμικής παγίδας. Και, αν μη τι άλλο, θα διασφαλίσουν ότι κανένα άρθρο, ακόμη κι αν επί της ουσίας συμφωνούν με την αναθεώρησή του, δεν θα υπερψηφιστεί με 180 ή περισσότερες ψήφους στην παρούσα Βουλή ώστε να μη δοθεί λευκή επιταγή στην επόμενη πλειοψηφία, όποια κι αν είναι αυτή. Σε διαφορετική περίπτωση, μάλλον θα είναι άξια της τύχης τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου